The Walking Dead - Πώς ανέδειξε τις μοτοσυκλέτες: Η custom του Daryl Dixon

Το customizing για την επιβίωση
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

11/2/2019

Spoiler alert: Το άρθρο που ακολουθεί περιέχει πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη της υπόθεση της σειράς, γι' αυτό όσοι θέλουν να την ξεκινήσουν καλό θα ήταν να μην συνεχίσουν την ανάγνωση. Ενόψει της έναρξης της υπόλοιπης σεζόν ακολουθεί μια μικρή ανάλυση των μοτοσυκλετών του πιο badass “καλού” χαρακτήρα του σόου, Daryl Dixon.

Το "The Walking dead" (TWD) είναι μια σειρά που βρίσκεται ήδη στον ένατο κύκλο της πορείας της, έχοντας σημειώσει μεγάλη επιτυχία απ’ το πρώτο κιόλας επεισόδιο, που προβλήθηκε στις 31 Οκτωβρίου του 2010 (ναι, έχουν περάσει ήδη εννέα χρόνια). Η υπόθεση εξελίσσεται σ’ έναν κόσμο που οι νεκροί έχουν την τάση να μην παραμένουν στη θέση τους καθώς επιστρέφουν στη ζωή ως ζόμπι (εκτός αν τους τινάξεις τα μυαλά στον αέρα), με ελάχιστους εναπομείναντες ζωντανούς να παλεύουν για επιβίωση, ενώ τα αίτια της “ανάστασης” των νεκρών στη σειρά παραμένουν άγνωστα μέχρι τώρα

Σε όλα αυτά μέσα, ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες είναι ένας μοτοσυκλετιστής ο Daryl Dixon, που υποδύεται ο Norman Reedus, και εντυπωσίασε τόσο πολύ τους υπεύθυνους με το παρουσιαστικό του στην οντισιόν ώστε αποφάσισαν να δημιουργήσουν έναν ξεχωριστό χαρακτήρα γι’ αυτόν. Πώς ξεχώρισε; Ήταν "βαμμένος" μοτοσυκλετιστής!

Πολλοί, λοιπόν θα μπορούσαν να αναρωτηθούν τι σχέση έχουν τα παραπάνω με τις μοτοσυκλέτες και το customizing και γιατί ασχλούμαστε εμείς, αλλά έπρεπε να θέσουμε το πλαίσιο, μέσα στο οποίο ξεχώρισε μία μοτοσυκλέτα σε σημείο που να γίνει από μόνη της, χαρακτήρας της σειράς. Τίποτα δεν είναι τυχαίο, και στην κατασκευή του customizing, η έμπνευση είναι βασικό κομμάτι, κάτι που στις μέρες μας το έχουμε λίγο ξεχάσει. Ο Daryl λοιπόν τρέφει και στην σειρά αδυναμία για τις μοτοσυκλέτες ενώ αυτή που ως τώρα "έπαιζε" μαζί του μεταφέροντάς τον από την μία ερειπωμένη πόλη στην άλλη, δεν είναι τυχαία. Απ’ την πρώτη κιόλας σεζόν χρησιμοποιεί τη μοτοσυκλέτα του αδερφού του, ένα εκτενώς τροποποιημένο Triumph TR6C της δεκαετίας του ’60. Οι αλλαγές που έχουν γίνει αφορούν κυρίως το πλαίσιο, μεταβάλλοντας δραστικά τα περισσότερα χαρακτηριστικά του, καθώς και την αντικατάσταση των αναρτήσεων, του τιμονιού και του ρεζερβουάρ, μετατρέποντάς το σε chopper. Οι αλλαγές έχουν τις ρίζες τους στη χρονιά παραγωγής του μοντέλου -τη δεκαετία του ’60- τότε που στη μόδα ήταν περισσότερο τα choppers για βόλτες μικρού βεληνεκούς. Η TR6C του κράτησε συντροφιά μέχρι το όγδοο επεισόδιο της τέταρτης σεζόν, όπου αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει όταν έφυγε εσπευσμένα με τους φίλους απ’ την φυλακή, που τη χρησιμοποιούσαν ως καταφύγιο εκείνο το διάστημα. Τότε οι παραγωγοί της σειράς εξέταζαν ποιο θα ήταν το επόμενο όχημα που θα ταίριαζε στον Daryl και πώς θα το παρουσίαζαν στη σειρά. Με όλα αυτά, έχουν δημιουργηθεί οι κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε να γίνει μία μεγάλη επένδυση σε χρόνο για τις μοτοσυκλέτες από την βιομηχανία του θεάματος, κάτι που δεν συμβαίνει συχνά. Όλα τα παραπάνω έθεσαν το πλαίσιο για να ακολουθήσουν τα επόμενα, διότι όπως είπαμε τίποτα δεν έρχεται τυχαία...

