Σε μια από τις πιο δύσκολες διαδρομές των road racing, με 156 στροφές και μήκος σχεδόν 20km πραγματοποιήθηκε χθες ο 96ος αγώνας στο Pikes Peak International Ηill Climb ή PPIHC. Όλοι οι οδηγοί και αναβάτες ήταν έτοιμοι για ακόμα μια φορά να αγωνιστούν ανάμεσα στα σύννεφα, λίγο έξω από το Colorado Springs. Η φετινή χρονιά σηματοδοτούσε την έναρξη της βεντέτας μεταξύ Ducati και ΚΤΜ, αφού στον προηγούμενο αγώνα ο Chris Fillmore, κατέβασε το ρεκόρ στο 9:49:625, με το ΚΤΜ 1290 Super Duke R.
Μετά το μικρό διάλειμμα που έκανε η Ducati επέστρεψε για να ξαναδιεκδικήσει το στέμμα της με τη βοήθεια του Codie Vahshlotz και του Carlin Dunne, ο οποίος έχει συνεργαστεί πολλές φορές με την εταιρεία και έχει σπάσει το ρεκόρ μαζί της, στη σέλα του Multistrada.
Απ΄την αντίπερα όχθη η ΚΤΜ, είχε για αναβάτες τον Rennie Scaysbrook, συντάκτη του Cycle news με το Super Duke 1290 R, και τον Chris Fillmore που για φέτος επέλεξε να τρέξει στη μεσαία κατηγορία με το Duke 790, έχοντας στόχο να σημειώσει χρόνο κάτω από 10’ με μια μικρότερη μοτοσυκλέτα, κάνοντας το PPIHC του 2018, μια από τις πιο συναρπαστικές και πολλά υποσχόμενες διοργανώσεις.
Οι καιρικές συνθήκες κατά τα δοκιμαστικά της εβδομάδας ήταν ιδανικές, δίνοντας έτσι μια εικόνα για το πού θα κυμανθούν οι χρόνοι. Όμως, μια καταιγίδα τη Παρασκευή, έθεσε αρκετά ερωτηματικά για τον αγώνα της Κυριακής και σε συνδυασμό με τα χιόνια στη κορυφή του βουνού, οι συνθήκες απείχαν πολύ απ’ τις ιδανικές ώστε να επιτευχθεί χρόνος κάτω από 10’. Παρόλα αυτά ο Dunne και o Scaysbrook δεν υπέκυψαν στις καιρικές συνθήκες και έφεραν δυνατά αποτελέσματα.
Με τον Rennie συγκεντρωμένο στον αγώνα και να μην δέχεται την ήττα ως επιλογή, πιέζοντας τους χρόνους συνέχεια, ο Dunne δυσκολεύτηκε πολύ για να τον νικήσει όπως δήλωσε, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν στην καλύτερη φυσική κατάσταση, καθώς είχε κρυώσει και το υψόμετρο χειροτέρευε τη κατάσταση του. Μη έχοντας καλή αίσθηση του μπροστινού τροχού, χάνοντας αρκετές φορές πρόσφυση πριν τη κορυφή του βουνού, ήξερε ότι δεν θα έσπαγε το ρεκόρ και σκοπός ήταν να τερματίσει. Όπως και έγινε, πάνω στο Multistrada 1260, στέφοντάς τον άλλη μια φορά βασιλιά του βουνού. Αυτό απογοήτευσε τον Scaybrook που είχε δώσει το 100%, ο οποίος δήλωσε ότι δυσκολεύτηκε αρκετά να αισθανθεί σίγουρος και άνετα πάνω στη μοτοσυκλέτα του, αφού οι συνθήκες έκαναν το δρόμο αρκετά γλιστερό και το πίσω ελαστικό του πάσχιζε να βρει πρόσφυση.
