Η Yamaha Motor ανακοίνωσε σήμερα ότι αναθεωρεί τους στόχους της για μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, στα πλαίσια του περιβαλλοντικού σχεδιασμού του εργοστασίου για το 2050 το οποίο καταρτίστηκε για πρώτη φορά το 2018, θέτοντας νέα δεδομένα για το σύνολο των δραστηριοτήτων της εταιρείας.
Συγκεκριμένα, η μείωση των στόχων αφορά και τα μεσοπρόθεσμα πλάνα για το 2030 και το 2035, τα οποία αποτελούνται τριετή προγράμματα για την παρακολούθηση της πορείας για την επίτευξη του στόχου. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, η εταιρεία φιλοδοξεί να επιταχύνει τις προσπάθειες της για τον τελικό στόχο του μηδενικού περιβαλλοντικού αποτυπώματος, συνεχίζοντας –όπως αναφέρει η ανακοίνωση- να παράγει προϊόντα που θα συναρπάζουν και θα διευκολύνουν την ζωή των ανθρώπων.
Το 2020 η Yamaha κατάφερε να πετύχει μείωση της τάξης του 46%, ενώ το 2030 και το 2035 στοχεύει σε επιπλέον μείωση 50% και 54% αντίστοιχα, φτάνοντας στο 86% το 2050. Η προσπάθεια της Yamaha συμπεριλαμβάνει την χρήση ανακυκλώσιμων υλικών και την μικρότερη δυνατή εκπομπή διοξειδίου, ενώ η βασική της πολιτική, που επεκτείνεται σε όλους τους κλάδους του γκρουπ, είναι η μείωση του διοξειδίου του άνθρακα σε κάθε είδους προσωπική μετακίνηση, ωθώντας το κοινό της στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στο χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Άμεσο ναρκοτέστ στους δρόμους: Οι ποινές που προβλέπει ο νέος ΚΟΚ - Τι θα ανιχνεύεται, πώς θα γίνεται
Επιτόπιοι έλεγχοι σε μπλόκα της Αστυνομίας για πολλαπλές ουσίες με δείγμα σάλιου - Από το 2026
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
4/12/2025
Αλλαγή δεδομένων από την Τροχαία, καθώς μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2026 αναμένεται να εφαρμοστεί για πρώτη φορά στη Ελλάδα το άμεσο τεστ ναρκωτικών ουσιών στον δρόμο, μέσω εξέτασης σάλιου κατά τους ελέγχους που πραγματοποιούν τα συνεργεία της Τροχαίας, όπως προβλέπει ο νέος ΚΟΚ.
Η νέα διαδικασία, η οποία εφαρμόζεται επί σειρά ετών σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Γερμανία και η Αγγλία, θα πραγματοποιείται μαζί με το αλκοτέστ και αναμένεται να ξεκινήσει από το νέο έτος, με την υπογραφή της σχετικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης ώστε να τρέξει έπειτα και ο σχετικός διαγωνισμός για να προμηθευτεί η Αστυνομία τα κιτ και να μπορεί να πραγματοποιήσει νακροτέστ.
Τα ναρκοτέστ θα χρησιμοποιούνται στοχευμένα, όταν ο οδηγός δεν εμφανίζει μέθη αλλά υπάρχουν ενδείξεις στη συμπεριφορά του που γεννούν υποψίες, σύμφωνα με τα όσα γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή. Ο αστυνομικός θα ζητά από τον οδηγό να τοποθετήσει για λίγα δευτερόλεπτα μια ειδική μπατονέτα στο στόμα. Το δείγμα σάλιου εισάγεται στη συσκευή και μέσα σε λίγα λεπτά ενεργοποιείται ο καταλύτης που επισημαίνει την παρουσία ουσιών. Εάν το τεστ βγει θετικό, ο οδηγός θα οδηγείται στο νοσοκομείο για επιβεβαίωση μέσω αιμοληψίας, η οποία αποτελεί το νομικά ισχυρό αποδεικτικό.
Τα νέα τεστ που θα έχει από το 2026 στην διάθεση της η Τροχαία, θα είναι ικανά να ανιχνεύσουν ουσίες όπως ηρωίνη, κοκαΐνη, μεθαμφεταμίνη, κάνναβη (THC) και αμφεταμίνες τύπου ATS.
Πρόκειται για ουσίες που σύμφωνα με έρευνες επηρεάζουν άμεσα κρίσιμες λειτουργίες για την οδήγηση, όπως χρόνο αντίδρασης, αντίληψη, σταθερότητα οχήματος, συγκέντρωση και κρίση.
Μέχρι τώρα, εξετάσεις για οδήγηση υπό επήρεια ναρκωτικών ουσιών γίνονταν μόνο μετά από θανατηφόρα τροχαία και αποκλειστικά σε νοσοκομεία. Με τον νέο ΚΟΚ (άρθρο 46), η Τροχαία αποκτά τη δυνατότητα επιτόπιου ελέγχου, με πρωτόκολλο αντίστοιχο του αλκοτέστ.
Η Κοινή Υπουργική Απόφαση που αναμένεται, θα ορίσει τον ακριβή εξοπλισμό, τις διαδικασίες και τα πρωτόκολλα, με τη συνεργασία των υπουργείων Μεταφορών, Προστασίας του Πολίτη, Υγείας και πιθανώς Δικαιοσύνης.
Σε αντίθεση με το αλκοόλ, όπου υπάρχει κλιμάκωση ανάλογα με το επίπεδο μέθης, για τα ναρκωτικά η νομοθεσία είναι απόλυτη.
Η διαπίστωση ότι ο οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση ουσιών συνιστά άμεσα ποινικό αδίκημα.
Προβλέπεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο μηνών,
Χρηματικό πρόστιμο
Αφαίρεση άδειας για 3 έως 6 μήνες, κατόπιν δικαστικής απόφασης.
Η άρνηση του οδηγού να υποβληθεί σε έλεγχο θεωρείται τεκμήριο παράβασης και αντιμετωπίζεται σαν θετική ένδειξη.
Σε περίπτωση ατυχήματος, οι ποινές αυξάνονται, φτάνοντας μέχρι και την κάθειρξη, ανάλογα με τη σοβαρότητα της βλάβης.