Πωλείται η τελευταία νικηφόρα Norton του Barry Sheene
Προετοιμασμένη από τον βελτιωτή Fred Walmsley
Από τον
Κώστα Γκαζή
3/10/2022
Στη φθινοπωρινή δημοπρασία του Stafford, από τον οίκο Bonhams, πωλείται η τελευταία νικηφόρα FWD Manx Norton 500 του θρυλικού Βρετανού αγωνιζόμενου και δυο φορές Παγκόσμιου Πρωταθλητή στα 500 κ.εκ., Barry Sheene.
Λίγο πριν πεθάνει από καρκίνο, ο Barry Sheene είχε οδηγήσει τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα που είχε εξελίξει ο Fred Walmsley, παίρνοντας μαζί της τη νίκη στον τελευταίο αγώνα του, στο Goodwood Revival Meeting του 2002.
Ο Sheene, που είχε κερδίσει δυο Παγκόσμιους Τίτλους στα 500 κ.εκ. το 1976 και το 1977, είχε αποσυρθεί από την αγωνιστική δράση μοτοσυκλέτας στα τέλη της σεζόν του 1984. Στη συνέχεια, ασχολήθηκε με άλλες μορφές αγώνων, συμμετέχοντας με φορτηγά, και touring cars, πριν μεταναστεύσει στην Αυστραλία στα τέλη της δεκαετίας του 1980, αναζητώντας στο θερμότερο κλίμα εκεί, λύση στο πρόβλημα της αρθρίτιδας που τον ταλαιπωρούσε. Ένα πρόβλημα που του είχαν προκαλέσει οι πολλοί τραυματισμοί στους αγώνες.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο Sheene ξεκίνησε να αγωνίζεται σε αγώνες κλασικών μοτοσυκλετών, συμμετέχοντας σε event στο Phillip Island, στο Donington Park, το Scarborough και στο Goodwood. Το 2002 οδήγησε για τελευταία φορά σε ανάλογο κλασικό αγώνα στο βρετανικό event Goodwood Revival Meeting, τον Σεπτέμβριο, κερδίζοντας τον αγώνα με μια Manx Norton προετοιμασμένη από τον φίλο του και γνωστό βελτιωτή, Fred Walmsley.
Συγκεκριμένα, ο Sheene είχε τερματίσει δεύτερος το Σάββατο στο Lennox Cup, για να πάρει τη νίκη την Κυριακή, παίρνοντας έτσι και τη συνολική νίκη.
Ο Barry Sheene πέθανε το 2003 στην Αυστραλία, σε ηλικία μόλις 52 ετών, ενώ το Lennox Cup μετονομάστηκε σε Barry Sheene Memorial Trophy προς τιμήν του.
Η μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας έχει να χρησιμοποιηθεί κάποια χρόνια, και απαιτεί μηχανολογική εργασία πριν την οδηγήσει ο επόμενος ιδιοκτήτης της.
Η FW02 (FW εκ του Fred Walmsley) φέρει διαφοροποιήσεις από τη μορφή στην οποία την οδήγησε το 2002 ο Barry Sheene, τόσο σε κινητήρα, όσο και σε μπροστινό τροχό, πιρούνι, κιβώτιο, ψαλίδι και λεβιέδες.
Στην δημοπρασία περιλαμβάνεται και ένα αγωνιστικό φαίρινγκ, το οποίο φέρει το όνομα του Wayne Gardner, με τον πρώην Παγκόσμιο Πρωταθλητή να έχει αγωνιστεί κι αυτός με τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα στο Goodwood Revival του 2003, αποτίνοντας φόρο τιμής στον Sheene.
Η μοτοσυκλέτα αναμένεται να πωληθεί μεταξύ 55.000 και 75.000 βρετανικών λιρών.
Ducati DesertX 2026 - Όλα αλλάζουν, η φιλοσοφία παραμένει [VIDEO]
Νέος κινητήρας, νέο πλαίσιο, βελτιωμένες αναρτήσεις, ηλεκτρονικά, εμφάνιση, κ.α.