Ο Norman, που έπλασε τον Daryl τον χαρακτήρα που υποδύεται, με το ίδιο πάθος για τις μοτοσυκλέτες, έχοντας κι ο ίδιος αρκετή εμπειρία ενώ ταυτόχρονα είχε εργαστεί για την Harley Davidson στην California πριν ξεκινήσει την καριέρα του ως ηθοποιός, αποφάσισε να προτείνει στους παραγωγούς της σειράς την Classified Moto για την δημιουργία μιας custom μοτοσυκλέτας που θα ταίριαζε στον ρόλο του. Η πρόταση δεν ήταν καθόλου τυχαία απ’ τη πλευρά του, καθώς εκείνο το διάστημα μόλις είχε παραλάβει την προσωπική του μοτοσυκλέτα απ’ αυτούς, μια εκτενώς τροποποιημένη Yamaha Virago 920 (το γνωστό μας XV που στην Αμερική πωλούνταν ως Virago) και είχε ενθουσιαστεί με το αποτέλεσμα.

Η XV920 της Classified Moto είναι μια απ' τις πολλές μοτοσυκλέτες του Norman Reedus

Η συμφωνία δεν άργησε να κλείσει κι έτσι οι custom builders ξεκίνησαν να κατασκευάζουν όχι μια αλλά δύο πανομοιότυπες μοτοσυκλέτες για τις ανάγκες της σειράς. Με τον Scott Michael Gimple, που ήταν διευθύνων παραγωγός της σειράς το 2014, να δίνει την κατευθυντήρια γραμμή για την εμφάνιση των μοτοσυκλετών και θέτοντας ως απαραίτητες προϋποθέσεις να είναι πρωτίστως ασφαλείς αλλά και αξιόπιστες για τους αναβάτες, επιλέχθηκε ως βάση γι’ αυτές το CB750 Nighthawk της Honda αφού η Classified Moto είχε ξαναδουλέψει μ’ αυτό στο παρελθόν.

Για να συνάδει η εμφάνιση των μοτοσυκλετών με τον κόσμο του TWD, αφενός μεν έπρεπε να δείχνουν πως έχουν κατασκευαστεί από εξαρτήματα διάφορων μοτοσυκλετών, τονίζοντας την ανάγκη που υπάρχει για την περισυλλογή οτιδήποτε μπορούσε να φανεί χρήσιμο για την επιβίωση των ανθρώπων και αφετέρου να έχει έντονα σημάδια εγκατάλειψης απ’ το ξέσπασμα της αποκάλυψης. Γι’ αυτό τα μέρη του κινητήρα βάφτηκαν με διαφορετικό χρώμα για να δείχνουν πως προέρχονται από διαφορετικές μοτοσυκλέτες. Για τη βαφή τους χρησιμοποιήθηκε μια ειδική τεχνοτροπία ώστε οι δύο κινητήρες να μην έχουν διαφορές μεταξύ τους και να μην φαίνεται πως είναι πρόσφατα βαμμένοι. Πάνω στις κεφαλές τους έχουν κολληθεί κάγκελα για να προσδίδουν στις μοτοσυκλέτες μια πιο ανθεκτική στις κακουχίες εικόνα.

Το σύστημα εξαγωγής είναι το εργοστασιακό όμως έχει επενδυθεί με θερμομονωτική ταινία, ενώ τα τελικά έχουν κοπεί και διαθέτουν χειροποίητους σιγαστήρες. Όσο για την ύπαρξη της μανιβέλας –που είναι διακοσμητική-, η μοναδική εξήγηση που μπορούμε να προσάψουμε σε όσους αρκετά προσεκτικούς το παρατήρησαν, είναι ότι τοποθετήθηκε με τη λογική πως σ’ έναν κόσμο που όλα έχουν σταματήσει να λειτουργούν, τα αποθέματα από λειτουργικές μπαταρίες θα σπανίζουν όλο και περισσότερο, με αποτέλεσμα η μανιβέλα να είναι μονόδρομος. Απ’ την άλλη είναι ιδιαίτερα αστείο στα μάτια των μοτοσυκλετιστών που γνωρίζουν πως μια τέτοια μετατροπή είναι σχεδόν αδύνατη χωρίς τη χρήση τουλάχιστον χυτηρίου για τη δημιουργία ενός νέου καπακιού που θα έχει υποδοχή για τη μανιβέλα… Τα καρμπυρατέρ έχουν δεχτεί με τη σειρά τους την δέουσα αισθητική ανανέωση, έχοντας πλέον δύο χοάνες κατασκευασμένες σε CNC εργαλειομηχανή με το υποτυπώδες συρματόπλεγμα για να φιλτράρει μόνο τα βασικά (δάχτυλα κι άλλα κομμένα μέλη απ’ τα ζόμπι).

