Kawasaki ZX-10R 2006 - 2007

Από το

Μαύρο Σκύλο

30/8/2010

Οι σπορ μοτοσυκλέτες της Kawasaki ανέκαθεν φημίζονταν για τους ισχυρούς κινητήρες τους, και το ZX-10R δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Το σλόγκαν γι’ αυτό, είναι ένα και μοναδικό: “Δύναμη Παντού και Πάντα” [blockquote]Nαι…
Στη χορταστική ισχύ
Στον τρόπο λειτουργίας του κινητήρα
Στα καλά φρένα
Στην καλή αεροδυναμική κάλυψη
Όχι…
Στη θέση οδήγησης
Στην εμφάνισή του
Στον μεγάλο όγκο
Στο μαλακό σύνολο
Γιατί…
Έχει πολύ γκάζι
Τι πρέπει να προσέξετε
Δεν έχει αναφερθεί κάτι που να δημιουργεί προβληματισμούς στους υποψήφιους αγοραστές. Ο τυπικός έλεγχος για πτώσεις και η ανάγνωση του βιβλιαράκι των σέρβις για την τακτική συντήρηση, είναι αρκετά[/blockquote]
Το εργοστάσιο της Kawasaki στο Akashi χωρίζεται στα δύο από μία ευθεία ενός χιλιομέτρου περιφραγμένου δρόμου, ο οποίος χρησιμοποιούνταν όταν η εταιρεία έφτιαχνε αεροπλάνα στον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από το 1962, που άρχισε η παραγωγή μοτοσυκλετών, χρησιμοποιείται για τις δοκιμές τους. Λόγω του ότι είναι μία τέλεια ευθεία, έδωσε το ερέθισμα για να κυκλοφορήσουν διάφορα ανέκδοτα, που διακωμωδούσαν το γεγονός ότι τα Kawasaki ήταν μεν πολύ γρήγορα στην ευθεία, αλλά δεν έστριβαν αντίστοιχα γρήγορα. Όμως το ZX-10R εξελίχθηκε στις καινούριες εγκαταστάσεις της εταιρείας, με την επωνυμία Autopolis, στο βόρειο Kyushu, σε μία πίστα 4.674 μέτρων -και εκεί, το superbike της Kawasaki ήταν πραγματικά γρήγορο παντού.
Με τις αλλαγές που δέχτηκε στον κινητήρα σε σχέση με το μοντέλο του 2004, η καμπύλη της ιπποδύναμης “γέμισε” στις χαμηλές και μεσαίες στροφές, διατηρώντας όμως τη δύναμη ψηλά. Ταυτόχρονα, απέκτησε πιο ομαλή απόδοση στο άνοιγμα του γκαζιού, τόσο από κλειστό, όσο και στην περιστροφή του από ενδιάμεσο σημείο, κάνοντας τον έλεγχο του γκαζιού γραμμικό, εξαιρετικά ακριβή και πολύ ομαλό. Όπως είπαμε, η ταχύτητα στις ευθείες δεν αποτελούσε ποτέ πρόβλημα για τα Kawasaki, ενώ σε αυτή την έκδοση, το πράσινο εργοστάσιο έκανε ένα σημαντικό βήμα και στις στροφές. Μπορεί να μην ανέτρεψε πλήρως τη μέχρι τότε πραγματικότητα, αλλά έδειξε σαφή βελτίωση σε σχέση με τον προκάτοχό του, με μεγάλη αύξηση στην ταχύτητα εξόδου από τις στροφές στην πίστα.
Παρ’ όλα αυτά, δεν είχε την γρήγορη γεωμετρία των Yamaha R1 και Suzuki GSX-R 1000, διατηρώντας αναλογικά πιο τουριστικό χαρακτήρα. Η χαμηλά τοποθετημένη σέλα και τα ψηλά κλιπόν, σε συνεργασία με τη μεγάλη μετωπική επιφάνεια και την καλή κάλυψη από τον αέρα, μπορεί να μη βοηθούν πολύ στην πίστα, αλλά για χρήση σε δημόσιους δρόμους, το ZX αποδείχθηκε μαζί με το CBR1000RR, τα πιο φιλικά της γενιάς τους. Σε αυτό συνέβαλαν οι μαλακές ρυθμίσεις των αναρτήσεων, καθώς και η γενικότερη μαλακή αίσθηση του συνόλου. Βέβαια, η πολλή δουλειά που έγινε από τους Ιάπωνες τεχνικούς για την αεροδυναμική του, είχε ως αποτέλεσμα αυτό το ωοειδές σχήμα της μάσκας και τις πολύ “γλυκές” γραμμές, που αφαίρεσαν πόντους από τη δυναμικότητα του και γενικότερα από την αισθητική του.
Μπορεί συνολικά να ήταν καλύτερο και γρηγορότερο από τον προκάτοχό του, αλλά το ZX-10R ήταν “λιγότερο” superbike από αυτό που η αγορά επιθυμούσε. Όμως είναι μια καλή μοτοσυκλέτα για όσους θέλουν να συμμετέχουν σε track days, να κάνουν τουρισμό με superbike, αλλά ακόμα και για καθημερινή χρήση. Τα λίγα κομμάτια που υπάρχουν στην αγορά των μεταχειρισμένων, πουλιούνται μεταξύ εννέα και δέκα χιλιάδων ευρώ, που είναι λογικά για μία τόσο καινούρια και καλή μοτοσυκλέτα.


ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος: Τετράχρονος, τετρακύλινδρος εν σειρά, υδρόψυκτος, 4 ΕΕΚ και 4 Β/Κ
Χωρητικότητα (cc): 998
Σχέση συμπίεσης: 12,7:1
Ανάφλεξη: Ηλεκτρονική
Τροφοδοσία: Ψεκασμός, σώματα 43mm
Σύστημα εξαγωγής: 4 σε 2 σε 1
Σύστημα λίπανσης: Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης: Μίζα
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Τύπος συμπλέκτη: Υγρός, πολύδισκος, με υδραυλική υποβοήθηση
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση: Γρανάζια / 1,611
Σχέσεις ταχυτήτων: 1: 2,533 2: 2,053 3: 1,737 4: 1,524 5: 1,381 6: 1,304
Τελική μετάδοση / σχέση: Αλυσίδα / 2,353
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος: Αλουμινένιο, περιμετρικό, δύο δοκών
Βάρος κενή (kg): 175
Ρεζερβουάρ / Ρεζέρβα (l): 17 / Δ.Α.
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ
Εμπρός
Τύπος: Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι
Διαδρομή (mm): Δ.Α.
Διάμετρος (mm): 43
Ρυθμίσεις: Προφόρτιση ελατηρίων, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
Πίσω
Τύπος: Ένα αμορτισέρ με μοχλικό
Διαδρομή (mm): Δ.Α.
Ρυθμίσεις: Προφόρτιση ελατηρίων, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΦΡΕΝΑ
Εμπρός: Δύο δίσκοι 300mm, με ακτινικά στηριγμένες δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων
Πίσω: Ένας δίσκος 220mm, με δαγκάνα ενός εμβόλου
ΤΡΟΧΟΙ
Εμπρός
Ζάντα: Χυτή, αλουμινίου, 3,5x17’
Ελαστικό: 120/60-17
Πίσω
Ζάντα: Χυτή, αλουμινίου, 6x17’’
Ελαστικό: 190/55-17
Ισχύς στον τροχό (ΗΡ/rpm): 157,2 / 11.900
Ροπή στον τροχό (kg.m/rpm): 10,6 / 8.200
Ο κινητήρας του ZX-10R ήταν ένας από τους πιο δυνατούς της κατηγορίας, ειδικά στις χαμηλές και μεσαίες στροφές. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ψηλά ήταν αδύναμο -το αντίθετο μάλιστα, αφού οι 157,2 παραγόμενοι ίπποι το τοποθετούσαν πολύ ψηλά στην κατάταξη, και μάλιστα με γραμμική και απολαυστική καμπύλη και αντίστοιχη απόδοση στον δρόμο

