Νέο Peugeot Metropolis 2021: Νέα ηλεκτρονική εποχή!

Premium και… διασυνδεδεμένο!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

14/9/2020

Στις 8 Σεπτεμβρίου η Peugeot Motorcycles παρουσίασε διαδικτυακά –ελέω κορωνοϊού- το νέο Metropolis του 2021. Πρόκειται για τη νέα γενιά του τρίτροχου σκούτερ του γαλλικού εργοστασίου, το οποίο κατασκευάζεται στις εγκαταστάσεις του Mandeure στο Doubs Γαλλίας.

Πλέον, όχι μόνο πληροί τις προδιαγραφές Euro5, αλλά διαθέτει και σύστημα διασύνδεσης με έξυπνα κινητά, ανοίγοντας νέο κεφάλαιο στην ηλεκτρονική εποχή των Metropolis. Σχεδιαστικά έχει διατηρήσει την οικογενειακή ταυτότητα, αλλά τώρα διαθέτει μια πιο επιθετική και σπορ εμφάνιση, με τους αεραγωγούς που τονίζουν την μάσκα του, τα LED φώτα (υπάρχουν και DRL φώτα ημέρες) με τις μαύρες φάσες ως περίβλημα, θυμίζοντας αιλουροειδές έτοιμο να επιτεθεί. Το πίσω φωτιστικό σώμα ακολουθεί την σχεδιαστική φόρμα "3claw", εμπνευσμένη από το concept car του εργοστασίου, το Instict. Από το τμήμα αυτοκινήτων της Peugeot προέρχεται και η έμπνευση για την σχεδίαση των οργάνων, με μια κεντρική οθόνη TFT οθόνη 5'' που περιβάλλεται από τα αναλογικά ανεστραμμένα όργανα του Peugeot 308, το ταχύμετρο και το στροφόμετρο.

Το πακέτο των φρένων αποτελείται από δύο δισκόφρενα μπροστά και ένα πίσω με ABS της Continental, ενώ η λειτουργία των φρένων είναι συνδυασμένη (SBC, Synchro Braking Concept). Για να παρέχει ακόμα μεγαλύτερη ασφάλεια οδηγού και επιβατών, το Metropolis διαθέτει και το σύστημα φρένου έκτακτης ανάγκης το  οποίο ενεργοποιεί αυτόματα τα προειδοποιητικά φώτα εκτός από τα φώτα στάσης, κάνοντας το σκούτερ πιο ορατό. Αυτό το σύστημα, το οποίο λειτουργεί κάθε φορά που το κοντέρ περνάει τα 50km/h, ενεργοποιείται επίσης όταν το σκούτερ επιβραδύνει σε περισσότερα από 6m/s και στη συνέχεια σβήνει τα φώτα κινδύνου όταν η επιβράδυνση πέσει κάτω από τα 2m/s. Πρόκειται για μια τεχνολογία που αναπτύχθηκε αρχικά στα αυτοκίνητα και είναι η πρώτη φορά που θα υπάρχει διαθέσιμη στην κατηγορία των τρίτροχων σκούτερ.

Το νέο Metropolis θα διαθέτει επίσης και traction control, με δύο επίπεδα επέμβασης (Urban, Sport) και δυνατότητα απενεργοποίησης (Off). Στην τεχνολογική του προίκα συμπεριλαμβάνεται ακόμη και η keyless τεχνολογία η οποία προσφέρει την δυνατότητα εκκίνησης χωρίς επαφή, καθώς και κάθε λειτουργία (όπως το άνοιγμα του χώρου αποθήκευσης, της τάπας του ρεζερβουάρ και την απενεργοποίηση του ηλεκτρικού χειρόφρενου) με το πάτημα ενός κουμπιού.

Το δυνατό όμως τεχνολογικό ατού του Metropolis είναι το σύστημα i-Connect που του προσθέτει νέες δυνατότητες διασύνδεσης. Σε συνδυασμό με τον σχεδιασμό των οργάνων, που έχουν εμπνευστεί από τον αντίστοιχο σχεδιασμό των αυτοκινήτων, έχει γίνει ιδιαίτερη πρόβλεψη για να μην χαμηλώνει το βλέμμα ο αναβάτης από τον δρόμο. Με ένα αριστερόστροφο στροφόμετρο και μια μεγάλη οθόνη TFT πέντε ιντσών, ο αναβάτη έχει πρόσβαση στις δυνατότητες του i-Connect μέσω της εφαρμογής Peugeot Motorcycles. Πιο συγκεκριμένα, η εφαρμογή επιτρέπει στους αναβάτες να συνδέουν το smartphone τους με την ψηφιακή οθόνη και να κάνουν τις απαραίτητες ρυθμίσεις από απόσταση.

