Ο Marco Lucchinelli ήρθε στην Ελλάδα και οδήγησε για πρώτη φορά την Ducati Panigale V4S
Μια εξομολόγηση από τον Mr Crazy Horse με πολύ γκάζι
Από τον
Μπάμπη Μέντη
17/10/2018
Οι ιστορίες από το φετινό Legends Track Day που έγινε στην πίστα των Μεγάρων είναι ατελείωτες και καθώς οι περισσότερες από αυτές αφορούν θρύλους του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος των Grand Prix, έχουν ταυτόχρονα το δικό τους ξεχωριστό ενδιαφέρον.
Οι Ιταλοί είναι γενικός εκδηλωτικοί και ενθουσιώδεις, όποτε μπορείτε να φανταστείτε το ύφος και τις κινήσεις του σώματος που έκανε ο πρώην Παγκόσμιος Πρωταθλητής Marco Lucchinelli όταν περιέγραφε την πρώτη του επαφή με την Panigale V4S στην πίστα των Μεγάρων:
-Στην Ιταλία έχω σχολή αγωνιστικής οδήγησης και χρησιμοποιούμε για τα μαθήματα μοτοσυκλέτες από την MV Agusta, την Honda, την Yamaha και την Ducati, αλλά μέχρι σήμερα δεν είχα την ευκαιρία να οδηγήσω την καινούρια V4 της Ducati. Έπρεπε να έρθω στην Ελλάδα! Χα, χα… και να σκεφτείς ότι συνεργάζομαι στενά με την Ducati κατά την εξέλιξη ορισμένων νέων μοντέλων της.
-Έχει πολύ γκάζι αυτός ο κινητήρας! Παντού! Χαμηλά, ψηλά… Πολύ περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη superbike έχω οδηγήσει τελευταία. Ίσως σε αυτή την πίστα να μην μπορείς να εκμεταλλευτείς πλήρως τις δυνατότητές του, αλλά φαντάζομαι ότι σε πίστες σαν το Mugello, την Monza και την Imola θα βρίσκεται στο στοιχείο της.
-Τα ηλεκτρονικά δεν τα συμπαθώ και τα απενεργοποιώ όταν οδηγάω, αλλά με τις σύγχρονες μοτοσυκλέτες δεν μπορείς να πάς γρήγορα χωρίς τα ηλεκτρονικά. Είναι αδύνατον. Αν θες να κάνεις γρήγορους χρόνους θα πρέπει να έχεις τα ηλεκτρονικά στο ON. Εγώ είμαι γέρος άνθρωπος (χα, χα, χα!!!) και δεν χρειάζεται να κάνω γρήγορους χρόνους πια, οπότε τα βγάζω για να κάνω παντιλίκια!
Τι πρέπει να ξέρεις για τον Marco Lucchinelli
Το αγωνιστικό παρατσούκλι του ήταν Crazy Horse (Τρελό Άλογο) λόγω του παρανοϊκού στιλ οδήγησής του
Το 1981 κατέκτησε το Παγκόσμιο πρωτάθλημα στα 500 με μια Suzuki-Roberto Gallina σπάζοντας το αμερικάνικο λόμπι των Kenny Roberts, Freddy Spencer και Randy Mamola.
Υπήρξε εργοστασιακός αναβάτης της Honda δίπλα στον Freddy Spencer, αλλά και της Cagiva στα πρώτα της βήματα στα GP το 1984-1985
Ήταν πολύ καλός στους αγώνες μεγάλης διάρκειας και έχει κερδίσει το Daytona 200 με Ducati 851 (1987) και το Imola 200 με Suzuki (1981)
Ήταν εργοστασιακός αναβάτης της Ducati στα SBK το 1988 και μετέπειτα έγινε team manager
Έχει κάνει φυλακή για υπόθεση εμπορίας-χρήσης ναρκωτικών ουσιών το 1991
Ducati DesertX 2026 - Όλα αλλάζουν, η φιλοσοφία παραμένει [VIDEO]
Νέος κινητήρας, νέο πλαίσιο, βελτιωμένες αναρτήσεις, ηλεκτρονικά, εμφάνιση, κ.α.