Ο Chris Fillmore από την άλλη, με το Duke 790 έκανε τον δικό του αγώνα και τερμάτισε πρώτος στη κατηγορία των μεσαίων και τρίτος στη γενική κατάταξη, αποτέλεσμα αξιοσημείωτο. Για μόλις λίγα δευτερόλεπτα δεν κατάφερε να πετύχει τον αρχικό του στόχο, ολοκληρώνοντας τον αγώνα με 10:04.038. Καταφέρνοντας έτσι να έχει το ρεκόρ του γρηγορότερου χρόνου και στις δύο κατηγορίες, μεσαία και μεγάλη.
Τέλος ο Codie Vahsholtz, ομόσταβλος του Dunne, τερμάτισε τέταρτος πίσω από τον Chris Fillmore. Μια ακόμα αξιοσημείωτη αναφορά αξίζει να γίνει στη rookie Lucy Glöckner η οποία τερμάτισε έκτη στη γενική κατάταξη με το BMW S1000R Sport, ερχόμενη από τη Γερμανία, δείχνοντας στα αγόρια του αθλήματος ότι αποτελεί μια σοβαρή απειλή για αυτούς.
H Phelon & Moore έρχεται Ελλάδα - Μέσω της TEOREN MOTORS Α.Ε.
Η ελληνική εισαγωγική ενισχύει την παρουσία της στους δύο τροχούς - Πότε έρχονται
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
10/11/2025
Η TEOREN MOTORS Α.Ε. ανέλαβε την εισαγωγή των μοτοσυκλετών και σκούτερ της αναγεννημένης Phelon & Moore στην ελληνική αγορά.
Γνωρίζαμε από πέρσι τις συζητήσεις μεταξύ των δύο πλευρών, συζητήσεις που κατέληξαν τελικά σε συμφωνία μεταξύ της TEOREN MOTORS Α.Ε. και της Phelon & Moore με την ελληνική εισαγωγική να ενισχύει έτσι σημαντικά τη δίτροχη παρουσία της στην Ελλάδα έχοντας και την UM Motorcycles.
Η Phelon & Moore ιδρύθηκε στο Yorkshire της Αγγλίας το 1904, από τον Joah Phelon και τον μηχανικό Richard Moore. Ο Moore μπήκε στην εταιρεία έπειτα από τον θάνατο του ανιψιού του Phelon, Harry Rayner, σε τροχαίο δυστύχημα με την εταιρεία να ονομάζεται αρχικά Phelon & Rayner.
Αυτό που χαρακτήριζε τις Phelon & Moore ήταν οι καινοτομίες που τις έκαναν να ξεχωρίζουν αλλά και η φήμη που απέκτησαν ως πολύ ποιοτικές και αξιόπιστες μεταξύ των δύο πολέμων, ενώ ήταν δημοφιλείς και με side car.
Οι P&M χρησιμοποιούσαν μετάδοση με αλυσίδα από το 1902, λίγο αργότερα ήρθαν και τα κιβώτια ταχυτήτων (δύο στην αρχή και έπειτα τέσσερεις) ενώ σήμα κατατεθέν τους ήταν ο μονοκύλινδρος κινητήρας που αποτελούσε ενεργό μέρος του πλαισίου και είχε περιστραφεί ολόκληρος μέσα στο πλαίσιο κατά 40 μοίρες (κινητήρας sloper). Το πρώτο πρωτότυπο έκανε την εμφάνισή του το 1900 με τα χειροποίητα μοντέλα να κατασκευάζονται και να πωλούνται μεταξύ 1901 και 1903.
Η προσπάθεια για την αναβίωση της Phelon & Moore ξεκίνησε πριν από τέσσερα χρόνια από μια ομάδα επενδυτών, με την αναγεννημένη εταιρεία να κάνει επίσημο ντεμπούτο στην περσινή EICMA με δύο μοτοσυκλέτες και δύο σκούτερ (διαβάστε περισσότερα εδώ).
Μεταξύ των επενδυτών είναι και η οικογένεια Villegas της UM Motorcycles με συνιδρυτή τον Diego Villegas. Η εγγραφή της εταιρείας έχει γίνει στο Λονδίνο με την Phelon & Moore να έχει γραφεία και στο Τορίνο της Ιταλίας.