Από τον
Κώστα Γκαζή
26/2/2026
Η δεύτερη γενιά του DesertX αλλάζει όλα τα βασικά συστατικά της συνταγής, χρησιμοποιώντας τον νέο “πασπαρτού” κινητήρα της εταιρείας, νέο πλαίσιο, νέες αναρτήσεις και νέα ηλεκτρονικά, διορθώνει ατοπήματα του παρελθόντος (ευκολία πρόσβασης στο φίλτρο αέρα) ενώ την ίδια ώρα κρατάει ατόφια τη φιλοσοφία των εξαιρετικών επιδόσεων στο χώμα, βελτιώνοντάς τη μάλιστα.
Πριν πιάσουμε τις μεγάλες αλλαγές οδηγικής ουσίας, να πούμε πως η Ducati δούλεψε πολύ στην εμφάνιση του νέου DesertX, και αυτό φαίνεται παντού. Αν το προηγούμενο μοντέλο έμοιαζε σκαλισμένο σε… μενίρ, μονολιθικό και ημιτελές σε κάποια σημεία, το νέο έχει πολύ πιο εκλεπτυσμένο design που κάνει πολύ καλή εντύπωση. Ένας μαύρος αεραγωγός σπάει την πολλή ασπρίλα του ρεζερβουάρ μπροστά και στη μέση, ενώ η κόκκινη κάθετη γραμμή δεν είναι ευθεία όπως πριν αλλά τεθλασμένη βοηθώντας πολύ να μειωθεί οπτικά ο όγκος. Οι κυψέλες στη ζελατίνα μας αποχαιρέτισαν για χάρη απεικόνισης ενός κύματος -λάσπης το πιθανότερο-, η ποδιά του κινητήρα μίκρυνε αρκετά, ενώ επιτέλους αποχαιρετίσαμε το πλαστικό κάλυμμα του μοτέρ με το μέταλλο να μένει εκτεθειμένο στα βλέμματα, όπως πρέπει.
Πολύ ομορφότερη και σύγχρονη είναι η ουρά, αν και έχασε την πρακτική χειρολαβή για τις μανούβρες, ομορφότερο και το τελείωμα στο κοντύτερο τελικό της εξάτμισης. Το υποπλαίσιο παραμένει ακάλυπτο, αλλά τα πλαϊνά πλαστικά επεκτάθηκαν προς τα πίσω κρύβοντας το κίτρινο αμορτισέρ για πιο ομοιογενή χρωματική εμφάνιση. Χρυσό αντί για μαύρο είναι το πιρούνι, λευκά αντί κόκκινα τα λογότυπα Brembo στα φρένα, ενώ χάσαμε το εντυπωσιακό ψαλίδι με την τρύπα στη μέση, για χάρη ενός πολύ πιο συμβατικού σε εμφάνιση. Τέλος, σε μια κίνηση που σε κάποιον παλαιότερο θυμίζει τη μετάβαση από τα GSX-R του 90 σε εκείνα του 91, η Ducati πρόσθεσε ενιαίο κάλυμμα στους δυο στρογγυλούς προβολείς του DesertX.
Πρώτη μεγάλη, και αναμενόμενη αλλαγή ουσίας ο κινητήρας, που είναι ο νέος V2 890 που τοποθετείται πλέον σε όλες τις μεσαίου κυβισμού μοτοσυκλέτες του Borgo Panigale. Αποδίδει 110 ίππους στις 9.000 rpm και 9,38 kgm στις 7.000 rpm, με το 70% της ροπής διαθέσιμο ήδη από τις 3.000 rpm. Διαθέτει σύστημα μεταβλητού χρονισμού εισαγωγής (IVT), κάτι που δεν υπήρχε στο προηγούμενο μοντέλο me ton Testastretta 937 των . Τα διαστήματα συντήρησης είναι μεγάλα: έλεγχος βαλβίδων στα 45.000 km και αλλαγή λαδιών κάθε 15.000 km ή δύο χρόνια. Το κιβώτιο έχει πιο κοντές τις πρώτες τέσσερις σχέσεις για off-road χρήση και μακρύτερη έκτη για ταξίδι. Το Quick Shift 2.0 είναι νέας σχεδίασης και δεν χρησιμοποιεί εξωτερικό αισθητήρα.
