Αναλυτική παρουσίαση της γκάμας των Voge! [video]

Η Voge Motorcycles στην Ελλάδα!
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

23/4/2020

Οι αναγνώστες του ΜΟΤΟ γνωρίζουν πολύ καλά ποια είναι η Voge, καθώς σας παρουσιάσαμε την ιστορία της το 2019, όταν είδαμε τις μοτοσυκλέτες της από κοντά στην EICMA. Πρόκειται για την θυγατρική του κινέζικου κολοσσού, Loncin, που δημιουργήθηκε με στόχο να βρεθεί στην κορυφή των μεσαίου κυβισμού μοτοσυκλετών, αποτελώντας την premium φίρμα του ομίλου.

Για να το πετύχει αυτό φυσικά, εκμεταλλεύτηκε τη συνεργασία της με την MV Agusta κι έτσι όλες οι μοτοσυκλέτες της γκάμας της έχουν εξελιχθεί απ’ το CRC (το κέντρο έρευνας ανάπτυξης και σχεδιασμού της MV Agusta), με αποτέλεσμα να ξεχωρίζουν για την σχεδίασή τους και να εντυπωσιάζουν σε πρώτη φάση με το φινίρισμά τους.

Όπως έχουμε αναφέρει πολλές φορές στο παρελθόν, η MOTO TREND S.A. ανέλαβε την επίσημη εισαγωγή τους στη χώρα μας και υπό κανονικές συνθήκες θα είμασταν στην παρουσίασή τους που είχε προγραμματιστεί για τις αρχές Μαΐου. Ωστόσο, λόγω του κορωνοϊού, η ελληνική αντιπροσωπεία της Voge χρειάστηκε να ακυρώσει τα σχέδιά της και να προχωρήσει στην διαδικτυακή παρουσίασή τους.

Από το Μάιο θα ξεκινήσει η κυκλοφορία των περισσότερων μοντέλων της γκάμας της, με τα 300/500 R, το 500DS και το 300AC να είναι άμεσα διαθέσιμα, ενώ τον Ιούνιο θα έρθει και το 300DS.

Η Loncin θέλει να επεκταθεί στην παγκόσμια αγορά μέσα από μια Premium φίρμα και για αυτό έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα κατά τη δημιουργία της Voge και προσοχή μέχρι και στην παραμικρή λεπτομέρεια. Το λογότυπο της Voge έχει τη δική του ερμηνεία και ο κυματισμός που σχηματίζει αντιπροσωπεύει αυτόν των ρούχων όταν οδηγείς μια μοτοσυκλέτα αλλά και την ελευθερία που σου προσφέρουν οι δύο τροχοί. Το νόημα των τριών οριζόντιων γραμμών είναι η ελευθερία, η θέληση για πρόοδο και ανάπτυξη των μοτοσυκλετών της εταιρείας και τέλος η διασκέδαση που μπορούν να σου προσφέρουν.

Πέρα από αυτά η Voge σαν εταιρεία στοχεύει στη δημιουργία αξιόπιστων και μοναδικών μοτοσυκλετών, οι οποίες παράλληλα να αποτελούν μια ποιοτική επιλογή χωρίς όμως το κόστος απόκτησης να ξεφεύγει απ’ τα δεδομένα της κατηγορίας τους. Όπως φαίνεται σε πρώτη φάση η Loncin, τα έχει καταφέρει εκμεταλλευόμενη τόσο τη δύναμή της όσο και τη συνεργασία της με την MV Agusta, με αποτέλεσμα όλα τα μοντέλα της να μην θεωρούνται ακριβά με βάση την κατηγορία που ανήκουν, τον εξοπλισμό και την τεχνολογία που διαθέτουν.

Για την δημιουργία των 300R, 300AC και 300DS εξελίχθηκε ένας υγρόψυκτος μονοκύλινδρος κινητήρας με δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους και τέσσερις βαλβίδες. Η χωρητικότητά του φτάνει τα 292,4cc με το λόγο συμπίεσης να αγγίζει το 11:1 και σε συνδυασμό με τον ηλεκτρονικό ψεκασμό της Bosch, ο κινητήρας αποδίδει 29 ίππους στις 8.500 στροφές και 2,54kg.m στις 7.000. Για να φιλτραριστούν επαρκώς οι ενοχλητικοί κραδασμοί διαθέτει έναν αντικραδασμικό άξονα.

