Royal Enfield Continental 750 GT-R – Η 2η μοτοσυκλέτα με τον κινητήρα των 750 κ.εκ.
Σε cafe racer στιλ με πλαίσιο της Harris - Πότε αναμένεται να κάνει την εμφάνισή της
Από τον
Παύλο Καρατζά
15/12/2025
H Royal Enfield Continental 750 GT είναι η δεύτερη μοτοσυκλέτα της ινδικής εταιρείας, η οποία θα φέρει τον μεγαλύτερο κυβισμού εν σειρά δικύλινδρο που περιμένουμε να δούμε και στο δικύλινδρο Himalayan.
Η Royal Enfield μας έχει ήδη παρουσιάσει δικύλινδρα μοντέλα όπως τα Shotgun 650, Super Meteor 650, Classic 650 και Bear 650 και Bullet 650, όμως η Ινδική εταιρεία έδειξε τόσο στην EICMA όσο και στη μεγάλη της γιορτή στην Ινδία, το Motoverse, την Continental 750 GT-R, τη μοτοσυκλέτα που αναμένεται να εκμεταλλευτεί τη δικύλινδρη πλατφόρμα που εξελίσσει η εταιρεία και στην κατηγορία των street μοτοσυκλετών.
Η Continental GT-R 750 χρησιμοποιεί ως βάση την Continental GT. Το πλαίσιο είναι το ίδιο με της Continental GT και έρχεται από την βρετανική Harris Performance που ανήκει εδώ και μία δεκαετία στην RE. Βέβαια η GT-R 750 φέρει διαφορετικό φέρινγκ, διαφορετικό σύστημα εξάτμισης όπως και μονόσελο, ενώ τα μαρσπιέ είναι ψηλότερα και πιο πίσω και το τιμόνι έρχεται πιο χαμηλά και πιο πίσω σε σχέση με της Continental GT. Η έκδοση που παρουσιάστηκε δεν είναι νόμιμη για κυκλοφορία στον δρόμο αλλά έτοιμη για track day αφού δεν υπάρχουν φώτα, ούτε και σχετικοί διακόπτες και οι εξατμίσεις δεν έχουν σιγαστήρα. Θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί ή για να τρέξει στο Royal Enfield Continental GT Cup στο Κύπελλο Ενιαίου που διοργανώνεται από την RE στην Ινδία.
Το λογότυπο “750” που κοσμεί το ντεπόζιτο δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την χωρητικότητα του κινητήρα της μοτοσυκλέτα και ουσιαστικά είναι και η πρώτη "επίσημη" επιβεβαίωση για τον κυβισμό της αφού δεν τον έχουμε δει στην δικύλινδρη 750 που ετοιμάζουν οι Ινδοί. Οι αναρτήσεις είναι της Showa και οι τροχοί είναι 18 ιντσών τόσο μπροστά όσο και πίσω. Στο σύστημα πέδησης συναντούμε τετραπίστονες δαγκάνες ByBre μπροστά.
Η επίσημη αποκάλυψη της Continental GT-R δρόμου αναμένεται να γίνει πριν από το τέλος του 2026, ενώ λογικά μέχρι τότε θα έχει παρουσιαστεί και η adventure των 750 κ.εκ. που θα χρησιμοποιεί τον ίδιο κινητήρα.
H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία
Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
28/4/2026
Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.
Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.
Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.
Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.
Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.
Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.
Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.
Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο.
Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.