Η Suzuki Ιαπωνίας είχε παρουσιάσει από το καλοκαίρι το Euro5+ Superbike της για Ευρώπη και Η.Π.Α. με δελτίο τύπου, ενώ τώρα προχωρούμε στο δεύτερο στάδιο, με την παρουσίαση του μοντέλου -ως overseas model- στα ιαπωνικά σαλόνια, πριν ξεκινήσει και πάλι το GSX-R1000R να κάνει καριέρα στη Γηραιά Ήπειρο, μετά από ένα σύντομο διάλειμμα απουσίας λόγω μη συμμόρφωσής του στις τελευταίες προδιαγραφές.
Θυμίζουμε πως στην Ευρώπη το GSX-R1000R είχε σταματήσει να κυκλοφορεί από το 2018, μένοντας στις Euro 4 προδιαγραφές, ενώ η μοτοσυκλέτα κυκλοφορούσε κανονικά στις Η.Π.Α. Τώρα, το Hamamatsu συμμορφώνει τη Superbike μοτοσυκλέτα του με τις Euro5+ προδιαγραφές, και το μεγάλο GSX-R επιστρέφει στας Ευρώπας. Σημειώστε πως παρότι η Suzuki Ιαπωνίας αναφέρεται σε αυτό ως μοντέλο 2027 το συγκεκριμένο έτος αφορά μόνο στην κωδικοποίηση, καθώς η μοτοσυκλέτα αναμένεται στους dealer της χώρας μας μέσα στον Μάιο.
Όπως γράφει η Suzuki στο δελτίο τύπου της, παρότι κατά την εξέλιξη προέκυψαν προκλήσεις σχετικά με τη συμμόρφωση στους νέους κανονισμούς εκπομπών ρύπων και θορύβου, η επιστροφή του GSX‑R1000R στους δρόμους και τις πίστες της Ευρώπης και άλλων αγορών παγκοσμίως κρίθηκε επιτακτική.
Το αποτέλεσμα είναι ένα GSX‑R1000R που εξωτερικά διαφοροποιείται ελάχιστα από το προηγούμενο μοντέλο -ενώ έχει πολλές αλλαγές που δεν φαίνονται με πρώτη ματιά-, εκαλύπτοντας επιτέλους τις τελευταίες προδιαγραφές για κυκλοφορία και στους δρόμους της Ε.Ε., φέροντας παράλληλα ένα αναβαθμισμένο ηλεκτρονικό πακέτο βοηθημάτων.
Το νέο GSX‑R1000R διατίθεται σε τρεις χρωματικές επιλογές στο πνεύμα εμβληματικών χρωματισμών του παρελθόντος. Κάθε χρωματισμός φέρει λογότυπο "40th anniversary", ένα ρετρό‑εμπνευσμένο "R" στο κάτω μέρος του φέρινγκ και χαραγμένο λογότυπο στο τελικό της εξάτμισης.
Χαρακτηριστικά κινητήρα
Τετράχρονος, υγρόψυκτος, DOHC κινητήρας 1000cc σε σειρά.
Νέος στρόφαλος με παχύτερα έδρανα (κουζινέτα) για υψηλότερα φορτία.
Νέα κάρτερ που υποστηρίζουν τον νέο στρόφαλο.
Αυξημένη σχέση συμπίεσης από 13.2:1 σε 13.8:1, με ανασχεδιασμένες κεφαλές εμβόλων για μεγαλύτερη διάμετρο βαλβίδων.
Το σύστημα μεταβλητού χρονισμού SR‑VVT της Suzuki λειτουργεί φυγοκεντρικά μέσα στο γρανάζι του εκκεντροφόρου εισαγωγής, προσφέροντας σημαντική αύξηση ισχύος στις υψηλές στροφές.
Το σύστημα της Suzuki Racing στα κοκοράκια βελτιώνει τον έλεγχο των βαλβίδων και επιτρέπει υψηλότερο όριο στροφών.
Εκτός από τα πρωτεύοντα μπεκ που λειτουργούν συνεχώς, υπάρχει δεύτερο σετ τεσσάρων μπεκ S‑TFI που ψεκάζουν καύσιμο από το πάνω μέρος του φιλτροκουτιού στις υψηλές στροφές, βελτιώνοντας την καύση, την απόκριση και την τελική ισχύ.
Τα πρωτεύοντα μπεκ άλλαξαν από δέκα σε οκτώ οπές.
Η κυλινδροκεφαλή και οι αυλοί εισαγωγής‑εξαγωγής έχουν τροποποιηθεί για υψηλότερη απόδοση.
Το σχήμα της φλάντζας κεφαλής αναθεωρήθηκε για μεγαλύτερη αντοχή.
Κάθε σφυρήλατο αλουμινένιο έμβολο έχει κοντή φούστα, κομμένες πλευρές και κοντό πείρο με DLC επίστρωση για μείωση τριβών.
Νέο σχήμα ενίσχυσης στο κάτω μέρος του εμβόλου μειώνει βάρος και αυξάνει αντοχή.