Επίσης, ο κινητήρας έχει αρκετά μαζεμένες εξωτερικές διαστάσεις, οι οποίες προέκυψαν απ’ την τεχνογνωσία που έχει αποκτήσει η Loncin απ’ την εμπλοκή της στα εθνικά πρωταθλήματα ταχύτητας. Για τη δημιουργία του κιβωτίου έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές δοκιμές, ούτως ώστε η κλιμάκωση που προσφέρουν οι σχέσεις να συνδυάζονται ιδανικά με τις επιδόσεις του κινητήρα.

Το πλαίσιο και στα τρία μοντέλα είναι ατσάλινο σωληνωτό και έχει μελετηθεί σε βάθος, ούτως ώστε να έχει το απαραίτητο ποσοστό ακαμψίας, ενώ κατασκευάζεται από μηχανήματα υψηλής ακρίβειας για να μην υπάρχουν αποκλίσεις.

Στο τομέα των φρένων, έχουμε τρεις δίσκους τύπου μαργαρίτα, με τις δαγκάνες εμπρός να είναι δύο εμβόλων, ενώ πίσω έχουμε μια ενός εμβόλου. Τα φρένα συνδυάζονται με τη μονάδα 9.1 ABS της Bosch και είναι ένα απ’ τα πολλά στοιχεία που εντυπωσιάζουν.

Σε ό,τι αφορά την εμφάνιση, όπως αναφέραμε, το CRC είχε τον πρώτο λόγο και το 300R απευθύνεται ξεκάθαρα στους νέους αναβάτες με την επιθετική του όψη –θυμίζει κάτι από KTM 390 Duke του 2015, ιδίως το φανάρι. Οι αιχμηρές γωνίες κυριαρχούν σχεδόν σε όλες τις επιφάνειες, ενώ το ανεστραμμένο πιρούνι, το περίτεχνο σχέδιο του ψαλιδιού και η εξάτμιση που βρίσκεται κάτω απ’ τον κινητήρα, εκπέμπουν ένα δυναμισμό, ο οποίος σε προϊδεάζει ότι το naked της Voge θα είναι αρκετά διασκεδαστικό στην οδήγηση –το αν ισχύει θα το διαπιστώσουμε όταν βρεθούμε στη σέλα του. Φυσικά η φουτουριστική εμφάνιση συμπληρώνεται με τα LED φωτιστικά σώματα, που υπάρχουν σε όλα τα μοντέλα της Voge.

Το 300AC απ’ την άλλη απευθύνεται στους αναβάτες που προτιμούν περισσότερο μοτοσυκλέτες με κλασσική σχεδίαση εμπλουτισμένη με σύγχρονες πινελιές. Έτσι, το 300AC ξεχωρίζει χάρη στο ρεζερβουάρ με τις συνηθισμένες εσοχές που υποδέχονται τα πόδια του αναβάτη, ενώ το σύστημα εξαγωγής διαθέτει ένα μεγαλύτερο τελικό, που φτάνει μέχρι τον αριστερό μαρσπιέ του συνεπιβάτη.

Το σημαντικότερο απ’ την πλατφόρμα των 300αριων, το DS, θα έρθει τελευταίο στην ελληνική αγορά, παρότι ανήκει σε μια απ’ τις πιο εμπορικές κατηγορίες μοτοσυκλετών της χώρας μας. Σχεδιαστικά θυμίζει έντονα το Honda CB500X, όπως εξάλλου και η μεγαλύτερη έκδοσή του, ενώ οι διαφορές που έχει με τα R και AC είναι στις αναρτήσεις, όπως μαρτυρά η απόστασή του απ’ το έδαφος, καθώς δεν υπάρχουν πληροφορίες για τις διαδρομές των αναρτήσεων. Σε όλες τις εκδόσεις οι ζάντες είναι 17 ιντσών με το εμπρός ελαστικό να είναι 110/70-17 και το πίσω 150/60-17, ενώ η χωρητικότητα του ρεζερβουάρ παραμένει ίδια στα 16 λίτρα.