Από τον
Κώστα Γκαζή
26/2/2026
Η δεύτερη γενιά του DesertX αλλάζει όλα τα βασικά συστατικά της συνταγής, χρησιμοποιώντας τον νέο “πασπαρτού” κινητήρα της εταιρείας, νέο πλαίσιο, νέες αναρτήσεις και νέα ηλεκτρονικά, διορθώνει ατοπήματα του παρελθόντος (ευκολία πρόσβασης στο φίλτρο αέρα) ενώ την ίδια ώρα κρατάει ατόφια τη φιλοσοφία των εξαιρετικών επιδόσεων στο χώμα, βελτιώνοντάς τη μάλιστα.
Πριν πιάσουμε τις μεγάλες αλλαγές οδηγικής ουσίας, να πούμε πως η Ducati δούλεψε πολύ στην εμφάνιση του νέου DesertX, και αυτό φαίνεται παντού. Αν το προηγούμενο μοντέλο έμοιαζε σκαλισμένο σε… μενίρ, μονολιθικό και ημιτελές σε κάποια σημεία, το νέο έχει πολύ πιο εκλεπτυσμένο design που κάνει πολύ καλή εντύπωση. Ένας μαύρος αεραγωγός σπάει την πολλή ασπρίλα του ρεζερβουάρ μπροστά και στη μέση, ενώ η κόκκινη κάθετη γραμμή δεν είναι ευθεία όπως πριν αλλά τεθλασμένη βοηθώντας πολύ να μειωθεί οπτικά ο όγκος. Οι κυψέλες στη ζελατίνα μας αποχαιρέτισαν για χάρη απεικόνισης ενός κύματος -λάσπης το πιθανότερο-, η ποδιά του κινητήρα μίκρυνε αρκετά, ενώ επιτέλους αποχαιρετίσαμε το πλαστικό κάλυμμα του μοτέρ με το μέταλλο να μένει εκτεθειμένο στα βλέμματα, όπως πρέπει.
Πολύ ομορφότερη και σύγχρονη είναι η ουρά, αν και έχασε την πρακτική χειρολαβή για τις μανούβρες, ομορφότερο και το τελείωμα στο κοντύτερο τελικό της εξάτμισης. Το υποπλαίσιο παραμένει ακάλυπτο, αλλά τα πλαϊνά πλαστικά επεκτάθηκαν προς τα πίσω κρύβοντας το κίτρινο αμορτισέρ για πιο ομοιογενή χρωματική εμφάνιση. Χρυσό αντί για μαύρο είναι το πιρούνι, λευκά αντί κόκκινα τα λογότυπα Brembo στα φρένα, ενώ χάσαμε το εντυπωσιακό ψαλίδι με την τρύπα στη μέση, για χάρη ενός πολύ πιο συμβατικού σε εμφάνιση. Τέλος, σε μια κίνηση που σε κάποιον παλαιότερο θυμίζει τη μετάβαση από τα GSX-R του 90 σε εκείνα του 91, η Ducati πρόσθεσε ενιαίο κάλυμμα στους δυο στρογγυλούς προβολείς του DesertX.
Πρώτη μεγάλη, και αναμενόμενη αλλαγή ουσίας ο κινητήρας, που είναι ο νέος V2 890 που τοποθετείται πλέον σε όλες τις μεσαίου κυβισμού μοτοσυκλέτες του Borgo Panigale. Αποδίδει 110 ίππους στις 9.000 rpm και 9,38 kgm στις 7.000 rpm, με το 70% της ροπής διαθέσιμο ήδη από τις 3.000 rpm. Διαθέτει σύστημα μεταβλητού χρονισμού εισαγωγής (IVT), κάτι που δεν υπήρχε στο προηγούμενο μοντέλο me ton Testastretta 937 των . Τα διαστήματα συντήρησης είναι μεγάλα: έλεγχος βαλβίδων στα 45.000 km και αλλαγή λαδιών κάθε 15.000 km ή δύο χρόνια. Το κιβώτιο έχει πιο κοντές τις πρώτες τέσσερις σχέσεις για off-road χρήση και μακρύτερη έκτη για ταξίδι. Το Quick Shift 2.0 είναι νέας σχεδίασης και δεν χρησιμοποιεί εξωτερικό αισθητήρα.