Επιπλέον, ο αναβάτης έχει στην διάθεσή του ένα σύστημα πλοήγησης bend-by-bend (στροφή-στροφή) το οποίο είναι ειδικά σχεδιασμένο για το σκούτερ της Peugeot κι έχει πολύ πιο απλοποιημένη λειτουργία από ένα GPS, εστιάζοντας μόνο στις πραγματικά χρήσιμες πληροφορίες. Φυσικά ο χειρισμός των κλήσεων του τηλεφώνου και των μηνυμάτων είναι μέσα στις δυνατότητες της εφαρμογής, ενώ στην TFT οθόνη προβάλλονται και όλες οι πληροφορίες που αφορούν την κατάσταση του Metropolis, όπως η αυτονομία, το επίπεδο στάθμης καυσίμου, η κατανάλωση, το επίπεδο φόρτισης μπαταρίας ή η ημερομηνία και η ώρα. Υπάρχει ακόμη η δυνατότητα τριών χρωματικών επιλογών για την οθόνη, η ένταση του φωτισμού προσαρμόζεται αυτόματα και δίνεται η επιλογή ανάμεσα σε πέντε γλώσσες.

Σε ό,τι αφορά τον κινητήρα 400i LFE, οι Γάλλοι προχώρησαν σε μια ολοκληρωτική ανανέωση προκειμένου να πληροί τις Euro5 προδιαγραφές, για μείωση των τριβών και του βάρους των κινούμενων μερών, αλλά και στην χαρτογράφηση του ψεκασμού για βελτιστοποίηση της απόδοσης και ταυτόχρονη μείωση των εκπομπών ρύπων. Ο ψεκασμός είναι της Dell'Orto, διαθέτει τριοδικό καταλύτη, ενώ η απόδοση φτάνει τους 36 ίππους στις 7.250 στροφές και τα 3,9 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις 5.750 στροφές αντίστοιχα. Σε πολύ καλά επίπεδα βρίσκεται και η κατανάλωση που ανακοινώνει το γαλλικό εργοστάσιο, με 3,9 λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα που ανεβάζουν την αυτονομία του Metropolis στα 300 χιλιόμετρα, έναντι 285 της προηγούμενης έκδοσης. Τέλος, σε ό,τι αφορά τον κινητήρα, έχουν τοποθετηθεί ελαστικές βάσεις για μείωση των κραδασμών.

Παρά το γεγονός ότι η σχεδιαστική ανανέωση έχει προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό, οι βασικές διαστάσεις που έχουν να κάνουν με την εργονομία και την πρακτικότητα δεν έχουν μειωθεί, παραμένοντας στα ίδια επίπεδα με της προηγούμενης γενιάς. Κάτω από τη σέλα ο αποθηκευτικός χώρος έχει χωρητικότητα 17 λίτρων, με δυνατότητα να φιλοξενήσει ένα jet κράνος ή ένα laptop, ενώ ο πίσω αποθηκευτικός χώρος μπορεί να χωρέσει ένα full face κράνος και άλλα ογκώδη αντικείμενα. Και οι δύο χώροι είναι εξοπλισμένοι με ηλεκτρικό σύστημα ανοίγματος, ενώ η θήκη για γάντια έχει χωρητικότητα αποθήκευσης ενός λίτρου και δυνατότητα αποθήκευσης κινητού τηλεφώνου με υποδοχή 12V ή USB, ανάλογα με την επιλογή έκδοσης.

Προς το παρόν το Metropolis θα διατίθεται σε δύο εκδόσεις, την Active και την Allure, αλλά σύμφωνα με τους Γάλλους, ήδη εξελίσσονται περισσότερες εναλλακτικές εκδόσεις, όπως μία πιο σπορ που θα μπει στην παραγωγή το 2021. Οι διαφορές έχουν να κάνουν κυρίως με τον εξοπλισμό, καθώς στο πιο entry level Active έχουν τοποθετηθεί μαύροι τροχοί, συνδυασμένο ABS, παροχή 12V, η TFT οθόνη, μηχανικά ρυθμιζόμενη ζελατίνα, ρυθμιζόμενη πλάτη αναβάτη, διαφορετικού σχεδιασμού ποδόφρενου και μαύρα αντίβαρα τιμονιού. Η πιο ακριβή έκδοση Allure, πέραν του παραπάνω εξοπλισμού, διαθέτει επιπλέον χρωμιομένα αντίβαρα, θύρα USB, μάυρους γυαλιστερούς τροχούς, το σύστημα i-Connect και premioum καθρέφτες.

Εκτός όμως από όλα τα παραπάνω, η Peugeot Motorcycles έχει δημιουργήσει και μια μεγάλη γκάμα από after market αξεσουάρ, όπως η ποδιά για τον αναβάτη, κιτ στήριξης πλάτης, κάλυμμα δαπέδου από ανοξείδωτο ατσάλι, αντικλεπτικό σύστημα ειδικά σχεδιασμένο για το Metropolis, κάλυμμα προστασίας καθίσματος, αδιάβροχο κάλυμμα, top case χωρητικότητας 47 λίτρων στο χρώμα του σκούτερ που περιλαμβάνει πλάτη καθίσματος συνεπιβάτη καθώς και βάση για smartphone.

Τα νέα Peugeot Metropolis Active & Allure αναμένονται στην ελληνική αγορά σε τιμές που θα ανακοινωθούν σύντομα.

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες