Triumph – Bajaj: Προχωρά η συνεργασία

Στην αγορά οι μοτοσυκλέτες τους το 2022
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

13/11/2019

Πριν από δύο χρόνια η Triumph ανακοίνωσε τη συνεργασία της με την Bajaj, με απώτερο σκοπό να δημιουργήσει μια σειρά από μοτοσυκλέτες μικρότερου κυβισμού, χάρη στη παραγωγική ικανότητα του ινδικού κολοσσού. Πρόσφατα, είχαν κυκλοφορήσει οι πρώτες πληροφορίες απ’ τον Rajiv Bajaj (CEO της Bajaj Auto), που ανέφερε ότι το πρώτο “τέκνο” της συνεργασίας των δύο εταιρειών θα βασιστεί στο Avenger της Bajaj αλλά θα έχει τον μεγαλύτερου κυβισμού κινητήρα του Dominar J400, που έχει βασιστεί σε αυτόν του 390 Duke της KTM.

Η συμφωνία μεταξύ των δύο εταιρειών δεν έχει οριστικοποιηθεί ακόμη, αφού οι υπογραφές αναμένονται να “πέσουν” αυτό το μήνα. Η καθυστέρηση των σχεδόν τριών ετών για την επισημοποίηση της συνεργασίας ήταν αναμενόμενη, αν αναλογιστούμε όλα τα γραφειοκρατικά θέματα που έπρεπε να διευκρινιστούν. Ωστόσο, οι νέες πληροφορίες που αναφέρουν ότι ο Rajiv Bajaj έχει δώσει το “πράσινο φως” για τη δημιουργία των πρωτότυπων, τα οποία θα έρθουν στην αγορά το 2022 με το λογότυπο της Triumph, δείχνουν πως υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των δυο εταιρειών.

Επίσης, σε μια πρόσφατη συνέντευξη του Διευθυντή του διαφημιστικού τμήματος της Triumph, κ.Paul Stroud επιβεβαιώθηκε πως οι μοτοσυκλέτες που θα παραχθούν θα έχουν το λογότυπο της αγγλικής εταιρείας και θα υπάρχουν στη γκάμα της για την αγορά της Ινδίας. Το πιθανότερο μάλιστα είναι να γίνει το ίδιο και στις υπόλοιπες αγορές του κόσμου. Τα πρωτότυπα έχουν ήδη “στηθεί” και δοκιμάζονται, ενώ ο κυβισμός τους ξέρουμε πως θα ξεκινά απ' τα 400cc με το επερχόμενο Avenger 400 και θα φτάνει μέχρι τα 800cc.

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.