Η "γη της διασκέδασης" (Land of Joy κατά την Ducati) απέκτησε νέους κατοίκους και η οικογένεια των Scrambler νέα μέλη! Το μεγαλύτερο σε κυβισμό αερόψυκτο, δικύλινδρο V-90°, desmo μοτέρ των Ιταλών, βρήκε νέα στέγη στο μεγαλύτερο Scrambler που έχει δει το φως της παραγωγής. Ο κινητήρας των 1.079 κυβικών παράγει 86 ίππους στις 7.500 στροφές και 9 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις 4.750 αντίστοιχα, με πλήρως ηλεκτρονικό έλεγχο του γκαζιού (throttle by wire) και ένα σώμα ψεκασμού διαμέτρου 55mm.
Ο ηλεκτρονικός έλεγχος στο γκάζι επέτρεψε στην Ducati να προσθέσει και ένα πλούσιο για την κατηγορία ηλεκτρονικό πακέτο, όπως οι τρεις διαφορετικοί χάρτες της απόδοσης και το traction control, ενώ τα Scrambler 1100 είναι τα πρώτα Scrambler (αλλά και οι πρώτες μοτοσυκλέτες της κατηγορίας των retro style) που διαθέτουν cornering ABS της Bosch! Οι αναβαθμίσεις όμως που φέρουν τα μεγαλύτερα μέλη της οικογένειας δεν σταματούν εκεί. Τα 1100 διαθέτουν δύο δισκόφρενα εμπρός, με δίσκους 320mm και ακτινικές δαγκάνες τις Brembo, ενώ τα δύο τελικά των εξατμίσεων ανεβαίνουν ψηλά και βγαίνουν κάτω από τη σέλα, θυμίζοντας αρκετά τα αντίστοιχα των αερόψυκτων Monster. Το ρεζερβουάρ έχει ελαφρώς διαφορετικό σχήμα και μεγαλύτερο μέγεθος, ενώ και ο προβολέας απέκτησε ένα διακοσμητικό "Χ" που τονίζει ξεκάθαρα την οικογενειακή ταυτότητα.
Οι διακόπτες με το τιμόνι είναι κι αυτά διαφορετικά από των υπόλοιπων Scrambler (με ενδεχομένως αντίστοιχα οφέλη και στην θέση οδήγησης, αλλά αυτό είναι κάτι που θα διαπιστώσουμε στην πρώτη οδηγική επαφή με την μοτοσυκλέτα). Διαφορετικής σχεδίασης είναι και το ψηφιακό όργανό, το οποίο απέκτησε μια… επέκταση στην οποία αναγράφονται η ταχύτητα, η επιλεγμένη σχέση και άλλες ενδείξεις, αφήνοντας χώρο στην κεντρική στρογγυλή οθόνη για τις επιπλέον ενδείξεις των riding modes και του traction control. Η μοτοσυκλέτα έχει διαφορετικά γεωμετρικά χαρακτηριστικά, καθώς πέρα από το πλαίσιο που δείχνει να μην έχει αλλάξει ριζικά, το ψαλίδι είναι μεγαλύτερο και πιο ογκώδες, αλλά ακολουθεί την βασική σχεδιαστική αρχιτεκτονική του τύπου "gull arm".
Η έκδοση Special διαφέρει στις μαύρες ακτινωτές ζάντες που διαθέτει, (αντί των χυτών αλουμινένιων της βασικής έκδοσης), στα αλουμινένια φτερά και στις χρωμιομένες εξατμίσεις, ενώ θα διατίθεται σε ένα μόνο χρώμα (το "custom grey" όπως το ονομάζει η Ducati που είναι σχεδόν ίδιο με το "liquid concrete" που είδαμε για πρώτη φορά στο Monster 1200S) με ανοδιωμένα τα διακοσμητικά του ρεζερβουάρ. Επίσης βουρτσισμένο είναι και το ψαλίδι, οι μπουκάλες του πιρουνιού έχουν χρυσαφί επίστρωση, ενώ το μεταβλητής διατομής τιμόνι είναι διαφορετικό και πιο χαμηλό, όπως διαφορετικό είναι και το κάλυμμα της σέλας που μοιάζει με αυτό της έκδοσης classic των Scrambler.