Σε ό,τι αφορά το πλαίσιο, η Voge αναφέρει πώς έχουν γίνει εκτενείς δοκιμές, μελέτες και προσομοιώσεις οδήγησης ώστε να ενισχυθεί κατάλληλα στα σημεία που καταπονούνται περισσότερο, ενώ είναι κατασκευασμένο από χάλυβα υψηλής αντοχής Q235 με σωλήνες διαμέτρου 32mm –στοιχεία που δεν αναφέρονται για τα άλλα δύο μοντέλα.

Τέλος, τα όργανα και των τριών μοντέλων αποτελούνται από μια LCD οθόνη με όλες τις ενδείξεις, η οποία στο 300DS διαθέτει και φωτοευαίσθητο αισθητήρα που μεταβάλλει το φόντο ανάλογα με τον εξωτερικό φωτισμό.

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ 300R/300AC/300DS
Τιμή:
€3.675/3.840/3.890
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
1.965/2.025/2.040
Ύψος (mm):
1.075/1.135/1.330
Μεταξόνιο (mm):
1.350/1.360/1.370
Απόσταση από το έδαφος (mm):
165/165/190
Ύψος σέλας (mm):
780/795/810
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο σωληνωτό χωροδικτύωμα
Πλάτος (mm):
785/830/820
Βάρος κατασκευαστή (kg):
140/150/155
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
16/-
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος, μονοκύλινδρος με 2ΕΕΚ, 4 βαλβίδες και αντικραδασμικό άξονα
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
78 x 61,2
Χωρητικότητα (cc):
292,4
Σχέση συμπίεσης:
11:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
29/8.500
Ροπή (kg.m/rpm):
2,54/7.000
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
99,17
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικός ψεκασμός της Bosch
Σύστημα εξαγωγής:
1 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με γρανάζια / -
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με αλυσίδα / -
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ με μοχλισμό
Διαδρομή (mm):
-
Ρυθμίσεις:
προφόρτιση
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Αλουμινίου 12 ακτίνων
Ελαστικό:
150/60-17
ΦΡΕΝΟ
Ένας δίσκος 220mm τύπου μαργαρίτα με δαγκάνα ενός εμβόλου και δικάναλο ABS της Bosch
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Μια οθόνη LCD με όλες τις ενδείξεις και δυνατότητα αλλαγής φωτισμού. LED φωτιστικά σώματα, Μονάδα ABS 9.1 της Bosch και θύρα USB
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
100/35
Ρυθμίσεις:
-
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Αλουμινίου 12 ακτίνων
Ελαστικό:
110/70-17
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 300mm με δαγκάνες δύο εμβόλων και δικάναλο ABS της Bosch
   

 

Η ίδια τακτική ακολουθήθηκε για τη δημιουργία και των μεγαλύτερων μοντέλων της Voge, όμως η πλατφόρμα των 500αριών είναι εφοδιασμένη με επώνυμο περιφερειακό εξοπλισμό.

Ξεκινώντας απ’ τον "πυρήνα" των μοτοσυκλετών, ο κινητήρας είναι δικύλινδρος εν σειρά με σχεδόν τετράγωνες διαστάσεις (67 x 66,8) και η χωρητικότητά του φτάνει τα 471cc. Όπως και ο κινητήρας των 292,4cc των μικρότερων μοντέλων, έτσι και αυτός έχει έναν αντικραδασμικό άξονα και ο ψεκασμός είναι της Bosch, ενώ ο λόγος της συμπίεσης είναι λίγο μικρότερος στο 10,6:1. Οι επιδόσεις του βρίσκονται κοντά στη κορυφή της Α2 κατηγορίας διπλώματος, με την ιπποδύναμη να αγγίζει τους 46 ίππους στις 8.500 στροφές και τη ροπή τα 4,33kg.m στις 7.500.

