Yamaha - Σταματά την παραγωγή snowmobile

Σταδιακά σε Ιαπωνία, Ευρώπη και Βόρεια Αμερική
Η Yamaha αποσύρεται από την αγορά snowmobile
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/6/2023

Στις 28 Ιουνίου 2023, η Yamaha Motor ανακοίνωσε πως πρόκειται να αποσυρθεί από την αγορά snowmobile, σταματώντας πρώτα τη διάθεση μοντέλων στην Ιαπωνία και κατόπιν στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική.

Η ιαπωνική εταιρεία σχεδιάζει να σταματήσει τις πωλήσεις των snowmobiles στην Ιαπωνία το 2022 (πωλείται μόνο το εναπομείναν απόθεμα), στην Ευρώπη μέχρι το 2024 και στη Βόρεια Αμερική μέχρι το 2025.

Το 1968, η Yamaha κυκλοφόρησε το πρώτο της snowmobile, το SL350, εφαρμόζοντας την τεχνολογία μικρών κινητήρων που ανέπτυξε στον χώρο της μοτοσυκλέτας. Τα τελευταία 55 χρόνια, η Yamaha ανέπτυξε τα snowmobiles για αθλητική, ψυχαγωγική και επαγγελματική χρήση ως μέσο μεταφοράς κυρίως σε χιονισμένες περιοχές που βρίσκονται στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη. Η Yamaha στόχευε επίσης στην ανάπτυξη της επιχείρησης όμως τελικά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο να συνεχίσει μια βιώσιμη επιχειρηματική δραστηριότητα στην αγορά των snowmobile. Έτσι στο μέλλον, η Yamaha θα επικεντρώσει τους πόρους του τμήματος snowmobile στις τρέχουσες επιχειρηματικές δραστηριότητες της αλλά και σε νέες δραστηριότητες.

Παράλληλα θα διασφαλίσει τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και την εξυπηρέτηση των πελατών της και μετά το τέλος παραγωγής των snowmobile της.

Η παραγωγή των μοντέλων 2024 που παρουσιάστηκαν πρόσφατα βρίσκεται σε εξέλιξη και έχει προγραμματιστεί για παράδοση το φθινόπωρο. Οι διανομείς της Yamaha θα συνεργαστούν στενά με τους αντιπροσώπους για την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων και την καλύτερη δυνατή τοποθέτηση της επιχείρησής τους κατά τους επόμενους 12 - 36 μήνες.

Λόγω του χρονοδιαγράμματος εξόδου που περιγράφεται παραπάνω, η επίδραση στα ενοποιημένα επιχειρηματικά αποτελέσματα της Yamaha αναμένεται να είναι μικρή

Ετικέτες

BOAK: Νέα αποζημίωση στην κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις οδηγούν σε νέα οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου
ΒΟΑΚ
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

10/10/2025

Μετά την πρόσφατη αποζημίωση των 21 εκατ. ευρώ για το τμήμα Νεάπολη–Άγιος Νικόλαος, ο ανάδοχος (ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ) του έργου Χερσόνησος–Νεάπολη ζητά πλέον 124 εκατ. ευρώ, επικαλούμενος καθυστερήσεις λόγω έλλειψης ωριμότητας των απαλλοτριώσεων

Η υπόθεση αφορά το τμήμα του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης (ΒΟΑΚ) από Χερσόνησο έως Νεάπολη, που υλοποιείται από την κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Το έργο, μήκους 22,44 χιλιομέτρων, λαμβάνει παράταση 16,3 μηνών καθώς οι καθυστερήσεις στην παράδοση των απαλλοτριωμένων χώρων εμπόδισαν την πρόοδο των εργασιών.

Η αρχική ημερομηνία ολοκλήρωσης, του κυβερνητικά πολυδιαφημισμένου έργου, είχε οριστεί για τις 21 Απριλίου 2027, ωστόσο, όπως σημειώνεται στην απόφαση του Υπουργείου Υποδομών, “δεν διαπιστώθηκαν εργασίες που θα μπορούσε να εκτελέσει ο ανάδοχος για να περιορίσει τις καθυστερήσεις”, αναλαμβάνοντας εμμέσως την ευθύνη. Έτσι, το υπουργείο αποδέχτηκε το δικαίωμα του αναδόχου να ζητήσει αποζημίωση, το ακριβές ύψος της οποίας παραμένει άγνωστο, καθώς “θα οριστικοποιηθεί μετά την υποβολή όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών και την εξέτασή τους από την Αναθέτουσα Αρχή”.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει το υψηλό κόστος που προκαλούν οι ελλείψεις ωριμότητας στα μεγάλα έργα υποδομής. Οι καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις, που δεν αποτελούν ευθύνη του αναδόχου, μεταφράζονται σε σημαντικές αποζημιώσεις προς τις εταιρείες, τις οποίες τελικά επωμίζεται το Δημόσιο.

Το έργο Χερσόνησος–Νεάπολη περιλαμβάνει:

  • 22,44 χλμ. αυτοκινητόδρομου με πλάτος οδοστρώματος 21,5 μ.
  • 9,65 χλμ. παράπλευρου και κάθετου δικτύου
  • 12 γέφυρες μονού κλάδου (1,7 χλμ.)
  • 5 σήραγγες συνολικού μήκους 6,75 χλμ.
  • 5 ανισόπεδους κόμβους

Το τμήμα αυτό αποτελεί το δεύτερο εργοτάξιο του ΒΟΑΚ που έχει ξεκινήσει κατασκευές, μετά το Νεάπολη–Άγιος Νικόλαος, όπου οι εργασίες προχωρούν. Το έργο των 14,5 χιλιομέτρων, με κόστος 186 εκατ. ευρώ, υλοποιείται επίσης από την ΤΕΡΝΑ και την ΑΚΤΩΡ και έχει ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης.

Η νέα διεκδίκηση των 124 εκατ. ευρώ επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της επαρκούς προετοιμασίας των μεγάλων έργων πριν από τη δημοπράτησή τους, ένα θέμα που, όπως φαίνεται, κοστίζει ακριβά στην πολιτεία και κατ’ επέκταση στους πολίτες.