Η τρίτη εναλλακτική των Scrambler 1100 είναι η έκδοση Sport, ξεχωρίζει από το μαύρο χρώμα της (viper black) και τις δύο κίτρινες ρίγες που διατρέχουν την μοτοσυκλέτα από το μπροστινό φτερό και το ρεζερβουάρ, μέχρι το πίσω φτερό, ενώ κίτρινο είναι και το σημείο που κουμπώνουν τα διακοσμητικά του ρεζερβουάρ. Η σημαντικότερη όμως διαφορά αφορά τις αναρτήσεις, καθώς το πιρούνι και το αμορτισέρ έρχονται από την Öhlins, ενώ το τιμόνι είναι ίδιο με της έκδοσης Special.
Ducati Panigale V4 & V4 S 2025 - Ο Toprak τους "έφαγε" το μονόμπρατσο [VIDEO]
Αντίο και στα "βράγχια" του φαίρινγκ - Η λειτουργικότητα και οι επιδόσεις πάνω από οποιαδήποτε αισθητική ένσταση
Από τον
Γιάννη Τσινάβο
26/7/2024
Η αισθητική ταυτότητα, οι ιδιαίτερες λύσεις και η μοναδικότητα, είναι στοιχεία που πολλές φορές αποτελούν ιερά κείμενα και "άβατο" για τις εταιρείες μοτοσυκλέτας, που διατηρούν τα σήματα κατατεθέντα τους ως κόρη οφθαλμού, μην τολμώντας να τα αγγίξουν και προσβάλλουν την ταυτότητα μιας μοτοσυκλέτας, και τους die-hard οπαδούς του εργοστασίου. Κάπου εδώ έρχεται η Ducati να φέρει τα πάνω-κάτω, βάζοντας πάνω απ' όλα τη λειτουργικότητα και τις απόλυτες επιδόσεις, και βάζοντας στο χρονοντούλαπο λύσεις όπως το Desmo -τουλάχιστον στα Multistrada V4 & Diavel V4, για ρύθμιση βαλβίδων κάθε 60.000 χλμ.- και το μονόμπρατσο ψαλίδι στα Panigale V4, V4S -και V2 που έρχεται-, για μικρότερο βάρος, βελτιωμένη ακαμψία και φυσικά για κορυφαίους χρόνους στην πίστα.
Ο Toprak με την BMW και τις 10 συνεχόμενες νίκες του είναι απλά μια αφορμή, το θέμα είναι η εμμονή της Ducati με τη συνεχή τεχνολογική εξέλιξη και με τις επιδόσεις, ώστε να μπορέσει παρά την "τιμωρία της" για τις επιτυχίες της από τη Dorna η οποία φόρτωσε με έρμα τις Panigale του WorldSBK να συνεχίσει να κυριαρχεί στο Παγκόσμιο αλλά και στα επιμέρους Εθνικά Πρωταθλήματα, αυγατίζοντας νίκες και τίτλους, και εξυψώνοντας ακόμα περισσότερο τις αγωνιστικές περγαμηνές του εργοστασίου.
Για να σχεδιάσουν το Panigale V4 του 2025, οι άνθρωποι που εργάζονται στο Centro Stile Ducati πήραν έμπνευση για ακόμη μία φορά από το θρυλικό μοντέλο της ιταλικής εταιρείας, το 916. Η διαφορετικότητα έγκειται στο γεγονός πως οι σχεδιαστές έπρεπε να ενσωματώσουν τις σύγχρονες τεχνολογίες -αεροδυναμικά βοηθήματα κλπ.- ακολουθώντας τον σχεδιασμό του παρελθόντος ωστόσο η έλλειψεη μονόμπρατσου είναι αυτό που έχει ήδη ξενίσει τους φίλους της εταιρείας, οι οποίοι βλέπουν την Panigale να χάνει την ιδιαίτερη ταυτότητά της, θυμίζοντας αρκετά generic ιαπωνικές μοτοσυκλέτες, στον βωμό των απόλυτων επιδόσεων.
