DragonΤΤ MP1 DYNAMIC-CL: Ένα ξεχωριστό τρίροδο! [video]
Ένα "κοκτέιλ" από δυο διαφορετικούς κόσμους
Από τον
Πάνο Καραβοκύρη
21/4/2020
Οι περισσότεροι από εσάς θα θυμάστε ότι στις αρχές της νέας χιλιετίας, η BMW είχε δημιουργήσει μια απ’ τις μεγαλύτερες…αποτυχίες της στον κόσμο των δύο τροχών. Αναφερόμαστε φυσικά στο σκούτερ της BMW, το C1, που αντιπροσώπευε την προσπάθεια της βαυαρικής εταιρείας να συνδυάσει τα θετικά απ’ τον κόσμο των αυτοκινήτων με αυτά των δικύκλων. Ωστόσο, το C1 δεν κατάφερε ποτέ να σημειώσει τις απαραίτητες πωλήσεις ώστε να συνεχιστεί η εξέλιξή του και γρήγορα αποσύρθηκε.
To C1 της BMW
Από την άλλη, η DragonTT είναι μια ισπανική εταιρεία, με πάνω από 20 χρόνια εμπειρίας στο σχεδιασμό μοτοσυκλετών και κατά καιρούς έχει παρουσιάσει διάφορες πρωτότυπες μοτοσυκλέτες, ενώ παράλληλα δέχεται και παραγγελίες για τη δημιουργία custom μοτοσυκλετών. Πώς συνδυάζονται όλα τα παρπάνω;
Με το MP1 DYNAMIC-CL που πρόσθεσε στην γκάμα της η Dragon TT για το 2020, το οποίο είναι διαθέσιμο σε δύο εκδόσεις κυβισμού, μια των 330cc και μια 493cc. Σχεδιαστικά, μπορεί να θυμίζει το C1 της BMW, όμως υπάρχουν αρκετές διαφορές που το ξεχωρίζουν. Αρχικά, η πρόσβαση στο σκούτερ της DragonTT γίνεται σηκώνοντας ολόκληρο πάνω μέρος, με τον ίδιο τρόπο που ανοίγουν οι πόρτες μιας Lamborghini. Οπότε, με το κουβούκλιο να ανοίγει προς τα πάνω, η εταιρεία αναφέρει πως έτσι δεν χάνεται το πλεονέκτημα που έχουν όλες οι μοτοσυκλέτες και τα σκούτερ, να σταθμεύουν ανάμεσα σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα.
Σε αντίθεση με το C1, το MP1 απομονώνει περισσότερο τον αναβάτη απ’ το περιβάλλον, αφού διαθέτει πλαϊνά παράθυρα – δεν κατεβαίνουν – και έτσι σου δίνει την αίσθηση ότι βρίσκεσαι μέσα σε αυτοκίνητο, χωρίς όμως να παρέχει την αντίστοιχη παθητική ασφάλεια που σου χαρίζουν τα “μεταλλικά κουτιά”. Πέρα απ’ τον υαλοκαθαριστήρα που έχει απ’ την έξω πλευρά του παρμπρίζ, υπάρχει και ένας εσωτερικός για να αφαιρεί την εσωτερική υγρασία που δημιουργείται απ’ τη θερμότητα του σώματος του αναβάτη το χειμώνα.
Για τη δημιουργία του MP1 DYNAMIC-CL, η ισπανική εταιρεία χρησιμοποιεί ως βάση τα MP3 300 και 500, τα οποία ξεπερνούν σε βάρος τα 250 κιλά όπως αναφέρει η Piaggio. Όπως καταλαβαίνετε, με την προσθήκη του κουβούκλιου το βάρος μπορεί να έρθει πολύ κοντά στα 300 κιλά και γι’ αυτό η DragonTT έχει στον προαιρετικό εξοπλισμό και την όπισθεν. Οι επιδόσεις των σκούτερ της DragonTT συγκριτικά με αυτές των MP3 της Piaggio είναι ίδιες, όμως οι επιταχύνσεις και η τελική του MP1 θα είναι σίγουρα υποδεέστερες από αυτές των MP3, λόγω της αναλογίας κιλών ανά ίππων που έχει αυξηθεί. Ο αποθηκευτικός χώρος των 70 λίτρων (!) βρίσκεται πίσω απ’ το κάθισμα του αναβάτη, το οποίο μπορεί να αφαιρεθεί ώστε να δημιουργηθεί χώρος για συνεπιβάτη, ενώ για τις κρύες μέρες του χρόνου, το MP1 υπόσχεται να σας κρατά ζεστούς καθώς διαθέτει και θέρμανση.