Σύμφωνα και με σχετικές αναφορές κάποιοι πιστεύουν ότι η P&M, ενσωματώνοντας όλα τα παραπάνω, ήταν η πρώτη που ξέφυγε από τα ποδήλατα με κινητήρα και δημιούργησε την πρώτη πραγματική μοτοσυκλέτα. Αυτό το χαρακτηριστικό παρέμεινε μέχρι και το οριστικό κλείσιμο της εταιρείας το 1966, με την P&M να βρίσκεται ήδη σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης από το 1962. Τα οικονομικά προβλήματα ξεκίνησαν τον 'B ΠΠ γιατί σε αντίθεση με τον 'A ΠΠ, η P&M δεν ήταν ανάμεσα στις εταιρείες που κατασκεύασαν μοτοσυκλέτες μαζικά για τον στρατό.
Η Phelon & Moore βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε διαδικασία "χτισίματος" της γκάμας της, η οποία απαριθμεί μέχρι στιγμής δύο μοτοσυκλέτες και δύο scooter, τα οποία κατασκευάζονται στην Κίνα.
Η πρώτη μοτοσυκλέτα, στην οποία οι άνθρωποι της εταιρείας ποντάρουν πολλά ειδικά για τις ευρωπαϊκές αγορές, είναι η crossover Capetown 7 με το όνομά της να αποτίνει φόρο τιμής στον τελικό προορισμό των Theresa Wallach και Florence Blenkiron, την πρωτεύουσα της Ν. Αφρικής, με τους Βρετανούς να έχουν ξεκινήσει από το Λονδίνο για να διασχίσουν την Αφρική στη σέλα μιας Panther.
Η Capetown 7 είναι διαθέσιμη σε δύο εκδόσεις, μία με χυτές αλουμινένιες ζάντες και μία με ακτινωτούς τροχούς. Και στις δύο εκδόσεις η εμπρός ζάντα είναι 19 ιντσών -17 η πίσω- με τις διαδρομές των αναρτήσεων και στα δύο άκρα να βρίσκονται στα 170 χλστ., ενώ αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει είναι το αλουμινένιο μονόμπρατσο ψαλίδι της, με την υπόλοιπη αισθητική της μοτοσυκλέτας να είναι εύπεπτη και να μην μοιάζει με άλλο μοντέλο της κατηγορίας.
Ο κινητήρας της crossover είναι εν σειρά δικύλινδρος στα 693 κ.εκ. με την ισχύ του να ανακοινώνεται στους 74 ίππους και τη μέγιστη τιμή της ροπής στα 6,94 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις 8.500 και 6.500 σ.α.λ. αντίστοιχα. Η Capetown 7 φέρει TFT οθόνη που συνδέεται με κινητό και προσφέρει λειτουργία mirroring, ενώ στον εξοπλισμό της περιλαμβάνονται ρυθμιζόμενη οθόνη, χούφτες traction control, σύστημα παρακολούθησης πίεσης ελαστικών, ABS που απενεργοποιείται και full LED φώτα.
Στις αναρτήσεις, τέλος, έχουμε πλήρης ρυθμίσεις για το πιρούνι των 43 χλστ. και υδραυλική προφόρτιση για το αμορτισέρ, ενώ στα φρένα βλέπουμε δίσκους 320 χλστ. και ακτινικής τοποθέτησης δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων. Το ύψος της σέλας είναι 810 χλστ. (830 για την ), το μεταξόνιο βρίσκεται στα 1.550 χλστ. και το βάρος στα 249 κιλά πλήρης υγρών για την "Χ" και στα 240 κιλά για την "S".