Με την πρώτη ματιά βλέποντας το Panigale V4 δεν δείχνει η ομορφότερη μοτοσυκλέτα που έβγαλε το Borgo Panigale ενώ το μάτι "σκαλώνει" ανάμεσα στο δίμπρατσο ψαλίδι που είναι εντυπωσιακό αισθητικά, με μεγάλη τρύπα που αφήνει να φανεί ο πίσω τροχός, διατηρώντας ένα μικρό μέρος του αισθητικού πλεονεκτήματος του μονόμπρατσου. Σύμφωνα με τους Ιταλούς μηχανικούς το μονόμπρατσο ψαλίδι είχε φτάσει στα όριά του από πλευράς απόδοσης, και με την εξέλιξη που υπάρχει στα ηλεκτρονικά, στις αναρτήσεις και στα ελαστικά ήταν επιβεβλημένη ανάγκη να δοκιμάσουν άλλη λύση. Αυτή που χρησιμοποιούν όλοι οι υπόλοιποι δηλαδή.
Όσον αφορά στον κινητήρα, o V4 Stradale Euro5+ των 1.103 κ. εκ. με το δεσμοδρομικό σύστημα αποδίδει έναν παραπάνο ονομαστικό ίππο, με 216 ίππους στις 13.500 σ.α.λ. (το προηγούμενο μοντέλο απέδιδε 215 / 13.000 rpm) ενώ πτώση έχουμε στη ροπή η οποία αγγίζει τα 12,3 κιλά (στο προηγγούμενο μοντέλο ήταν 12,64) ενώ ανέβηκαν οι στροφές στις οποίες αυτή αποδίδεται από τις 10 χιλιάδες στις 11.250 rpm. Με την αγωνιστική εξάτμιση της Akrapovič μέσα από τον κατάλογο της Ducati Performance η απόδοση φτάνει τους 228 ίππους. Οι άνθρωποι της Ducati τοποθέτησαν εναλλάκτη και αντλία λαδιού από το Panigale V4 R, με το κιβώτιο ταχυτήτων να είναι αυτό το οποίο χρησιμοποιείται στο Superleggera V4.
Όσον αφορά το πλαίσιο και αυτό είναι κατασκευασμένο από το τμήμα Ducati Corse. Αυτό έχει την ίδια δομή του monocoque πλαισίου που έχει και η μοτοσυκλέτα της ιταλικής εταιρείας στο MotoGP, ενώ στο V4 S συναντάμε και της νέας γενιάς αναρτήσεις της Ohlins NPX/TTX.
Με την ημι-ενεργητική λειτουργία Smart 3.0, οι αναρτήσεις ρυθμίζονται σε πραγματικό χρόνο προσφέροντας στον αναβάτη τόσο στην πίστα όσο και στο δρόμο περισσότερες δυνατότητες. Ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο για τις αναρτήσεις της Ohlins είναι ότι αυτές διαθέτουν "shape shifter" το οποίο δουλεύει σε δύο φάσεις: Initial Acceleration -αρχική επιτάχυνση- και την Acceleration -επιτάχυνση- με το σύστημα να ρυθμίζει αυτόματα σε δυο στάδια το ύψος της πίσω ανάρτησης κατά τη διαδικασία της επιτάχυνσης!
Μπορεί στο MotoGP η χειροκίνητη ρύθμιση του ύψους στην πίσω ανάρτηση να φτάνει στο τέλος της με τους νέους κανονισμούς, τώρα όμως η τεχνολογία περνά -με αυτόματη ρύθμιση- στον δρόμο.
Νέα είναι η εργονομία στα Panigale V4 και V4 S, με τον αναβάτη να στηρίζεται καλύτερα στην μοτοσυκλέτα ενώ νέο είναι το πάνω μέρος του ρεζερβουάρ το οποίο τώρα έχει μία μικρή εσοχή στην οποία “φωλιάζει” καλύτερα το κράνος του αναβάτη για καλύτερη κάλυψη όταν αυτός μπει κάτω από την ζελατίνα η οποία σύμφωνα με την Ducati μειώνει την αεροδυναμική αντίσταση κατά 4%.
