Scootsmart 2: Στην Ελλάδα το πιο προηγμένο ελαστικό της Dunlop για σκούτερ

Υψηλότερη αντοχή, άνεση και πρόσφυση έναντι του προηγούμενου - Για ζάντες από 10 έως 16 ιντσών
Dunlop Scootsmart 2 - Διαθέσιμο στην Ελλάδα scooter ελαστικό 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

23/6/2026

Η δεύτερη γενιά του ελαστικού της Dunlop είναι ήδη διαθέσιμη στην ελληνική αγορά με σαφείς βελτιώσεις στην αντοχή, τη συμπεριφορά του σκούτερ και το κράτημα έναντι της πρώτης.

Τα Dunlop Scootsmart 2 ήρθαν στην Ελλάδα σε πολύ ανταγωνιστικές τιμές σε σχέση με τις επώνυμες επιλογές που έχουν στη διάθεσή τους οι αναβάτες σκούτερ και είναι μια επιλογή γενικής χρήσης για τους αναβάτες που χρησιμοποιούν όλον τον χρόνο το σκούτερ τους, η οποία ενσωματώνει ωστόσο τεχνολογίες που έρχονται απευθείας από τα σπορ ελαστικά μοτοσυκλετών της Dunlop.

Τα Scootsmart 2 έχουν εντελώς διαφορετική χάραξη, σύσταση γόμας αλλά και σκελετό σε σχέση με την πρώτη γενιά, και έχουν ενσωματώσει στη σχεδίαση και την εξέλιξή τους όλη την εμπειρία και την τεχνογνωσία που ανέπτυξε η Dunlop την τελευταία 10ετία στα ελαστικά της, ενώ στην εξέλιξή τους συμπεριλήφθηκε και το feedback που πήρε η εταιρεία από τους αναβάτες που χρησιμοποίησαν την πρώτη γενιά.

Ένα από τα βασικά στοιχεία της νέας σειράς είναι η κατασκευή του σκελετού. Η Dunlop έχει δουλέψει ώστε να προσφέρει ουδέτερη και προβλέψιμη συμπεριφορά, προσφέροντας ανάλαφρη αίσθηση κατά την αλλαγή κατεύθυνσης και περισσότερη πρόσφυση και στα δύο άκρα υπό κλίση, σταθερότητα στην ευθεία και μικρότερες αποστάσεις φρεναρίσματος. 

Dunlop Scootsmart 2

Για την κατασκευή του νέου σκελετού έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως πολυεστέρας αντί νάιλον -προηγούμενη γενιά- με τον σκελετό να έχει ειδική δομή στους ώμους του ελαστικού κάνοντας τους πιο εύκαμπτους χωρίς όμως να θυσιάζεται ο έλεγχος και η αίσθηση του αναβάτη. Το κέρδος που προκύπτει είναι το υψηλότερο επίπεδο άνεσης λόγω της αποτελεσματικότερης απορρόφησης των ανωμαλιών και αυτό βοηθά επίσης στην αύξηση της πρόσφυσης -και υπό κλίση- αλλά και στις μικρότερες αποστάσεις φρεναρίσματος.

Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται και η σχεδίαση της κορόνας του εμπρός και του πίσω ελαστικού. Συγκεκριμένα και σε σχέση με την προηγούμενη γενιά η κορόνα του πίσω ελαστικού παρουσιάζει μικρότερη καμπυλότητα, ενώ η καμπυλότητα του εμπρός ελαστικού είναι μεγαλύτερη και η σχεδίαση στα άκρα προσφέρει περισσότερο εκμεταλλεύσιμο πλάτος υπό κλίση.