Το ψαλίδι και ο πίσω τροχός έχουν παραμείνει ανέπαφα όμως τα δύο αμορτισέρ έχουν αντικατασταθεί με τα 970 piggybacks της Progressive Suspension, ενώ το υποπλαίσιο δεν γλύτωσε απ’ το πριόνι, καθώς το πίσω μέρος κόπηκε και κολλήθηκε ένας σωλήνας ώστε να ενωθούν οι δύο πλευρές. Πιο πίσω εγκαταστάθηκε μια βάση ώστε ο Daryl να μεταφέρει εύκολα τη βαλλίστρα του και το πίσω φανάρι μεταφέρθηκε στο κάτω μέρος του αριστερού αμορτισέρ που στηρίζεται μ’ ένα λαμάκι. Η θέση της μπαταρίας άλλαξε, ενώ πλέον χρησιμοποιείται μια μικρότερης διαστάσεων λιθίου. Στο κενό που δημιουργήθηκε κάτω απ’ τη νέα σέλα τοποθετήθηκαν γαντζάκια ώστε ο χαρακτήρας να εκμεταλλεύεται πλήρως τον διαθέσιμο χώρο, μεταφέροντας εύκολα τη δερμάτινη τσάντα του.

Τα ρεζερβουάρ είναι απ’ το XS650 της Yamaha και το μπροστινό φτερό είναι χειροποίητο, όμως το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν επιτευχθεί η εμφάνιση της οξείδωσης στα ίδια σημεία μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών που είναι φύση αδύνατο. Γι’ αυτό αποφάσισαν να εφαρμόσουν μια διαφορετική τεχνοτροπία αντί να τα βάψουν. Δημιούργησαν ένα μείγμα από υπεροξείδιο του υδρογόνου, ξύδι, κόκκους σκουριάς και ατσαλόσυρμα που κατά την εφαρμογή του πάνω στις επιφάνειες του μετάλλου το στέγνωναν με πιστολάκι, επιτυγχάνοντας εν μέρει μια τεχνητή διαδικασία οξείδωσης ενώ παράλληλα μπορούσαν να ορίσουν με ακρίβεια τα σημεία που το έκαναν.

Ως εκ τούτου κατάφεραν να έχουν την ίδια εμφάνιση και στις δύο μοτοσυκλέτες, ενώ σφράγισαν το τελικό αποτέλεσμα περνώντας το με διάφανο βερνίκι. Το πιρούνι, οι δίσκοι, οι δαγκάνες και η ζάντα προέρχονται απ’ τη Yamaha R6, ενισχύοντας περισσότερο το ύφος που ήθελαν οι παραγωγοί της σειράς, με την μοτοσυκλέτα να αποτελεί ένα σύνολο από διαφορετικά εξαρτήματα. Το τιμόνι έχει δώσει τη θέση του σ’ ένα φαρδύτερο και σε συνδυασμό με το διάτρητο μεταλλικό number plate και τα χωμάτινα ελαστικά, ολοκληρώνουν την εικόνα της custom κατασκευής, θυμίζοντας περισσότερο scrambler.

Οι παραγωγοί της σειράς έπραξαν σωστά -κινούμενοι με το ρεύμα των καιρών που έχει τις custom και scrambler μοτοσυκλέτες στο επίκεντρο- παρουσιάζοντας τη νέα μοτοσυκλέτα του Daryl με τον καλύτερο τρόπο. Και δεν ήταν άλλος απ’ το να τον βάλουν να την κατασκευάσει μόνος του μέσα σ’ ένα μικρό γκαράζ γεμάτο με διάφορα εξαρτήματα. Στο 13ο επεισόδιο της πέμπτης σεζόν, είχαμε την πρώτη επίσημη εμφάνισης της scrambler. Μάλιστα η μοτοσυκλέτα είχε τόσο μεγάλη απήχηση στο κοινό που αρκετοί δανείστηκαν στοιχεία της σχεδίασής της, ενώ οι πιο θαρραλέοι όπως ο Hubb Langedijk με τον πατέρα του, αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα όσο το δυνατόν πιστό αντίγραφο.

Η απήχηση που είχε ο χαρακτήρας του Daryl στη σειρά αλλά και σε συνδυασμό με τον ίδιο τον ηθοποιό, οδήγησαν την AMC, μετά την πέμπτη σεζόν το 2015, να δημιουργήσουν μια ξεχωριστή σειρά για τον Norman Reedus που προβλήθηκε για πρώτη φορά έναν χρόνο αργότερα, με τ' όνομα Ride with Norman Reedus. Αυτή τη φορά η υπόθεση δεν έχει να κάνει με ζόμπι και επιβίωση αλλά ξεκάθαρα με τις μοτοσυκλέτες, καθώς ο Norman ταξιδεύει σε διάφορες πόλεις των ΗΠΑ εξερευνώντας την κουλτούρα τους γύρω απ’ αυτές. Καθόλου τυχαίο γεγονός αν αναλογιστεί κανείς πως τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερος κόσμος έχει στραφεί σ’ έναν εναλλακτικό τρόπο διακοπών που περιλαμβάνει την ενοικίαση μοτοσυκλετών, με σκοπό την εξερεύνηση των προορισμών τους.

Ετικέτες

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.