Τα τελευταία περίπου 20 χρόνια, τα σκούτερ μέσα απ’ την ευκολία της οδήγησης, τους αποθηκευτικούς χώρους και την άνεση που προσφέρουν, αποτελούν πύλη εισόδου στον κόσμο των δικύκλων για όσους οδηγούσαν μια ζωή αυτοκίνητο. Από τότε που δημιουργήθηκε το MP3 τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο εύκολα, χάρη στην ασφάλεια που προσφέρουν οι τρεις τροχοί. Η δημιουργία ενός σκούτερ που συνδυάζει τα θετικά των αυτοκινήτων και των δικύκλων είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο κοκτέιλ και για να πετύχει θέλει μεγάλη μαεστρία. Σίγουρα η προσπάθεια της DragonTT κεντρίζει το ενδιαφέρον, όμως με το κόστος απόκτησης να ξεκινά απ’ τις 19.000 ευρώ, δεν μπορείς να πεις ότι σου ανοίγει την όρεξη να δοκιμάσεις ένα νέο κοκτέιλ…
SYM TTLBT 2026: Το οδηγούμε στη Σαρδηνία! Παρουσίαση και πρώτες εντυπώσεις
Η ταξιδιωτική εκδοχή του sport σκούτερ της SYM
Από τον
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
5/6/2026
Η SYM πιάνει το TL508, το δικύλινδρο σπορ σκούτερ με τον κινητήρα τοποθετημένο στο κέντρο, έναν δηλαδή ανταγωνιστή του TMAX, όπως είναι και το AK575 της KYMCO και δημιουργεί κάτι ολότελα νέο. Στόχος μία ταξιδιωτική έκδοση του μεγάλου της σκούτερ που καταλήγει όμως ένα τελείως νέο μοντέλο. Ο ανταγωνισμός του παραμένει εστιασμένος και αναπόφευκτα περιλαμβάνει και το ίδιο το TL με τη SYM να το αντιμετωπίζει λίγο διαφορετικά, κάθε ένα TTLBT εκεί έξω είναι ένα λιγότερο μοντέλο για τον ανταγωνισμό.
Επιλέγοντας τη Σαρδηνία για την παρουσίαση, μαζί με το CRUISYM 400, δημιούργησε προσδοκίες σε εμάς τους παλαιότερους που κάθε χρόνο θα πάμε τουλάχιστον μία φορά στο νησί αυτό, το δεύτερο μεγαλύτερο της Μεσογείου. Για να γίνεται εκεί σημαίνει πως θα πάμε για να στρίψουμε, διαφορετικά θα μπορούσε να το κάνει πέριξ των μεγάλων πόλεων Ιταλίας στον Βορρά, που τέτοια εποχή έχουν πάντα καλό καιρό και προσφέρουν εγγύτητα μεγάλων αεροδρομίων με απευθείας συνδέσεις. Η Σαρδηνία είναι συνυφασμένη στον μοτοσυκλετιστικό κόσμο με ατελείωτες στροφές και δρόμους δίχως ιδιαίτερη κίνηση προς την ενδοχώρα, μακριά από τις δαντελωτές παραλίες, όπου μπορείς να απολαύσεις γρήγορη οδήγηση με ελάχιστες και κατά περίπτωση με ακριβώς μηδέν ευθείες σε μήκος πολλών χιλιομέτρων. Διάσημη η διαδρομή χωρίς ευθεία στον Νότο και μάλιστα από τις λίγες δίπλα στη θάλασσα χωρίς καθόλου κίνηση, κάποιοι έχουν βγει από εκεί μέσα με ναυτία.
Δυστυχώς οι Ιταλοί πίσω από τη διοργάνωση της αποστολής δεν εστίασαν τόσο πολύ στη διαδρομή όσο επέτρεπε η τοποθεσία, ούτε είχαν πολλά μοντέλα ώστε να μπορούμε να οδηγήσουμε περισσότερο, αντιθέτως μας χώριζαν σε πολλά μικρότερα γκρουπ συμπιέζοντας τον χρόνο οδήγησης. Ευτυχώς όμως συνεννοηθήκαμε με τον πλοηγό μας, τοπικό ήρωα της περιοχής και παγκόσμιο πρωταθλητή με δύο ομαδικούς τίτλους Enduro στο 6Days, ώστε να πάρουμε το μέγιστο δυνατό από τον χρόνο μας με κάθε μοντέλο. Για το CRUISYM 400 ακολουθεί ξεχωριστό άρθρο, μιας και οδηγικά έχουν τεράστια διαφορά από το TTLBT.