Συνεχίζουμε με το monocoque πλαίσιο νέας σχεδίασης, με τον κινητήρα να λειτουργεί ως φέρον στοιχείο και το φιλτροκούτι ενσωματωμένο στη δομή. Η θέση στο φιλτροκούτι έχει αλλάξει ώστε το φίλτρο να αφαιρείται σε λίγα δευτερόλεπτα, αντίθετα με το προηγούμενο μοντέλο που έπρεπε να αφαιρεθεί το ρεζερβουάρ. Το πίσω υποπλαίσιο παραμένει χωροδικτύωμα, ενώ το αλουμινένιο ψαλίδι είναι ειδικά εξελιγμένο για το μοντέλο και συνεργάζεται με σύστημα προοδευτικού μοχλικού, κάτι που διαφοροποιεί σημαντικά τη λειτουργία της πίσω ανάρτησης σε σχέση με πριν.
Περνάμε στις αναρτήσεις, όπου μπροστά βρίσκουμε ένα πλήρως ρυθμιζόμενο ανεστραμμένο πιρούνι της KYB στα 46 mm, με διαδρομή 230 mm και ανεξάρτητες ρυθμίσεις στα δύο καλάμια, με την Ducati να κάνει λόγο για καλύτερη off-road συμπεριφορά και βελτιωμένη απορρόφηση των ανωμαλιών του δρόμου. Πίσω υπάρχει πλήρως ρυθμιζόμενο μονό αμορτισέρ της KYB με 220 mm διαδρομή και εύκολη ρύθμιση προφόρτισης με το χέρι. Η προσθήκη προοδευτικού μοχλικού χαρίζει πιο μαλακή αρχική βύθιση με ταυτόχρονα μεγαλύτερη αντίσταση υπό πίεση.
Στα φρένα μπροστά βρίσκουμε δυο ακτινικές τετραπίστονες δαγκάνες Brembo M4.32 με δύο νέους δίσκους 305 mm. Υπάρχει Cornering ABS τεσσάρων επιπέδων, με δυνατότητα απενεργοποίησης στα Riding Modes Enduro και Rally. Η μπροστινή διάταξη επιτρέπει τοποθέτηση ψηλού φτερού χωρίς πρόσθετα κιτ.
Οι τροχοί παραμένουν 21 ίντσες μπροστά και 18 πίσω, ακτινωτοί tubeless, με ελαστικά Pirelli Scorpion Rally Street σε διαστάσεις 90/90-21 και 150/70-18.
Το ρεζερβουάρ είναι νέο, πολυμερές, 18 λίτρων, στενότερο και ελαφρύτερο, με τη μάζα του καυσίμου τοποθετημένη χαμηλότερα για αυξημένη ευελιξία και καλύτερο έλεγχο. Το ύψος σέλας είναι 880 mm και μπορεί να πέσει στα 840 mm με κιτ, ενώ το βάρος της μοτοσυκλέτας ανακοινώνεται στα 209 κιλά (211 προηγουμένως) χωρίς καύσιμο.
Ούτε όμως η εργονομία έμεινε χωρίς αλλαγές: τα μαρσπιέ μετακινήθηκαν πιο πίσω, η σέλα και το τιμόνι πιο μπροστά, το μπροστινό φτερό είναι ψηλότερα τοποθετημένο και το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας είναι 20 mm χαμηλότερο σε σχέση με πριν.
Στα ηλεκτρονικά υπάρχει νέα IMU 6 αξόνων που διαχειρίζεται Traction Control, Wheelie Control, Engine Brake Control και Cornering ABS, ενώ υπάρχουν έξι Riding Modes (Sport, Touring, Urban, Wet, Enduro, Rally). Η οθόνη είναι νέα TFT 5 ιντσών ανάλυσης 800x480, με δύο θύρες USB και νέο joystick χειρισμού. Διαθέτει cruise control και είναι έτοιμη για Ducati Multimedia System και πλοήγηση turn-by-turn.
Περιμένουμε να δούμε αν η Ducati παρουσιάσει αργότερα κάποια ακόμα πιο “πολεμική” έκδοση της μοτοσυκλέτας σε Rally ύφος.