Αλλαγές έχουμε όμως και στην πέδηση. Στην Panigale V4 βρίσκουμε τις νέες δαγκάνες Hypure της Brembo (που αντικαθιστούν τις Stylema) ενώ αναβάθμιση έχουμε στο σύστημα ABS της Bosch το οποίο τώρα διαθέτει την τεχνολογία Race eCBS. Όσον αφορά αυτό αναλαμβάνει ανάλογα με το τι επιλέξει ο αναβάτης να ενεργοποιήσει το πίσω φρένο κάθε φορά που ο αναβάτης πιέζει τη μανέτα του εμπρός φρένου. Με λίγα λόγια ο αναβάτης έχει να ασχοληθεί μόνο την οδήγηση του στην πίστα.
H Ducati εκτός των άλλων σχεδίασε μία νέα... "σινεμασκόπ" τεράστια σε πλάτος οθόνη οργάνων για τα νέα της μοντέλα. Η ψηφιακή οθόνη 6.9” προσφέρει καλύτερη αναγνωσιμότητα με το προστατευτικό γυαλί να χρησιμοποιεί τεχνολογία Optical Bonding.
Στην οθόνη ο αναβάτης ειδικά στο Track Mode μπορεί να δει ενδείξεις "g-Meter", η οποία δείχνει σε πραγματικό χρόνο την τιμή της πλευρικής επιτάχυνσης κατά την κλίση και κατά μήκος κατά την επιτάχυνση και το φρενάρισμα, "Power & Torque" το οποίο εμφανίζει το ποσοστό της ισχύος και της ροπής σε σύγκριση με τις μέγιστες διαθέσιμες τιμές δεδομένης της σχέσης ταχύτητας και “Lean angle”, που δείχνει τις γωνίες κλίσης που συνοδεύονται από το επίπεδο ανοίγματος του γκαζιού και την πίεση που ασκείται στο φρένο. Full τηλεμετρία για όλους.
Στον τεχνολογικό οπλοστάσιο των V4 και V4 S βρίσκουμε Ducati Traction Control (DTC), Ducati Slide Control (DSC), Ducati Wheelie Control (DWC), Ducati Power Launch (DPL), Ducati Quick Shift (DQS) 2.0, Engine Brake Control (EBC) και το Ducati Vehicle Observer (DVO). Το τελευταίο, χρησιμοποιεί πάνω από 70 αισθητήρες, βελτιώνοντας έτσι τις στρατηγικές ηλεκτρονικού ελέγχου.
Από πλευράς κιλών το Panigale V4 ζυγίζει 191 κιλά με λάδια και ψυκτικό, χωρίς βενζίνη (Curb weight without fuel αναφέρουν οι Ιταλοί) με το V4 S να ζυγίζει 4 κιλά λιγότερα, στα 187 επίσημα κιλά με λάδια και ψυκτικό αλλά χωρίς βενζίνη -2 κιλά λιγότερα από το προηγούμενο V4 S. Τα νέα Panigale V4 και V4 S αναμένονται στις εκθέσεις τον Σεπτέμβριο του 2024, με τους υποψήφιους αγοραστές να έχουν να επιλέξουν πληθώρα αξεσουάρ για την πίστα και όχι μόνο.
Μένει να δούμε τώρα κατά πόσο θα δικαιωθούν οι αλλαγές στα μοντέλα των Ιταλών, πρωτίστως όσον αφορά στις αγωνιστικές επιδόσεις της μοτοσυκλέτας στο WorldSBK, -στην R μορφή της που δεν παρουσιάστηκε ακόμα-, επιδόσεις, νίκες και τίτλοι που θα γλυκάνουν ίσως τις όποιες αισθητικές ενστάσεις, και θα οδηγήσουν παράλληλα και σε καλές πωλήσεις των μοντέλων παραγωγής που αποτελούν τη βάση για τις αγωνιστικές μοτοσυκλέτες του Borgo Panigale.