Οι άνθρωποι της Horex μάλλον θα πρέπει να ανασκουμπωθούν, καθώς δεν μπορούν πλέον να υπερηφανεύονται για την αποκλειστικότητα του τίτλου για το μοναδικό V6 παραγωγής σήμερα. Ο λόγος είναι η ανακοίνωση της τσέχικης FGR για την παραγωγή του Midalu, ενός θηριώδους power cruiser που διαθέτει έναν κινητήρα V6-90 μοιρών και 2500 κυβικών (για την ακρίβεια 2442cc) τοποθετημένος με κλίση 10 μοιρών σε σχέση με τον οριζόντιο άξονα, ο οποίος αποδίδει 240 ίππους και 16,3 χιλιογραμμόμετρα ροπής!
To VR6 της Horex
Το Midalu είναι το αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδικασίας 10 ετών, από μια εταιρεία που μέχρι πρότινος έφτιαχνε μοτοσυκλέτες με 125 και 250 κυβικά. Μάλιστα, το εργοστάσιο συμμετείχε στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της Moto3 το 2012, καταλαμβάνοντας την έβδομη θέση στο πρωτάθλημα κατασκευαστών ανάμεσα σε 11 κατασκευαστές. Το βάρος του Midalu ανέρχεται στα 262 κιλά και σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως η πιο ευέλικτη μοτοσυκλέτα για στριφτερούς δρόμους. Μπορεί όμως να κάνει τους πάντες να μείνουν με το στόμα ανοιχτό αν βρεθεί στημένο σε κάποια μεγάλη ευθεία. Παρόλα αυτά, τα περιφερειακά της έχουν υψηλά ποιοτικά στάνταρ, με τις αναρτήσεις της Ohlins και τα υπερμεγέθη φρένα της Brembo, ενώ το αλουμινένιο billet ψαλίδι είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία (εκτός του κινητήρα βέβαια) της μοτοσυκλέτας. Το πλαίσιο είναι ένα ατσάλινο χωροδικτύωμα, ενώ για το τελικό της εξάτμισης με τις έξι απολήξεις αλλά και για το κοστούμι, έχει γίνει εκτεταμένη χρήση ανθρακονήματος.
Η αρχική ιδέα για την κατασκευή του κινητήρα με την μεγαλύτερη χωρητικότητα στον κόσμο, ανήκε στον Miroslav Felgr και την συνέλαβε το 2004. Την ίδια χρονιά, ο γνωστός σχεδιαστής Oldrich Kreutz άρχισε να δουλεύει πάνω στο concept, παράλληλα με το σχεδιασμό της MotoGP μοτοσυκλέτας στα 125cc με την οποία συμμετείχε το εργοστάσιο ως wild card συμμετοχή από το 2007 ως το 2011. Το 2007 κατασκευάστηκε ο κινητήρας και στις 25 Φεβρουαρίου του 2008 παρουσιάστηκε στην εταιρεία FPOS-Kovovyroba, η οποία προχώρησε και στην κατασκευή του πρωτοτύπου, το οποίο με τη σειρά του παρουσιάστηκε το 2011 σχεδιασμένο από τον Stanislav Hanus. Φέτος παρουσιάστηκε στην Intermot ως μοτοσυκλέτα παραγωγής, ενώ παράλληλα παρουσιάστηκε κι ένα on line σύστημα παραγγελιών για πρώτα κομμάτια.
Προς το παρόν δεν έχει καθοριστεί η τιμή του, η οποία πάντως θεωρείται σίγουρο πως θα είναι αρκετά υψηλή, ενώ είναι δεδομένο πως θα είναι περιορισμένη η παραγωγή του, με τον αρχικό σχεδιασμό να κάνει λόγο για έξι μοτοσυκλέτες ετησίως.
Ducati DesertX 2026 - Όλα αλλάζουν, η φιλοσοφία παραμένει [VIDEO]
Νέος κινητήρας, νέο πλαίσιο, βελτιωμένες αναρτήσεις, ηλεκτρονικά, εμφάνιση, κ.α.