Επόμενη μοτοσυκλέτα είναι η Panther, η cruiser που παράγεται επίσης σε δύο εκδόσεις τη C και την S που ξεχωρίζουν μεταξύ τους επίσης στις λεπτομέρειες: η C έχει πιο κλασική αισθητική και όρθια θέση οδήγησης με μπόλικη δόση χρωμίου σε εξάτμισης και άλλα σημεία της, ενώ η S είναι η πιο σπορ με λεπτομέρειες και εξάτμιση -διαφορετική- σε μαύρο χρώμα, τιμόνι πιο χαμηλά τοποθετημένο, διαφορετική, μονή σέλα και κανονικά μαρσπιέ αντί για floor boards. Διαφορετική είναι επίσης η θέση της στρογγυλής TFT οθόνης των 4,5 ιντσών με την C να την έχει στο ρεζερβουάρ και την S στο τιμόνι.
Η Panther έχει V2 κινητήρα στα 573 κ.εκ. με τη ισχύ και την ροπή του να βρίσκεται στους 54 ίππους και τα 4,95 χιλιογραμμόμετρα στις 8.500 και 6.500 σ.α.λ. αντίστοιχα, με μεταξόνιο στα 1.600 χλστ. και βάρος στα 249 κιλά πλήρης υγρών -246 για την S-, ενώ το ύψος της σέλας βρίσκεται στα χαμηλά 700 χλστ.
Το Panthette X είναι το crossover σκούτερ της Phellon & Moore και θα είναι διαθέσιμο σε δύο εκδόσεις, μία με μοτέρ στα 125 κ.εκ. για δίπλωμα κατηγορίας Α1 και μία στα 300 κ.εκ. Στην πρώτη περίπτωση η ισχύς βρίσκεται στους 12 ίππους και τα 1,19 kg.m, ενώ ο μεγαλύτερος κινητήρας αποδίδει 31,5 ίππους και 2,55 kg.m στις 8.000 και 5.000 σ.α.λ. αντίστοιχα.
Υπάρχει και έκδοση στα 250 κυβικά που πληροί επίσης της Euro 5+ προδιαγραφές, με μικρή απόκλιση προς τα κάτω αναφορικά με την απόδοσή της και δεν γνωρίζουμε ακόμη αν θα εισαχθούν και οι δύο. Ο εξοπλισμός είναι σε υψηλό επίπεδο με φωτιζόμενους διακόπτες, θερμαινόμενα γκριπ, χούφτες αλλά και TFT οθόνη επτά ιντσών με λειτουργία mirroring, ενώ η τελική μετάδοση γίνεται με ιμάντα.
Για εκείνους που θέλουν περισσότερη κομψότητα η Phelon &Moore διαθέτει το Panthette S, ένα σκούτερ που ξεχωρίζει από τον μεγάλο, σχεδόν στρογγυλό προβολέα του, με τον εμπρός τροχό να έχει ζάντα 16 ιντσών -14 πίσω-, ενω ξεχωριστή είναι και η κάθετα τοποθετημένη TFT των επτά ιντσών. Κάτω από τη σέλα χωρά ένα demi-jet κράνος, ενώ στον εξοπλισμό του Panthette S περιλαμβάνεται TPMS σύστημα παρακολούθησης πίεσης των ελαστικών, σύστημα start & stop και ABS και θα είναι διαθέσιμο με τρεις διαφορετικούς κινητήρες. Και σε αυτή την περίπτωση δεν γνωρίζουμε αν θα εισαχθούν όλες οι εκδόσεις, με την πρώτη να έχει αερόψυκτο κινητήρα 125 κ.εκ. με απόδοση στους 9,1 ίππους, την δεύτερη να φέρει υγρόψυκτο 125άρη 12 ίππων και την τρίτη 200άρη κινητήρα με 17 ίππους και 1,53 kg.m ροπής.
Στη φετινή EICMA η P&M παρουσίασε και την roadster Brighton 6 με εν σειρά δικύλινδρο 550 κ.εκ. που αποδίδει 59 ίππους -διαβάστε περισσότερα εδώ.
Το Capetown 7 αναμένεται στην ελληνική αγορά στα τέλη του ερχόμενου Ιανουαρίου, ενώ τα υπόλοιπα στα τέλη του Φεβρουαρίου 2026.