Νέες ασφάλειες στους πείρους εμβόλων για μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Νέος σχεδιασμός αυλών εισαγωγής #1 και #4 για καλύτερη απόδοση στις υψηλές στροφές.
Νέο σύστημα διαλείπουσας λίπανσης εκκεντροφόρων.
Νέο, λεπτότερο τελικό εξάτμισης.
Το σύστημα SCAS προσφέρει ομαλές αλλαγές και ελαφριά αίσθηση στη μανέτα.
Χαρακτηριστικά πλαισίου
Χωρίς αλλαγές παραμένει το ίδιο συμπαγές, ελαφρύ και άκαμπτο αλουμινένιο πλαίσιο δυο δοκών, ίδιο με πριν και το αλουμινένιο ψαλίδι με γέφυρα, ίδιο και το αποσπώμενο αλουμινένιο υποπλαίσιο.
Νέα φτερά (winglets) στο μπροστινό φαίρινγκ παράγουν κάθετη δύναμη σε υψηλές ταχύτητες για ενισχυμένη σταθερότητα.
Ελαφριές, χυτές αλουμινένιες ζάντες έξι ακτίνων μπράτσων, ίδιες με πριν.
Ελαστικά πρώτης τοποθέτησης τα Bridgestone BATTLAX RACING STREET RS11.
Χωρίς αλλαγή ο τομέας της πέδησης, με δυο τετραπίστονες, ακτινικά τοποθετημένες μονομπλόκ δαγκάνες Brembo με δίσκους 320 mm μπροστά και μονή δαγκάνα με δίσκο 220 mm πίσω.
Ίδιες παραμένουν οι πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις της Showa -Showa BFF πιρούνι και πίσω αμορτισέρ BFRC, ίδιο και το ηλεκτρονικό σταμπιλιζατέρ.
Ηλεκτρονική σουίτα Suzuki Intelligent Ride System (SIRS)
Το εκτενές ηλεκτρονικό “οπλοστάσιο” βοηθημάτων της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει τα εξής:
Suzuki Drive Mode Selector (SDMS), επιτρέπει στον αναβάτη να επιλέξει ανάμεσα σε τρεις χαρτογραφήσεις κινητήρα ώστε να ταιριάζει η απόδοση στις συνθήκες οδήγησης.
Smart TLR Control, ενσωματώνει το σύστημα ελέγχου πρόσφυσης (STCS) με συστήματα Lift Limiter και Roll Torque Control.
Ηλεκτρονικό γκάζι ride‑by‑wire.
Το quickshifter επιτρέπει αλλαγές ταχυτήτων προς τα πάνω και κάτω χωρίς συμπλέκτη ή άνοιγμα/κλείσιμο γκαζιού.
Cornering ABS.
Slope Dependent Control, προσφέρει σταθερότερο φρενάρισμα σε κατηφόρες, αποτρέποντας την ανύψωση του πίσω τροχού.
Suzuki Easy Start System - εκκινεί τον κινητήρα με ένα σύντομο πάτημα της μίζας.
Low RPM Assist, εξασφαλίζει ομαλότερες εκκινήσεις και χαμηλές ταχύτητες χωρίς σβήσιμο.
Στις υπόλοιπες αλλαγές περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα.
Η νέα μπαταρία Li‑ion είναι ελαφρύτερη, πιο συμπαγής και παρέχει σταθερότερη τάση υπό φορτίο.
Η ψηφιακή οθόνη οργάνων παραμένει απαράλλακτη.
Full LED είναι τα φώτα και τα φλας.
Η μονάδα ABS αντικαταστάθηκε με νεότερη ελαφρύτερη μονάδα της Astemo, μειώνοντας το βάρος κατά 51 g.
Το κάτω μέρος του φέρινγκ ανασχεδιάστηκε για να ταιριάζει με το νέο τελικό εξάτμισης.
Το καπάκι του ρεζερβουάρ έγινε μαύρο και άλλαξε το O‑ring.
Το σχήμα του φωτιστικού πινακίδας και του πίσω φτερού έγινε στρογγυλό αντί τετράγωνο.
Οι πίσω ανακλαστήρες άλλαξαν από στρογγυλοί σε τετράγωνοι.
Το προφίλ του μαρσπιέ συνεπιβάτη τροποποιήθηκε.
Το άκρο της μανέτας του μπροστινού φρένου έχει σχισμή ώστε να μειώνεται η αντίσταση από τον αέρα σε υψηλές ταχύτητες!
Υπομονή τώρα μέχρι την Άνοιξη για να δούμε από κοντά το νέο GSX-R, και για να μάθουμε την τιμή στην οποία θα διατεθεί η μοτοσυκλέτα από τον Μάιο.
Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
Από τον
Παύλο Καρατζά
29/5/2026
Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.
Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.
Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.
Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.
Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.
Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.
Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:
Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)
Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.
Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.
Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)
Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.
Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.
Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.
Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.
Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)
Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.
Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)
Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.
Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.
XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)
Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.
Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.
Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)
Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.
Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.
Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.
Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.
Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)
Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.
Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.
Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.
Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)
Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.
Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.
Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.
Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.
Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.
Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.
Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)
Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.
Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.
Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.
Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.