Από τον
Κώστα Γκαζή
26/2/2026
Η δεύτερη γενιά του DesertX αλλάζει όλα τα βασικά συστατικά της συνταγής, χρησιμοποιώντας τον νέο “πασπαρτού” κινητήρα της εταιρείας, νέο πλαίσιο, νέες αναρτήσεις και νέα ηλεκτρονικά, διορθώνει ατοπήματα του παρελθόντος (ευκολία πρόσβασης στο φίλτρο αέρα) ενώ την ίδια ώρα κρατάει ατόφια τη φιλοσοφία των εξαιρετικών επιδόσεων στο χώμα, βελτιώνοντάς τη μάλιστα.
Πριν πιάσουμε τις μεγάλες αλλαγές οδηγικής ουσίας, να πούμε πως η Ducati δούλεψε πολύ στην εμφάνιση του νέου DesertX, και αυτό φαίνεται παντού. Αν το προηγούμενο μοντέλο έμοιαζε σκαλισμένο σε… μενίρ, μονολιθικό και ημιτελές σε κάποια σημεία, το νέο έχει πολύ πιο εκλεπτυσμένο design που κάνει πολύ καλή εντύπωση. Ένας μαύρος αεραγωγός σπάει την πολλή ασπρίλα του ρεζερβουάρ μπροστά και στη μέση, ενώ η κόκκινη κάθετη γραμμή δεν είναι ευθεία όπως πριν αλλά τεθλασμένη βοηθώντας πολύ να μειωθεί οπτικά ο όγκος. Οι κυψέλες στη ζελατίνα μας αποχαιρέτισαν για χάρη απεικόνισης ενός κύματος -λάσπης το πιθανότερο-, η ποδιά του κινητήρα μίκρυνε αρκετά, ενώ επιτέλους αποχαιρετίσαμε το πλαστικό κάλυμμα του μοτέρ με το μέταλλο να μένει εκτεθειμένο στα βλέμματα, όπως πρέπει.
Πολύ ομορφότερη και σύγχρονη είναι η ουρά, αν και έχασε την πρακτική χειρολαβή για τις μανούβρες, ομορφότερο και το τελείωμα στο κοντύτερο τελικό της εξάτμισης. Το υποπλαίσιο παραμένει ακάλυπτο, αλλά τα πλαϊνά πλαστικά επεκτάθηκαν προς τα πίσω κρύβοντας το κίτρινο αμορτισέρ για πιο ομοιογενή χρωματική εμφάνιση. Χρυσό αντί για μαύρο είναι το πιρούνι, λευκά αντί κόκκινα τα λογότυπα Brembo στα φρένα, ενώ χάσαμε το εντυπωσιακό ψαλίδι με την τρύπα στη μέση, για χάρη ενός πολύ πιο συμβατικού σε εμφάνιση. Τέλος, σε μια κίνηση που σε κάποιον παλαιότερο θυμίζει τη μετάβαση από τα GSX-R του 90 σε εκείνα του 91, η Ducati πρόσθεσε ενιαίο κάλυμμα στους δυο στρογγυλούς προβολείς του DesertX.
Πρώτη μεγάλη, και αναμενόμενη αλλαγή ουσίας ο κινητήρας, που είναι ο νέος V2 890 που τοποθετείται πλέον σε όλες τις μεσαίου κυβισμού μοτοσυκλέτες του Borgo Panigale. Αποδίδει 110 ίππους στις 9.000 rpm και 9,38 kgm στις 7.000 rpm, με το 70% της ροπής διαθέσιμο ήδη από τις 3.000 rpm. Διαθέτει σύστημα μεταβλητού χρονισμού εισαγωγής (IVT), κάτι που δεν υπήρχε στο προηγούμενο μοντέλο me ton Testastretta 937 των . Τα διαστήματα συντήρησης είναι μεγάλα: έλεγχος βαλβίδων στα 45.000 km και αλλαγή λαδιών κάθε 15.000 km ή δύο χρόνια. Το κιβώτιο έχει πιο κοντές τις πρώτες τέσσερις σχέσεις για off-road χρήση και μακρύτερη έκτη για ταξίδι. Το Quick Shift 2.0 είναι νέας σχεδίασης και δεν χρησιμοποιεί εξωτερικό αισθητήρα.
