Tue Mantoni: αλλαγή ηγεσίας

Από το

Μαύρο Σκύλο

18/1/2011

Η Triumph είναι μια από τις λίγες εταιρείες -στις δυτικές αγορές, μόνο με τη BMW συγκρίνεται- που έχει κρατήσει σταθερή την παραγωγή της στην περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης. Αυτή παραμένει κοντά στο επίπεδο των 48.000 μοτοσυκλετών που έφθασε το 2008, από τα δυο εργοστάσιά της στη Βρετανία και τα τρία στην Ταϊλάνδη. Αυτό επέτρεψε στον βρετανό κατασκευαστή να κερδίσει μερίδιο αγοράς στις 30 χώρες όπου πωλούνται οι μοτοσυκλέτες της φθάνοντας στο 4,7% των πωλήσεων το 2010 - σε παγκόσμιο επίπεδο σε μοτοσυκλέτες πάνω από 500 κυβικά - από το 3,4% του 2009 και να στοχεύει σε μερίδιο 5,5% για το 2011.
Η επιτυχία αυτή οφείλεται και στην αύξηση του φάσματος των μοντέλων της, που το 2007 περιλάμβανε δεκατρία, αυξήθηκαν σε δέκα έξι το 2010, ενώ το 2011 έφθασε τις είκοσι διαφορετικές μοτοσυκλέτες στην γκάμα της, και σχεδιάζεται και περαιτέρω επέκταση σε νέες κατηγορίες που προς το παρόν δεν διαθέτουν οι έμποροί της. Ο product manager, Simon Warburton, ο άνθρωπος που έχει επιφορτιστεί με την επίβλεψη αυτής της ανάπτυξης μοντέλων, αναφέρει ότι το δυναμικό των 165 μηχανικών που απασχολούνται σήμερα στο R&D στο εργοστάσιο του Hinckley (επί συνόλου 600 εργαζομένων εκεί), πρόκειται να ενισχυθούν με άλλους δέκα εξειδικευμένους τεχνικούς, που θα συμβάλουν σε αυτή την επέκταση.
Ωστόσο, η καριέρα ενός από τα άτομα που ήταν υπεύθυνα για αυτό το επίτευγμα έχει πλέον τελειώσει, αφού ο μέχρι τώρα διευθύνων σύμβουλος της Triumph Tue Mantoni, επέστρεψε στη γενέτειρά του, τη Δανία, τον Δεκέμβριο του 2010 για προσωπικούς λόγους. Αυτό ήρθε οκτώ χρόνια μετά την πρώτη του επαφή με την Triumph, όταν ο 28 ετών τότε, ήταν επικεφαλής της ομάδας συμβούλων διαχείρισης McKinsey, από την οποία ο ιδιοκτήτης John Bloor ζητούσε να διερευνήσει τους τρόπους για την αναζωογόνηση της εταιρείας μετά την πυρκαγιά που κατέστρεψε το εργοστάσιο της Triumph τον Μάρτιο του 2002. Στον Mantoni άρεσε τόσο πολύ αυτό που είδε και άρχισε να εργάζεται αποκλειστικά για την Triumph, αρχικά σαν διευθυντής πωλήσεων και marketing και σύντομα έγινε ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας. Τώρα συνεχίζεται η επαφή του με την εταιρεία ως μη εκτελεστικός διευθυντής του διοικητικού συμβουλίου της Triumph, αλλά από την 1η Ιανουαρίου ο διευθύνων σύμβουλος της Triumph είναι ο Nick Bloor, ο νεώτερος από τους δύο γιους του ιδιοκτήτη της. Ο Bloor Junior ξεκίνησε με την Triumph το 1998 ως μηχανικός σχεδιασμού μετά την αποφοίτησή του από το κοντινό Loughborough University. Εργάστηκε σε διαφορετικούς τομείς της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένου του σχεδιασμού, της κατασκευής, τον έλεγχο της παραγωγής, των πωλήσεων και marketing (όπου υπηρέτησε για πέντε χρόνια ως διευθυντής εξαγωγών), και πιο πρόσφατα, με τη συνολική ευθύνη για το τμήμα πωλήσεων της Triumph. Έτσι έχει ένα καλό υπόβαθρο, σε μια εταιρεία που εξακολουθεί να είναι ιδιωτική και να ανήκει εξ ολοκλήρου στην οικογένεια Bloor, και θα προσπαθήσουν να την διατηρήσουν σε ανάπτυξη με τον ίδιο τρόπο που το έκανε και ο προκάτοχός του, με την πρόσθετη πρόκληση της δυσχερούς οικονομικής συγκυρίας.

Ανάκληση Harley-Davidson Softail: Ήρθε και στην Ευρώπη, μετά τις ΗΠΑ

Κίνδυνος διαρροής στο πίσω φρένο - Αφορά τέσσερεις μοτοσυκλέτες της σειράς Softail
Harley-Davidson ανάκληση Softail Ευρώπη 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

21/8/2026

Έπειτα από τις Ηνωμένες Πολιτείες τον περασμένο Απρίλιο, η ανάκληση για το ελάττωμα στο πίσω φρένο συγκεκριμένων μοντέλων της σειράς Softail έρχεται και στην Ευρώπη για την αμερικάνικη εταιρεία.

Όπως είχαμε γράψει και τον Απρίλιο που πέρασε, το πρόβλημα εντοπίζεται στη διαδρομή της σωλήνωσης του πίσω φρένου, η οποία ενδέχεται να έρχεται σε επαφή με μονάδα ελέγχου και να τρίβεται πάνω σε αυτή. Αυτό μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα να τρυπήσει το σωληνάκι του πίσω φρένου και να υπάρξει διαρροή και κατά συνέπεια να χάσει ο αναβάτης το πίσω φρένο.

Πρόκειται φυσικά για αστοχία που αυξάνει άμεσα τον κίνδυνο ατυχήματος. Στην Ευρώπη η ανάκληση αφορά τέσσερεις μοτοσυκλέτες της σειράς Softail, συγκεκριμένα τις Heritage Classic, Street Bob, Low Rider S και Low Rider ST, οι οποίες έχουν κατασκευαστεί το χρονικό διάστημα από 25 Ιουνίου 2024 έως και 18 Μαρτίου 2026. Η ανάκληση ξεκινά στην Ευρώπη από τη Γερμανία, που είναι και η πρώτη χώρα η οποία αναφέρεται στο σύστημα ταχείας ενημέρωσης της Κομισιόν.