Ιταλική απάντηση στα Yard Build της Yamaha

Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

27/1/2015

Στην Αμερική οι πιο δημοφιλείς μοτοσυκλέτες για customizing είναι οι μικρές Harley Davidson 883, ενώ στην Ευρώπη είχαμε για μια δεκαετία τα Ducati Monster 600. Όμως οι τελευταίες γενιές των Monster είχαν χάσει την σχεδιαστική απλότητά τους, που είναι το βασικό πλεονέκτημα για μια μοτοσυκλέτα στον κόσμο του customizing. Το ρόλο αυτό θέλει να τον παίξει το καινούριο Scrambler, που έχει σχεδιαστεί εξ αρχής με σκοπό να γίνει το αγαπημένο παιδί όσων ασχολούνται με τέτοιου είδους δουλειές. Μόνο που μέχρι να γίνει αυτό, η Yamaha πρόλαβε και λάνσαρε στην ιδέα του Yard Build για την σειρά των ΜΤ-07 και ΜΤ-09. Δύο μήνες μετά η Ducati κάνει ακριβώς το ίδιο, απαντώντας στην ιαπωνική πρόκληση. Έδωσε τρία Scrambler σε τρεις φημισμένους "καλλιτέχνες" και τους ζήτησε να δημιουργήσουν χωρίς περιορισμούς και να παρουσιάσουν το αποτέλεσμα της δουλειάς τους στην έκθεση της Verona.


Το συνεργείο Mr Martine ακολούθησε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, φτιάχνοντας ένα Café Racer, όπως το αποκαλεί. Η αλήθεια είναι ότι το αποτέλεσμα είναι κάπως ασαφές, αφού τα στοιχεία που θυμίζουν café racer είναι μόνο το φαίρινγκ τιμονιού και το στενότερο ίσιο τιμόνι, ενώ ολόκληρη η υπόλοιπη μοτοσυκλέτα έχει μια συνηθισμένη αισθητική dirt-track.

Αντίθετα το δημιούργημα του Office Mermaid, είναι η πιο off-road έκδοση του Scrambler που έχουμε δει μέχρι σήμερα και θα μπορούσε να κερδίσει το χειροκρότημά μας αν… δεν έμοιαζε ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ με Yamaha XT 500 του 1978.

Έτσι, η παράξενη αλλά εντελώς πρωτότυπη εμφάνιση της κίτρινης μοτοσυκλέτας της Deus Ex Machina, είναι σαφώς η πιο ενδιαφέρουσα εκ των τριών. Το σχεδιαστικό σκεπτικό τους είναι σαφές ότι προέρχεται από τις μοτοσυκλέτες Dirt-Track, αλλά με μια εμφανή μεταμοντέρνα διάθεση. Οι λιτές και ταυτόχρονα ανατρεπτικές σχεδιάστηκες λεπτομέρειες, όπως το ασύμμετρο φτερό του εμπρός τροχού, κάνουν σωστά την δουλειά την οποία ζήτησε η Ducati, δηλαδή προκαλούν την προσοχή του θεατή.          

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.