Συνεχίζουμε με το monocoque πλαίσιο νέας σχεδίασης, με τον κινητήρα να λειτουργεί ως φέρον στοιχείο και το φιλτροκούτι ενσωματωμένο στη δομή. Η θέση στο φιλτροκούτι έχει αλλάξει ώστε το φίλτρο να αφαιρείται σε λίγα δευτερόλεπτα, αντίθετα με το προηγούμενο μοντέλο που έπρεπε να αφαιρεθεί το ρεζερβουάρ. Το πίσω υποπλαίσιο παραμένει χωροδικτύωμα, ενώ το αλουμινένιο ψαλίδι είναι ειδικά εξελιγμένο για το μοντέλο και συνεργάζεται με σύστημα προοδευτικού μοχλικού, κάτι που διαφοροποιεί σημαντικά τη λειτουργία της πίσω ανάρτησης σε σχέση με πριν.
Περνάμε στις αναρτήσεις, όπου μπροστά βρίσκουμε ένα πλήρως ρυθμιζόμενο ανεστραμμένο πιρούνι της KYB στα 46 mm, με διαδρομή 230 mm και ανεξάρτητες ρυθμίσεις στα δύο καλάμια, με την Ducati να κάνει λόγο για καλύτερη off-road συμπεριφορά και βελτιωμένη απορρόφηση των ανωμαλιών του δρόμου. Πίσω υπάρχει πλήρως ρυθμιζόμενο μονό αμορτισέρ της KYB με 220 mm διαδρομή και εύκολη ρύθμιση προφόρτισης με το χέρι. Η προσθήκη προοδευτικού μοχλικού χαρίζει πιο μαλακή αρχική βύθιση με ταυτόχρονα μεγαλύτερη αντίσταση υπό πίεση.
Στα φρένα μπροστά βρίσκουμε δυο ακτινικές τετραπίστονες δαγκάνες Brembo M4.32 με δύο νέους δίσκους 305 mm. Υπάρχει Cornering ABS τεσσάρων επιπέδων, με δυνατότητα απενεργοποίησης στα Riding Modes Enduro και Rally. Η μπροστινή διάταξη επιτρέπει τοποθέτηση ψηλού φτερού χωρίς πρόσθετα κιτ.
Οι τροχοί παραμένουν 21 ίντσες μπροστά και 18 πίσω, ακτινωτοί tubeless, με ελαστικά Pirelli Scorpion Rally Street σε διαστάσεις 90/90-21 και 150/70-18.
Το ρεζερβουάρ είναι νέο, πολυμερές, 18 λίτρων, στενότερο και ελαφρύτερο, με τη μάζα του καυσίμου τοποθετημένη χαμηλότερα για αυξημένη ευελιξία και καλύτερο έλεγχο. Το ύψος σέλας είναι 880 mm και μπορεί να πέσει στα 840 mm με κιτ, ενώ το βάρος της μοτοσυκλέτας ανακοινώνεται στα 209 κιλά (211 προηγουμένως) χωρίς καύσιμο.
Ούτε όμως η εργονομία έμεινε χωρίς αλλαγές: τα μαρσπιέ μετακινήθηκαν πιο πίσω, η σέλα και το τιμόνι πιο μπροστά, το μπροστινό φτερό είναι ψηλότερα τοποθετημένο και το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας είναι 20 mm χαμηλότερο σε σχέση με πριν.
Στα ηλεκτρονικά υπάρχει νέα IMU 6 αξόνων που διαχειρίζεται Traction Control, Wheelie Control, Engine Brake Control και Cornering ABS, ενώ υπάρχουν έξι Riding Modes (Sport, Touring, Urban, Wet, Enduro, Rally). Η οθόνη είναι νέα TFT 5 ιντσών ανάλυσης 800x480, με δύο θύρες USB και νέο joystick χειρισμού. Διαθέτει cruise control και είναι έτοιμη για Ducati Multimedia System και πλοήγηση turn-by-turn.
Περιμένουμε να δούμε αν η Ducati παρουσιάσει αργότερα κάποια ακόμα πιο “πολεμική” έκδοση της μοτοσυκλέτας σε Rally ύφος.