Midalu V6 2500cc – Το τέρας αμάν!

Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

31/10/2016

Οι άνθρωποι της Horex μάλλον θα πρέπει να ανασκουμπωθούν, καθώς δεν μπορούν πλέον να υπερηφανεύονται για την αποκλειστικότητα του τίτλου για το μοναδικό V6 παραγωγής σήμερα. Ο λόγος είναι η ανακοίνωση της τσέχικης FGR για την παραγωγή του Midalu, ενός θηριώδους power cruiser που διαθέτει έναν κινητήρα V6-90 μοιρών και 2500 κυβικών (για την ακρίβεια 2442cc) τοποθετημένος με κλίση 10 μοιρών σε σχέση με τον οριζόντιο άξονα, ο οποίος αποδίδει 240 ίππους και 16,3 χιλιογραμμόμετρα ροπής!

To VR6 της Horex


Το Midalu είναι το αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδικασίας 10 ετών, από μια εταιρεία που μέχρι πρότινος έφτιαχνε μοτοσυκλέτες με 125 και 250 κυβικά. Μάλιστα, το εργοστάσιο συμμετείχε στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της Moto3 το 2012, καταλαμβάνοντας την έβδομη θέση στο πρωτάθλημα κατασκευαστών ανάμεσα σε 11 κατασκευαστές.
Το βάρος του Midalu ανέρχεται στα 262 κιλά και σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως η πιο ευέλικτη μοτοσυκλέτα για στριφτερούς δρόμους. Μπορεί όμως να κάνει τους πάντες να μείνουν με το στόμα ανοιχτό αν βρεθεί στημένο σε κάποια μεγάλη ευθεία. Παρόλα αυτά, τα περιφερειακά της έχουν υψηλά ποιοτικά στάνταρ, με τις αναρτήσεις της Ohlins και τα υπερμεγέθη φρένα της Brembo, ενώ το αλουμινένιο billet ψαλίδι είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία (εκτός του κινητήρα βέβαια) της μοτοσυκλέτας. Το πλαίσιο είναι ένα ατσάλινο χωροδικτύωμα, ενώ για το τελικό της εξάτμισης με τις έξι απολήξεις αλλά και για το κοστούμι, έχει γίνει εκτεταμένη χρήση ανθρακονήματος.


Η αρχική ιδέα για την κατασκευή του κινητήρα με την μεγαλύτερη χωρητικότητα στον κόσμο, ανήκε στον Miroslav Felgr και την συνέλαβε το 2004. Την ίδια χρονιά, ο γνωστός σχεδιαστής Oldrich Kreutz άρχισε να δουλεύει πάνω στο concept, παράλληλα με το σχεδιασμό της MotoGP μοτοσυκλέτας στα 125cc με την οποία συμμετείχε το εργοστάσιο ως wild card συμμετοχή από το 2007 ως το 2011. Το 2007 κατασκευάστηκε ο κινητήρας και στις 25 Φεβρουαρίου του 2008 παρουσιάστηκε στην εταιρεία FPOS-Kovovyroba, η οποία προχώρησε και στην κατασκευή του πρωτοτύπου, το οποίο με τη σειρά του παρουσιάστηκε το 2011 σχεδιασμένο από τον Stanislav Hanus. Φέτος παρουσιάστηκε στην Intermot ως μοτοσυκλέτα παραγωγής, ενώ παράλληλα παρουσιάστηκε κι ένα on line σύστημα παραγγελιών για πρώτα κομμάτια.


Προς το παρόν δεν έχει καθοριστεί η τιμή του, η οποία πάντως θεωρείται σίγουρο πως θα είναι αρκετά υψηλή, ενώ είναι δεδομένο πως θα είναι περιορισμένη η παραγωγή του, με τον αρχικό σχεδιασμό να κάνει λόγο για έξι μοτοσυκλέτες ετησίως.

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.