Συνεχίζουμε με το monocoque πλαίσιο νέας σχεδίασης, με τον κινητήρα να λειτουργεί ως φέρον στοιχείο και το φιλτροκούτι ενσωματωμένο στη δομή. Η θέση στο φιλτροκούτι έχει αλλάξει ώστε το φίλτρο να αφαιρείται σε λίγα δευτερόλεπτα, αντίθετα με το προηγούμενο μοντέλο που έπρεπε να αφαιρεθεί το ρεζερβουάρ. Το πίσω υποπλαίσιο παραμένει χωροδικτύωμα, ενώ το αλουμινένιο ψαλίδι είναι ειδικά εξελιγμένο για το μοντέλο και συνεργάζεται με σύστημα προοδευτικού μοχλικού, κάτι που διαφοροποιεί σημαντικά τη λειτουργία της πίσω ανάρτησης σε σχέση με πριν.
Περνάμε στις αναρτήσεις, όπου μπροστά βρίσκουμε ένα πλήρως ρυθμιζόμενο ανεστραμμένο πιρούνι της KYB στα 46 mm, με διαδρομή 230 mm και ανεξάρτητες ρυθμίσεις στα δύο καλάμια, με την Ducati να κάνει λόγο για καλύτερη off-road συμπεριφορά και βελτιωμένη απορρόφηση των ανωμαλιών του δρόμου. Πίσω υπάρχει πλήρως ρυθμιζόμενο μονό αμορτισέρ της KYB με 220 mm διαδρομή και εύκολη ρύθμιση προφόρτισης με το χέρι. Η προσθήκη προοδευτικού μοχλικού χαρίζει πιο μαλακή αρχική βύθιση με ταυτόχρονα μεγαλύτερη αντίσταση υπό πίεση.
Στα φρένα μπροστά βρίσκουμε δυο ακτινικές τετραπίστονες δαγκάνες Brembo M4.32 με δύο νέους δίσκους 305 mm. Υπάρχει Cornering ABS τεσσάρων επιπέδων, με δυνατότητα απενεργοποίησης στα Riding Modes Enduro και Rally. Η μπροστινή διάταξη επιτρέπει τοποθέτηση ψηλού φτερού χωρίς πρόσθετα κιτ.
Οι τροχοί παραμένουν 21 ίντσες μπροστά και 18 πίσω, ακτινωτοί tubeless, με ελαστικά Pirelli Scorpion Rally Street σε διαστάσεις 90/90-21 και 150/70-18.
Το ρεζερβουάρ είναι νέο, πολυμερές, 18 λίτρων, στενότερο και ελαφρύτερο, με τη μάζα του καυσίμου τοποθετημένη χαμηλότερα για αυξημένη ευελιξία και καλύτερο έλεγχο. Το ύψος σέλας είναι 880 mm και μπορεί να πέσει στα 840 mm με κιτ, ενώ το βάρος της μοτοσυκλέτας ανακοινώνεται στα 209 κιλά (211 προηγουμένως) χωρίς καύσιμο.
Ούτε όμως η εργονομία έμεινε χωρίς αλλαγές: τα μαρσπιέ μετακινήθηκαν πιο πίσω, η σέλα και το τιμόνι πιο μπροστά, το μπροστινό φτερό είναι ψηλότερα τοποθετημένο και το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας είναι 20 mm χαμηλότερο σε σχέση με πριν.
Στα ηλεκτρονικά υπάρχει νέα IMU 6 αξόνων που διαχειρίζεται Traction Control, Wheelie Control, Engine Brake Control και Cornering ABS, ενώ υπάρχουν έξι Riding Modes (Sport, Touring, Urban, Wet, Enduro, Rally). Η οθόνη είναι νέα TFT 5 ιντσών ανάλυσης 800x480, με δύο θύρες USB και νέο joystick χειρισμού. Διαθέτει cruise control και είναι έτοιμη για Ducati Multimedia System και πλοήγηση turn-by-turn.
Περιμένουμε να δούμε αν η Ducati παρουσιάσει αργότερα κάποια ακόμα πιο “πολεμική” έκδοση της μοτοσυκλέτας σε Rally ύφος.