Τα Scootsmart 2 έχουν σχεδιαστεί επίσης για να ζεσταίνονται ταχύτερα και να προσφέρουν έτσι πιο σύντομα πρόσφυση και σε χαμηλές θερμοκρασίες οδοστρώματος και περιβάλλοντος. Η Dunlop αναφέρει επίσης ότι το κράτημα έχει βελτιωθεί σε στεγνό και βρεγμένο δρόμο λόγω της νέας χάραξης και του σχήματος της κορόνας. Εξαιρετικά σημαντικό ρόλο παίζει σε αυτό η σύσταση της νέας γόμας με πυρίτιο όπου έχουν χρησιμοποιηθεί μικροσκοπικά σωματίδια διοξειδίου του πυριτίου ως το κύριο υλικό για την πλήρωση (filler) του πέλματος αντικαθιστώντας την παραδοσιακή αιθάλη (carbon black) της προηγούμενης γενιάς.

​    ​

Παράλληλα, η νέα χάραξη του ελαστικού απομακρύνει πιο αποτελεσματικά το νερό ώστε να βελτιώσει την επαφή του τροχού με τον δρόμο, άρα και την πρόσφυση, ενώ τα αυλάκια έχουν τοποθετηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε το πέλμα να αντιστέκεται στη φθορά. Έναντι της προηγούμενης γενιάς η απόσταση κατά το φρενάρισμα σε βρεγμένο οδόστρωμα έχει μικρύνει κατά 10% σύμφωνα με τις μετρήσεις της Dunlop, ενώ κατά 20% έχει αυξηθεί η διάρκεια ζωής των ελαστικών.

Με τη διαφορά που χωρίζει την εξέλιξη της πρώτης με τη δεύτερη γενιά να ξεπερνά τη 10ετία, τα Scootsmart 2 έχουν βελτιωθεί συνολικά έναντι των ελαστικών που αντικαθιστούν στην γκάμα της Dunlop σε όλους τους σημαντικούς τομείς: την άνεση κατά την οδήγηση, την απόδοση σε βρεγμένο και στεγνό οδόστρωμα και την συνεισφορά τους στην οδηγησιμότητα και την ευελιξία. Η Dunlop αναφέρει επίσης ότι σημαντικά είναι τα οφέλη που προκύπτουν και στον τομέα της χιλιομετρικής απόδοσης και εδώ είναι που έχει επιτευχθεί και η μεγαλύτερη πρόοδος από όλους τους υπόλοιπους τομείς ελέω του πυριτίου που χρησιμοποιήθηκε στο πέλμα.

Την πρώτη γενιά Scootsmart είχαμε την ευκαιρία να τη δοκιμάσουμε από πρώτο χέρι τοποθετώντας ένα ζευγάρι σε σκούτερ που χρησιμοποιούν οι συνάδερφοι στις πωλήσεις και τη διεκπεραίωση του ΜΟΤΟ. Το ίδιο θα γίνει και με τη δεύτερη γενιά ενός ελαστικού που είναι πολύ σημαντική επιλογή για τον αναβάτη σκούτερ κρίνοντας και από τη συνολική απόδοση της πρώτης γενιάς. Μείνετε συντονισμένοι.

Το Dunlop Scoosmart είναι διαθέσιμο για ζάντες από 10 έως 16 ιντσών καλύπτοντας το 84% των μοντέλων (από μικρού κυβισμού έως maxi σκούτερ) και έως το τέλος του 2026 θα είναι διαθέσιμες στην ελληνική αγορά και οι 75 διαστάσεις του ελαστικού.

Περισσότερες πληροφορίες για το πού μπορείτε να προμηθευτείτε τα Scootsmart 2 στο εκτεταμένο δίκτυο των εμπόρων της Dunlop πανελλαδικά.

MotoCAP: Βήματα πίσω κάνει ο προστατευτικός ρουχισμός αναβάτη - Τι δείχνουν οι δοκιμές ασφάλειας

Μειώνεται αντί να αυξάνεται η αντοχή των υλικών στην τριβή σε πολλές περιπτώσεις – Γιατί γίνεται αυτό
MotoCAP αξιολόγηση προστατευτικού εξοπλισμού αναβάτη
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

1/9/2026

Χωρίς να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ο ανεξάρτητος οργανισμός αξιολόγησης προστατευτικού ρουχισμού μοτοσυκλέτας MotoCAP από την Αυστραλία αναφέρει ότι πληθαίνουν τα παραδείγματα προϊόντων που προσφέρουν λιγότερη προστασία στις νεότερες εκδόσεις τους από εκείνη που είχαν όταν παρουσιάστηκαν αρχικά.