Μικρή διαφορά υπάρχει οδηγικά ανάμεσα και στο TL και στο TTLBT με περισσότερη αδράνεια στο γυροσκοπικό και πιο αργές αντιδράσεις στην αλλαγή κατεύθυνσης από στροφή σε στροφή, όμως οι σπορ καταβολές του παραμένουν. Το παραπάνω αναφέρεται μόνο συγκριτικά ανάμεσα στις δύο εκδόσεις και όχι με την έννοια πως το TTLBT δεν είναι ένα σπορ σκούτερ, κάθε άλλο. Το βασικό χαρακτηριστικό είναι πως δεν έχεις εκείνη την ταλάντωση από τον πίσω τροχό αν πιέσεις να στρίψεις με φόρα ή αν πάρεις νωρίς το γκάζι.
Ξεκάθαρα ένα προβάδισμα της γεωμετρίας, πιο κοντά σε μοτοσυκλέτα παρά σε σκούτερ, με τον κινητήρα να είναι τοποθετημένος στο κέντρο και να μην επηρεάζει τη λειτουργία της ανάρτησης. Ενισχυμένο είναι και το πλαίσιο έτσι ώστε να μην υπάρχουν τόσο έντονες στρεβλώσεις, από όσο θα περίμενες εξαιτίας όγκου και το σημαντικότερο μία προοδευτική συμπίεση από το πιρούνι εμπρός με γρήγορη επαναφορά, περισσότερο προσανατολισμένη στη γρήγορη οδήγηση και λιγότερο στο ταξίδι. Αυτό όμως δεν δημιουργεί κανένα ζήτημα κούρασης, αν και οι δρόμοι εκεί δεν έχουν σαμαράκια ή λακκούβες, πίσω η σπορ συμπεριφορά ενδεχομένως να κουράσει τον συνεπιβάτη, αλλά μόνο αν ο οδηγός αποφασίσει να κρατήσει τον γρήγορο ρυθμό που έχει τη δυνατότητα να υποστηρίξει το TTLBT. Διότι στα αρχικά στάδια της διαδρομής του παράκεντρα και οριζόντια τοποθετημένου αμορτισέρ, η προοδευτικότητα είναι εξαιρετική χωρίς απότομες αντιδράσεις πίσω. Μετά η επαναφορά είναι πιο απότομη, κάτι που θα απασχολήσει μόνο σε πιο γρήγορο ρυθμό ή σε μεγάλα σαμαράκια όπου δεν κλείνει το γκάζι.
Το καλό με το TTLBT είναι πως πρόκειται για μία έκδοση που έχει όλο τον εξοπλισμό φορεμένο, μαζί με τις βαλίτσες φυσικά και με τον τρόπο αυτό δικαιολογεί και το όνομά του που βγαίνει από την λέξη «Tartaruga» που στα Ιταλικά σημαίνει χελώνα. Για τους Ταϊβανέζους η Χελώνα είναι ένα πραγματικό σύμβολο δύναμης, σταθερότητας και κομψότητας, δεν είναι κάτι που έχει συσχετιστεί με τη βραδύτητα της κίνησής της, όπως σε εμάς εδώ και δεν μπορούν να αντιληφθούν το παράδοξο να θες να ταυτίσεις ένα σκούτερ με σπορ καταβολές με μία χελώνα. Ισχύει αντίστοιχα και για τον ελέφαντα που άλλους συσχετισμούς δημιουργεί σε εμάς και τελείως διαφορετικούς στην δική τους κουλτούρα. Με βάση το δικό τους σκεπτικό όμως, της δύναμης, της σταθερότητας και της κομψότητας, το TTLBT μένει πιστό στην ονομασία του.
Ο δικύλινδρος εν σειρά κινητήρας, παράλληλα τοποθετημένος στο έδαφος, αποδίδει 45,5 ίππους και 5 kg.m ροπής χρησιμοποιώντας φυγοκεντρικό συμπλέκτη σε μπάνιο του λαδιού κινητήρα. Η τοποθέτησή του στο κέντρο του σκούτερ με το ρεζερβουάρ από πάνω συγκεντρώνει το κέντρο βάρους κοντά στο γεωμετρικό κέντρο δίνοντας ένα ουδέτερο σύνολο που μπορεί εύκολα να υπακούσει στη γρήγορη οδήγηση, ανεξαρτήτως του στιλ οδήγησης.