Aprilia Tuono 1000 R 2006 - 2010

Από το

Μαύρο Σκύλο

17/10/2011

Κινητήρας “διαμάντι”: Το Tuono πρωτοεμφανίστηκε στην γκάμα της Aprilia αρχικά το 2002 και ήταν βασισμένο στην superbike Mille που είχε προηγηθεί η παρουσίασή της το 1999. Η Aprilia παρουσίασε την επόμενη γενιά Mille το 2004 και δυο χρόνια αργότερα ήρθε η σειρά για τη παρουσίαση της δεύτερης γενιάς Tuono, που έμεινε στην παραγωγή μέχρι πέρσι
Στη δεύτερη γενιά, από το 2006 και μετά, καταργήθηκε το RSV και έμεινε μόνο το όνομά του να το χαρακτηρίζει, ενώ η Aprilia ακολούθησε την ίδια συνταγή με την οποία έφτιαξε και το πρώτο. Η συνταγή αυτή ήθελε τα Tuono να προέρχονται από τη μετατροπή του superbike σε streetfighter. Έτσι και το Tuonο της δεύτερης γενιάς έχει το πλαίσιο - κόσμημα του Mille, ένα πλαίσιο με αρετές γεννημένες σε πίστες και πρωταθλήματα. Χάρη σε αυτό το άκαμπτο πλαίσιο το Tuono αποκαλύπτει άριστη συμπεριφορά σε ψηλές και πολύ υψηλές ταχύτητες για τις οποίες είναι ικανό. Δεν είναι η πιο κατάλληλη μοτοσυκλέτα για ήσυχες βόλτες, αλλά είναι πολύ καλό για ανήσυχες, από εκείνες όπου οι αισθήσεις πρέπει να είναι ζωντανές. Έχοντας αλλαγμένη θέση οδήγησης σε σχέση με τη Mille, βάζει τον αναβάτη με τον κορμό πιο όρθιο, ενώ τα χέρια δεν χρειάζεται να κατέβουν για να πιάσουν το μεγάλο τιμόνι. Το Tuono της δεύτερης γενιάς, έχασε μερικές από τις τουριστικές δυνατότητες που είχε το προηγούμενο για χάρη του εκσυγχρονισμού του και της περισσότερο μοντέρνας εμφάνισής του. Μικρότερο έγινε το mini -αλλά σταθερό- φαίρινγκ, ενώ η σμίκρυνση της ουράς συρρίκνωσε και την σέλα του συνεπιβάτη. Οδηγοκεντρική θα λέγαμε ότι είναι η Tuono, θέλοντας να προσφέρει τα πολλά στον αναβάτη της, καθώς έχει στη διάθεσή του για να απολαμβάνει την οδήγησή, πέρα από το πλαίσιο και τις αναρτήσεις του, τα ακτινικά φρένα της Brembo, αλλά πάνω από όλα τον κινητήρα του. Ο μεγάλος δικύλινδρος αναβαθμίστηκε προηγουμένως για να τοποθετηθεί στο Mille και με λίγες αλλαγές για να ταιριάζει η απόδοσή του στον χαρακτήρα της streetfighter. Tου δόθηκε η ονομασία V60o Magnesium, με αφορμή την κατασκευή των καπακιών του από μαγνήσιο. Οι αλλαγές όμως ήταν πολύ περισσότερες, κυρίως σε κεφαλές, εξατμίσεις και ψεκασμό και το αποτέλεσμα είναι ποίημα. Δεν υπάρχει άλλος μεγάλος δικύλινδρος κινητήρας που προέρχεται από τα superbike, ο οποίος να δουλεύει τόσο γλυκά, ακόμη και κάτω από τις δυο χιλιάδες στροφές. Κυριολεκτικά η απόδοσή του είναι βελούδινη και ο αναβάτης του Tuono μπορεί να απολαμβάνει ήσυχες βόλτες, ακόμη και μέσα στην πόλη.
Το καλό του χαρτί όμως είναι η απόδοσή του στις μεσαίες όπου μόνο ο ήχος του θυμίζει ότι είναι ένας μεγάλος δικύλινδρος. Ομαλός και ροπάτος, με ρωμαλέα απόδοση, καλή απόκριση, χωρίς κραδασμούς και με απόδοση κοντά σε αυτήν των τετρακύλινδρων που έχουν οι ανταγωνιστές του από την Ιαπωνία. Ο κινητήρας αυτός πέρα από την ισχύ του έχει να επιδείξει και μια πάρα πολύ καλή αξιοπιστία, και υπάρχουν τέτοιες μοτοσυκλέτες που έχουν περάσει τις εκατό χιλιάδες χιλιόμετρα δίχως πρόβλημα ή κάποια επισκευή. Το μικρό του φαίρινγκ προσφέρει κάποια προστασία έως τα 140 χιλιόμετρα, ενώ από εκεί και πάνω τα πράγματα δυσκολεύουν για την άνεση του αναβάτη. Δεν δυσκολεύουν όμως καθόλου για το Tuono που μπορεί να στείλει την ψηφιακή ένδειξη του ταχύμετρου ακόμη και πάνω από τα 270 χιλιόμετρα. Την σταθερότητα που επιδεικνύει σε αυτές τις πολύ υψηλές ταχύτητες την οφείλει στο πλαίσιο, ενώ την βοηθάει και το σταμπιλιζατέρ της Sachs που βρίσκεται κάτω από την κάτω πλάκα του πιρουνιού του. Δίνοντας τη θέση του στο πιο προκλητικό νέο Tuono V4R, το τελευταίο δικύλινδρο Tuono παραμένει μια μεγάλη streetfighter, με κορυφαία εργονομία όπου πάνω της βολεύονται όλα τα αναστήματα, έναν “άσπαστο” κινητήρα και πολύ καλοφτιαγμένο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Aprilia έδινε τέσσερα χρόνια εγγύηση. Είχε και καλή τιμή τότε και υπάρχουν αρκετά μεταχειρισμένα και με μεγάλο εύρος τιμών, αλλά κι με πολλές βελτιώσεις διαφόρων επιπέδων.  
Η έκδοση Factory
Σπανιότερη και πολύ ακριβότερη είναι η έκδοση Factory του Tuono. Παρουσιάστηκε λίγους μήνες πριν από την απλή έκδοση και ξεχωρίζει όχι μόνο από τα ανθρακονήματα σε καπάκια και φτερό, αλλά και από τις “χρυσές” αναρτήσεις της Ohlins εμπρός και πίσω και τις σφυρήλατες ζάντες της Oz. H απόδοση του κινητήρα ήταν ίδια, όπως και στο απλό μοντέλο.
[blockquote]Ναι...
Για τις επιδόσεις και την αξιοπιστία της
Όχι...
Εάν δεν θέλεις μια “αντρίκια” streetfighter
Γιατί…
Έχει απολαυστικό κινητήρα
Τι να προσέξετε
Η Aprilia έφτιαξε το Tuono ακολουθώντας πολύ υψηλής ποιότητας υλικά και το φινίρισμά του ήταν άριστο. Και επειδή η “μισή χαρά” ενός ιδιοκτήτη είναι η σωστή εμφάνιση αξίζει να ψάξει κάποιος για ένα όσο γίνεται πιο ανέπαφο Tuono. Η καλή του κατασκευή συνοδεύεται και από αξιοπιστία, ειδικά του κινητήρα. Εάν είναι σωστά συντηρημένος, η διάρκεια της ζωής του είναι πολύ μεγάλη και υπάρχουν τέτοιοι κινητήρες, απροβλημάτιστοι με πάρα πολλά χιλιόμετρα στην πλάτη τους. Εάν όμως πάθει κάτι, τα ανταλλακτικά του είναι ιδιαίτερα ακριβά, οπότε ο ευλαβικός του έλεγχος είναι απαραίτητος. Με πίσω ελαστικό πλάτους 180 το Τuono αποκτά λιγότερο “βαριά” αίσθηση και αλλάζει κλίσεις γρηγορότερα.[/blockquote]



ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος: Τετράχρονος, δικύλινδρος V60o , υγρόψυκτος, 2ΕΕΚ/4 βαλβίδες
Διάμετρος επί διαδρομή (mm): 97 x 67,5
Κυβικά (cc): 997,62
Σχέση συμπίεσης: 11,8:1
Ανάφλεξη: Ψηφιακή
Τροφοδοσία: Ψεκασμός Marelli
Σύστημα εκκίνησης: Μίζα
Σύστημα εξαγωγής: 2 σε 1 σε 2
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Τύπος συμπλέκτη: Υγρός, πολύδισκος, μονόδρομος
Σχέσεις ταχυτήτων: 6
Τελική μετάδοση: Αλυσίδα, γρανάζια



ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος: Αλουμινένιο περιμετρικό δύο δοκών, αφαιρούμενο αλουμινένιο υποπλαίσιο
Γωνία κάστερ (o): 25
Ίχνος (mm): 103,7
Μεταξόνιο (mm): 1.410
Ύψος σέλας (mm): 810
Βάρος κενή/γεμάτη (kg): 185/197,6
Βάρος, ζυγισμένο, γεμάτη (kg): 213,5
Ρεζερβουάρ/ρεζέρβα (l): 18/4
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ
Εμπρός: Ανεστραμμένο
Διάμετρος (mm): 43
Διαδρομή (mm): 120
Ρυθμίσεις: Προφόρτιση ελατηρίων, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
Πίσω: Ένα αμορτισέρ, μοχλικό
Διαδρομή (mm): 133
Ρυθμίσεις: Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση επαναφοράς


ΦΡΕΝΑ
Εμπρός: Δύο δίσκοι 320mm, ακτινικές δαγκάνες με τέσσερα έμβολα
Πίσω: Δίσκος 220mm, δαγκάνα με δύο έμβολα


ΤΡΟΧΟΙ
Εμπρός
Ελαστικό: 120/70-17
Ζάντα: 3,50 x 16
Πίσω
Ελαστικό: 190/50 - 17
Ζάντα: 5 x 17


ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Ταχύμετρο, στροφόμετρο, ολικός και δύο μερικοί χιλιομετρητές, ρολόι, ενδείξεις για μέγιστη ταχύτητα / μέση ωριαία, υπολογιστής ταξιδιού, χρονόμετρο, shift light, δείκτης βενζίνης / ρεζέρβα






ΛΕΖΑΝΤΑ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ




Ισχύς στον τροχό (ΗΡ/rpm): 115,5/9.700
Ροπή στον τροχό (Kg.m/rpm): 9,1 /8.500


Ο μεγάλος δικύλινδρος έχει πολύ καλή απόδοση και λειτουργία ακόμη και στις χαμηλές στροφές κάνοντας εύκολα ήρεμες βόλτες. Ο ξεχωριστός του χαρακτήρας όμως είναι η απολαυστική του απόδοση στις μεσαίες και είναι ακριβώς αυτό που δίνει τον εκρηκτικό χαρακτήρα στη μοτοσυκλέτα.


ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ (L/100Κm)
Μέση: 8
ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ (Km)
Μέση : 225