Ο MotoCAP (Motorcycle Clothing Assessment Program), είναι ο πρώτος ανεξάρτητος οργανισμός αξιολόγησης προστατευτικού ρουχισμού μοτοσυκλέτας στον κόσμο, αναφορικά με τα επίπεδα ασφάλειας και άνεσης που παρέχουν. Δημιουργήθηκε στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία από μια κοινοπραξία κυβερνητικών φορέων, λεσχών μοτοσικλέτας και οργανισμών οδικής ασφάλειας και είναι αναγνωρισμένο και από τη FIM, ενώ έχει δοκιμάσει περισσότερα από 1.000 προϊόντα από το 2019 που ξεκίνησε μέχρι σήμερα. Μαζί με τον MotoCAP είναι και ο Consumer Rating & Assessment of Safety Helmets (CRASH), ο οποίος αξιολογεί την προστασία που προσφέρουν τα κράνη. 

Από την εφαρμογή της ευρωπαϊκής οδηγίας EN17092 το 2020, ο ανεξάρτητος οργανισμός έχει παρατηρήσει στις δοκιμές του ότι πολλά από τα προϊόντα έχουν πλέον χαμηλότερη αντίσταση στην τριβή σε σχέση με εκείνη που είχαν όταν πρωτοπαρουσιάστηκαν προσφέροντας έτσι χαμηλότερο επίπεδο προστασίας. Αυτό γιατί ίδιοι οι κατασκευαστές έχουν επανασχεδιάσει κάποια από τα προϊόντα τους χρησιμοποιώντας ελαφρύτερα και πιο λεπτά υλικά ώστε να προσφέρουν περισσότερη άνεση στον αναβάτη, η οποία είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική για την ασφάλειά του αφού έλλειψη άνεσης μπορεί να προκαλέσει απώλεια συγκέντρωσης κατά την οδήγηση και κατά συνέπεια αυτό να αυξήσει την πιθανότητα εμπλοκής σε κάποιο ατύχημα. Η επανασχεδίαση γίνεται βέβαια και για μείωση του κόστους αφού λιγότερα υλικά (ελαφρύτερα υφάσματα για παράδειγμα σε μπουφάν και παντελόνια) σημαίνει αυτόματα και μικρότερο κόστος για τους κατασκευαστές.

Τα εν λόγω προϊόντα εξακολουθούν να υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού EN17092, ωστόσο τα δεδομένα από τις δοκιμές ασφάλειας φέρνουν τα αποτελέσματα πιο κοντά στο επιτρεπτό όριο σε σχέση με πριν και αυτό δείχνει ότι σε περίπτωση πτώσης αυτά τα προϊόντα δεν είναι το ίδιο ανθεκτικά όπως ήταν πριν από λίγα μόλις χρόνια.

MotoCAP αξιολόγηση εξοπλισμού αναβάτη

Χαρακτηριστικό είναι το γράφημα που ακολουθεί και δείχνει την... οπισθοδρόμηση σε επίπεδο ασφάλειας που προσφέρει ο προστατευτικός ρουχισμός μέσα στα χρόνια. Δείτε πόσες σκουρόχρωμες καφέ τελείες (δοκιμές 2026) βρίσκονται κοντά στη βάση των δύο αξόνων και πόσες στην κορυφή. Τελείες που τοποθετούνται με βάση την αντοχή στην τριβή ενός υλικού σε διάρκεια χρόνου, με τον οριζόντιο άξονα να δείχνει και τη συνολική βαθμολογία και τον κάθετο τη διάρκεια αντοχής του υλικού στην τριβή σε ζώνες υψηλού ρίσκου, όπως είναι για παράδειγμα τα γόνατα, οι παλάμες, οι ώμοι και οι γοφοί (δείτε τη σχετική εικόνα πάνω). 