Η σέλα είναι χαμηλά τοποθετημένη στα 780 χλστ από το έδαφος και ενιαία με του συνεπιβάτη, με το διαχωριστικό να ρυθμίζεται σε 3 θέσεις, οριοθετώντας τον χώρο αναβάτη-συνεπιβάτη στο επιθυμητό για τον καθένα. Ανοιγόμενη από μπροστά προς τα πίσω, αποκαλύπτει έναν αποθηκευτικό χώρο για ένα full-face κράνος, την ίδια στιγμή που το κεντρικά τοποθετημένο ρεζερβουάρ έχει 16 λίτρα χωρητικότητας, δηλαδή ικανοποιητική ποσότητα βενζίνης ώστε είτε στην καθημερινή χρήση να καλύπτεις μεγάλες αποστάσεις χωρίς καθημερινό γέμισμα, είτε στα ταξίδια να μεγαλώσεις τον χρόνο μεταξύ των απαραίτητων στάσεων.
Μιλώντας για ταξιδιωτική χρήση είναι σημαντικό πως υπάρχει cruise control που ενεργοποιείται βέβαια από τα 50 χ.α.ω και μέχρι τα 130 χ.α.ω και, αν κάποιος θέλει να ρυθμίζει πάνω-κάτω από τα κουμπιά, τότε ας σημειώσει πως αυτό γίνεται με βήμα 2 χιλιομέτρων. Αντίστοιχα καλοδεχούμενος είναι ο εξοπλισμός με τα θερμαινόμενα γκριπ σε 4 βαθμίδες και την ηλεκτρικά ρυθμιζόμενη ζελατίνα με συνολική απόσταση 126χλστ. Τα θερμαινόμενα γκριπ φτάνουν μέχρι 50ο C που σημαίνει πως ακόμη και το πιο χοντρό γάντι, δεν θα είναι εμπόδιο στη λειτουργία τους.
Το πακέτο ηλεκτρονικών επεκτείνεται με επώνυμα βοηθήματα οδήγησης από τη Bosch με προσαρμογή στην κλίση της μοτοσυκλέτας. Έχουμε λοιπόν Cornering ABS και Traction Control το οποίο εύκολα απενεργοποιείται. Η λειτουργία τους βασίζεται στην μονάδα 9.3 της Bosch άρα δεν είναι τελευταίας γενιάς, όμως πλήρως επαρκεί για τα δεδομένα της κατηγορίας αυτής και των αναγκών που δημιουργεί η δεδομένη ιπποδύναμη.
Από την στιγμή που υπάρχουν τα ηλεκτρονικά που διαβάζουν την κλίση του σκούτερ, εύκολο ήταν να προστεθεί και αντίστοιχα ελεγχόμενη δέσμη φωτός στους εμπρόσθιους προβολείς ώστε να φωτίζουν καλύτερα το εσωτερικό της στροφής χωρίς όμως να ενοχλούν όσους έρχονται από το αντίθετο ρεύμα. Αυτό σημαίνει πως ανάβουν διαδοχικά τα LED εσωτερικά καθορίζοντας το εύρος της δέσμης, από τις 13ο κλίσης και πάνω, οπότε δεν αρχίζουν να παίζουν τα φώτα πλαγιάζοντας απλά στο πλαϊνό σταντ.
Υπάρχει και ασύρματο κλειδί το οποίο είναι εξοπλισμένο με σύστημα NFC οπότε, αν τελειώσει η μπαταρία του ή αν υπάρχει πρόβλημα στον δέκτη του σκούτερ, τότε ακουμπάς το κλειδί εσωτερικά του φαίρινγκ στο ύψος της τροφοδοσίας αέρα και ξεκλειδώνεις, όπως δηλαδή συμβαίνει στη συντριπτική πλειοψηφία των μοντέλων μοτοσυκλετών και σκούτερ με ασύρματο κλειδί. Υπάρχει βέβαια και φυσικό κλειδί που αποκαλύπτεται εύκολα.