Τόσο το 500R όσο και το 500DS είναι εξοπλισμένα με τις αναρτήσεις της Kayaba. Το ανεστραμμένο πιρούνι δεν ρυθμίζεται, έχει διάμετρο 41 χιλιοστά και η διαδρομή του στο R είναι 127mm, ενώ στο DS φτάνει τα 157. Πίσω το μονό αμορτισέρ με μοχλικό ρυθμίζεται ως προς την προφόρτιση σε έξι θέσεις και η διαδρομή του στο naked είναι 125mm, ενώ στην adventure έκδοση δεν ανακοινώνεται.

Και τα δύο μοντέλα διαθέτουν τροχούς 17 ιντσών με τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης να είναι τα Pirelli Angel (!), τα οποία είναι διπλής σύστασης με υψηλή περιεκτικότητα σε πυρίτιο, στοιχεία που αυξάνουν την χιλιομετρική τους διάρκεια και τις επιδόσεις τους σε στεγνή και βρεγμένη άσφαλτο. Στο τομέα των φρένων η Nissin έχει τον πρώτο λόγο με τις δαγκάνες δύο εμβόλων μπροστά να συνεργάζονται με δύο δίσκους τύπου μαργαρίτα 320mm, ενώ πίσω υπάρχει η δαγκάνα ενός εμβόλου της ίδιας εταιρείας με έναν δίσκο τύπου μαργαρίτα 240mm. Το σύστημα πέδησης ολοκληρώνεται με τη μονάδα 9.1 ABS της Bosch, που υπάρχει και στις μικρότερες εκδόσεις.

Τα όργανα του 500R αποτελούνται από μια LCD οθόνη με όλες τις ενδείξεις, ενώ στο 500DS είναι πιο προηγμένα καθώς διαθέτουν μια έγχρωμη οθόνη TFT με δυνατότητα σύνδεσης με smartphone μέσω Bluetooth, ενώ έχουν μέχρι και ένδειξη για την πίεση των ελαστικών!

Οι διαφορές των δύο μοντέλων επεκτείνονται και στο πλαίσιο, αφού αυτό του 500DS έχει ενισχυθεί περισσότερο στο λαιμό, όντας μια adventure μοτοσυκλέτα. Απ’ την άλλη, το ψαλίδι του 500R έχει κατασκευαστεί με τη μέθοδο ψυχρής διαμόρφωσης του μετάλλου για να επιτευχθεί η ανάλογη αντοχή και ακαμψία που χρειάζεται μια naked μοτοσυκλέτα.

Η Voge έχει δημιουργήσει μια επιπλέον έκδοση του 500DS, το ACC με τρεις βαλίτσες, θέλοντας να αναδείξει περισσότερο τις ταξιδιωτικές δυνατότητες της adventure μοτοσυκλέτας της. Το ρεζερβουάρ είναι 17 λίτρων και το ανακοινωμένο βάρος για όλες τις εκδόσεις είναι κάτω από 200 κιλά, χωρίς να διευκρινίζεται αν είναι με ή χωρίς υγρά.