MotoCAP αξιολόγηση εξοπλισμού

Τα πράγματα είναι ίσως πιο ξεκάθαρα στη δεύτερη στήλη που σχηματίζεται, αξιολόγησης "ΑΑ", όπου τα περισσότερα νέα προϊόντα (δοκιμές 2026) βρίσκονται κοντά στη βάση, ενώ στη μέση της στήλης έχουμε περισσότερα προϊόντα που δοκιμάστηκαν από το 2019 έως το 2024. Και στις δύο αυτές στήλες τα περισσότερα προϊόντα αντέχουν στην τριβή λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο πριν τρυπήσουν με τον οργανισμό να θεωρεί αποδεκτή μια τιμή κοντά στα τρία δευτερόλεπτα και ένα αποτέλεσμα κρίνεται "καλό" όταν η αντοχή ξεπερνά τα 5,6 δευτερόλεπτα. Ως σημείο αναφοράς ο MotoCAP δίνει και την αντοχή συμβατικού παντελονιού Denim γνωστής εταιρείας, το οποίο αντέχει στην τριβή 0,4-0,6 δλ. στις δοκιμές του οργανισμού.

Ο οργανισμός χρησιμοποιεί και πιο απτό παράδειγμα αναφέροντας συγκεκριμένο προϊόν -χωρίς να το κατονομάζει- το οποίο είχε αντοχή στην τριβή που έφτανε τα 3,7 δευτερόλεπτα όταν παρουσιάστηκε και νεότερες εκδοχές του έριξαν αυτή την τιμή στο 1,2 δευτερόλεπτο χωρίς παράλληλα να αλλάξει η τιμή του προϊόντος στο ράφι.

Με δύο "Α" ο MotoCAP αξιολογεί τα προϊόντα που προσφέρουν επίπεδο ασφάλειας που χρειάζεται για να κινηθεί κανείς σε δρόμους εκτός πόλης όπου ο συντελεστής τριβής είναι υψηλότερος και χρειάζονται υλικά υψηλότερης αντοχής για το απαιτούμενο επίπεδο ασφάλειας. Προϊόντα με ένα "A" είναι καλύτερο να χρησιμοποιούνται σε αστικό περιβάλλον όπου ο συντελεστής τριβής είναι χαμηλότερος, οπότε μικρότερη είναι και η πιθανότητα να τρυπήσει, για παράδειγμα, ένα μπουφάν που τρίβεται στην άσφαλτο. Με "ΑΑΑ" αξιολογείται ο ρουχισμός που προσφέρει ακόμη πιο υψηλό επίπεδο προστασίας στην τριβή.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε ότι ο οργανισμός αναφέρεται συγκεκριμένα σε δρόμους που έχουν άσφαλτο (Bitumen) και πιο χοντρό χαλίκι από αυτό που χρησιμοποιείται στους ευρωπαϊκούς δρόμους (Chip Seal), οι οποίοι έχουν πιο άγρια επιφάνεια και έχουν 4,5 υψηλότερο συντελεστή τριβής από έναν συμβατικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Να σημειωθεί επίσης πως οι κατασκευαστές σαφώς και έχουν το δικαίωμα να επανασχεδιάσουν τον προστατευτικό ρουχισμό που διαθέτουν ώστε να προσφέρει αυτός χαμηλότερο επίπεδο προστασίας, κάτι που δεν είναι επιχειρηματικά μεμπτό (ηθικά όμως;) εφόσον το προϊόν εξακολουθεί να υπερκαλύπτει τα όρια που έχουν τεθεί στις δοκιμές ασφάλειας.

Ο MotoCAP αναφέρει επίσης ότι οι κατασκευαστές προχωρούν σε αυτή την ενέργεια γιατί τα όρια για το EN17092 είναι χαμηλά και αυτό τους επιτρέπει να μειώσουν το κόστος για τους ίδιους αφαιρώντας επίπεδα προστασίας χωρίς να διακινδυνεύουν κακή αξιολόγηση. Από την άλλη όμως όχι μόνο δεν βελτιώνουν το επίπεδο ασφάλειας αλλά το κατεβάζουν κιόλας.