Υπάρχουν δύο χαρτογραφήσεις κινητήρα, η πλήρους δύναμης και μία με πιο ομαλή απόκριση που κρατά τις στροφές έως τις 5.500 για να μη γλιστρά εύκολα ο πίσω τροχός. Η εναλλαγή όμως γίνεται μέσα από καταστάσεις λειτουργίας όπου οι δύο πρώτες είναι ακριβώς ίδιες, απλά η κίτρινη είναι με ενεργό το Traction Control και η μπλε χωρίς. Δεν απενεργοποιείται το Traction Control από κάποιον διακόπτη για αυτή τη δουλειά, ενώ η παρέμβασή του είναι αρκετά ήπια ώστε να μην έχει μεγάλο νόημα η κατάσταση λειτουργίας “RAIN”. Φυσικά αυτό ισχύει στη φανταστική άσφαλτο με την οποία είναι στρωμένη η Σαρδηνία, ένας από τους λόγους επιλογής της ως μοτοσυκλετιστικού τουρισμού. Θα δούμε σε δοκιμή στην Ελλάδα την παρέμβαση του traction control, σε συνδυασμό με την αναγκαιότητα της χαρτογράφησης “RAIN”.
Η έγχρωμη οθόνη TFT 7 ιντσών προσφέρει πλήρη συνδεσιμότητα μέσω Bluetooth με διπλή σύνδεση για κινητό και ακουστικά. Υπάρχει και καλύτερος τρόπος με Apple CarPlay για κατόχους IPhone. Δεν υπάρχει αντίστοιχα το Android Auto που δεν δίνει -ακόμη- πιστοποίηση για τοποθέτηση σε δίκυκλα. Από τους διακόπτες ο αναβάτης μπορεί κάλλιστα να ρυθμίσει ένταση μουσικής, πλοήγηση στο μενού κτλ, ακόμη και να καλέσει στη Siri για φωνητικές εντολές που φυσικά η επιτυχία της εκτέλεσής τους είναι ανάλογη του τρόπου ομιλίας, του περιβάλλοντος και του πόσο αθόρυβο ή όχι είναι το κράνος, καθώς και στην ποιότητα του μικροφώνου της ενδοεπικοινωνίας που έχει επιλέξει ο αναβάτης. Υπάρχουν τρεις διαφορετικές εμφανίσεις για το μενού της οθόνης και τις χαρακτηρίζει πλήρως η πολυφωνία και τα έντονα χρώματα που για ορισμένους αναβάτες είναι κουραστικό.
Η SYM ήθελε οι πλαϊνές βαλίτσες να μην προεξέχουν πολύ από το φαίρινγκ ώστε η ευελιξία να παραμένει και να μην τις αφαιρεί ο αναβάτης, ουσιαστικά ακυρώνοντας μία βασική διαφορά από την πιο σπορ έκδοση. Για αυτό έχουν 14,4 και 13,6 λίτρα χωρητικότητας ενώ, παρόλο που η πρόθεση είναι να μην τις αφαιρείς συχνά, η τοποθέτησή τους είναι πανεύκολη, όπως και το αντίστροφο. Ευρύχωρο ντουλαπάκι εμπρός και κεντρική τοποθέτηση USB φόρτισης για πρόσθετο εξοπλισμό, με καλή συναρμογή για κάθε ανοιγόμενο πορτάκι κλείνοντας χωρίς να χρειάζεται να κοπανάς για δεύτερη φορά.
Για εκείνον που θέλει να παραμείνει στην οικογένεια των σκούτερ θέλοντας να προσθέσει περισσότερα ταξίδια, το νέο TTLBT είναι μία ιδιαίτερα ελκυστική επιλογή, τόσο οδηγικά και σε ευκολίες φόρτωσης, όσο και από πλευράς εξοπλισμού. Με μπόλικο χώρο στη σέλα για δύο άτομα, με τον δεύτερο να μην κάθεται πίσω αλλά πάνω από τον άξονα του πίσω τροχού, επηρεάζοντας λιγότερο τη συμπεριφορά στην οδήγηση και μία μεγάλη σχάρα για μπόλικες αποσκευές, το TTLBT είναι έτοιμο για αποδράσεις του Σαββατοκύριακου συνεχίζοντας να αποτελεί το καθημερινό όχημα όλες τις άλλες ημέρες.
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Κινητήρας
Δικύλινδρος εν σειρά, τετράχρονος υγρόψυκτος, οριζόντια τοποθετημένος, με δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους και 4 βαλβίδες ανά κύλινδρο
Χωρητικότητα
508 c.c.
Διάμετρος x Διαδρομή
68 x 70 mm
Ιπποδύναμη
33.5 kW (45,5 PS – 44 hp) / 6,750 rpm
Ροπή
49.9 Nm (5 kg.m) / 5,250 rpm
Τροφοδοσία
E.F.I.
Μετάδοση
C.V.T.
Ανάρτηση Εμπρός
Ανεστραμμένο πιρούνι 41 χλστ με διαδρομή 109 χλστ.