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ 500R/500DS
Τιμή:
€5.895/5.995 (6.495 η έκδοση ACC του 500DS με τον επιπλέον εξοπλισμό)
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.100/2.115
Ύψος (mm):
1.090/1.390
Μεταξόνιο (mm):
1.450/1.460
Απόσταση από το έδαφος (mm):
160/185
Ύψος σέλας (mm):
185/820
Ίχνος (mm):
-
Γωνία κάστερ (˚):
-
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο σωληνωτό χωροδικτύωμα
Πλάτος (mm):
770/850
Βάρος κατασκευαστή (kg):
181/188
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
17/-
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος, δικύλινδρος εν σειρα με 2ΕΕΚ, 4Β/Κ και αντικραδασμικό άξονα
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
67 x 66,8
Χωρητικότητα (cc):
471
Σχέση συμπίεσης:
10,6:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
46/8.500
Ροπή (kg.m/rpm):
4,33/7.000
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
97,66
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικός ψεκασμός της Bosch
Σύστημα εξαγωγής:
2 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με γρανάζια / -
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με αλυσίδα / -
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ ΚΥΒ με μοχλισμό
Διαδρομή (mm):
125/-
Ρυθμίσεις:
Προφόρτισης σε έξι θέσεις
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Αλουμινίου 12 ακτίνων
Ελαστικό:
160/60-17 Pirelli Angel
ΦΡΕΝΟ
Ένας δίσκος 240mm τύπου μαργαρίτα με δαγκάνα ενός εμβόλου της Nissin και δικάναλο ABS της Bosch
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Μια οθόνη LCD με όλες τις ενδείξεις, δυνατότητα αλλαγής φωτισμού και φωτοευαίσθητο αισθητήρα. LED φωτιστικά σώματα, Μονάδα ABS 9.1 της Bosch και θύρα USB.
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι KYB
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
127/41 / 156/41
Ρυθμίσεις:
-
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Αλουμινίου 12 ακτίνων
Ελαστικό:
120/70-17 Pirelli Angel
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 320mm με δαγκάνες δύο εμβόλων της Nissin και δικάναλο ABS της Bosch
 
  

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

H Voge Motorcycles στην Ελλάδα!

 

Καλωσορίστε το νέο premium brand μοτοσυκλετών που παροτρύνει την εξερεύνηση και την περιπέτεια, και αντιπροσωπεύει τη διασκέδαση, τη δυναμική και την ελευθερία. Είστε έτοιμοι να ξεπεράσετε τα όρια;

Η εταιρεία Mototrend SA με χαρά ανακοινώνει την διάθεση στη χώρα μας των μοτοσυκλετών της Voge που χαρακτηρίζονται από ποιότητα σε κάθε επίπεδο!

Η Voge Motorcycles δημιουργήθηκε από τη Loncin Industries Ltd, με απώτερο στόχο την κυριαρχία στην κατηγορία των πολυτελών μοτοσυκλετών μεσαίου κυβισμού. Σε πρώτη φάση, η γκάμα της Voge περιλαμβάνει μοτοσυκλέτες Street και Street Adventure με μονοκύλινδρους και δικύλινδρους σε σειρά κινητήρες 300 και 500cc αντίστοιχα. Μοτοσυκλέτες με σημασία στη λεπτομέρεια, μοναδικό φινίρισμα και συναρμογή υλικών, μοτοσυκλέτες που δημιουργήθηκαν για να κάνουν τη διαφορά και παράλληλα να αποτελέσουν σημείο αναφοράς στην κατηγορία τους και όχι μόνο.

Από τις αρχές Μαΐου, η Voge Motorcycles ξεκινά την παρουσία της στην Ελληνική αγορά με 4 μοντέλα, τα street naked 300R/500R, το adventure 500DS και το modern classic 300AC, ενώ ένα μήνα αργότερα θα ακολουθήσει και το adventure 300DS. Όλα διαθέτουν δικάναλο ABS της Bosch, ασύμμετρα ψαλίδια, φρένα της Nissin (500cc), αναρτήσεις της KYB, φώτα τεχνολογίας LED και τα μηχανικά τους σύνολα χαρακτηρίζονται από 2 ΕΕΚ, τετραβάλβιδες κεφαλές και συστήματα ηλεκτρονικού ψεκασμού. Κοινό τους χαρακτηριστικό η απτή ποιότητα κατασκευής, που εγγυάται premium χαρακτήρα και μοναδική αξιοπιστία σε βάθος χρόνου.

Η Voge Motorcycles ήρθε για να προσφέρει τον ιδανικό συνδυασμό στη σχέση αξίας - τιμής και να δώσει τη δυνατότητα σε όλο τον κόσμο να απολαμβάνει καθημερινά μετακίνηση σε άλλο επίπεδο!

«Δεν φτιάχνουμε μόνο μοτοσικλέτες. Δημιουργούμε πάθος, κυνηγάμε την ελευθερία, οδηγούμε προς το μέλλον. Μαζί».

Together, we ride.

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες