SWM Varez 400 και 125 2020-EICMA: Με ονομασία προέλευσης [video]

Στόχος η κατηγορίες διπλωμάτων Α1 και Α2
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

6/11/2019

Με όνομα-τοπωνύμιο, που ηχητικά ακούγεται σαν Varese, δηλαδή της περιοχής του πρώην εργοστασίου της Husqvarna που πλέον ανήκει στην αναγεννημένη SWM, η ιταλο-ασιατική εταιρεία ισχυροποιεί την παρουσία της στις κατηγορίες Α1 και Α2.

Τα Varez 125 και 400 είναι δύο μοντέρνας σχεδίασης μοτοσυκλέτες δρόμου με μονοκύλινδρους τετράχρονους κινητήρες, ατσάλινο πλαίσιο χωροδικτύωμα – σήμα κατατεθέν σχεδόν όλων των ιταλικών σπορ μοτοσυκλετών τις τελευταίες δεκαετίες, έστω κι αν το συγκεκριμένο κατασκευάζεται στο Βιετνάμ – και full size εξωτερικές διαστάσεις. Αυτό φαίνεται κι από το ύψος της σέλας στα 820mm που είναι αντίστοιχο των μεγάλου κυβισμού μοτοσυκλετών δρόμου.

Καβαλήσαμε πάνω στις σέλες τους και η εργονομία καθώς και το οπτικό μέγεθος έμοιαζε ίδιο και απαράλλακτο στις δύο εκδόσεις. Η εργονομία της θέσης οδήγησης ξενίζει λίγο, καθώς τοποθετεί το σώμα λίγο πιο μπροστά απ’ ό,τι περιμένεις να κάνει μια sport-naked μοτοσυκλέτα.

Δείτε στο τέλος το πλούσιο φωτογραφικό υλικό και το video της παρουσίασης

Από τον κόσμο των πολλών κυβικών έρχεται και το γιγαντιαίου μεγέθους ψαλίδι, που δείχνει έτοιμο να αντιμετωπίσει ιπποδυνάμεις 200 ίππων και βάλε! Φυσικά δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει δυσκολία με τα άλογα του τετράχρονου 125, ούτε και με του δυνατότερου 400 (δεν ανακοινώνονται ακριβείς ιπποδυνάμεις).

Εντύπωση πάντως προκαλεί πως ο κινητήρας του 125 είναι προδιαγραφών Euro 4, ενώ του 400 είναι απόλυτα συμβατός με τις νέες αυστηρότερες προδιαγραφές Euro 5. Το ρεζερβουάρ το κατασκευάζει η Acerbis που πέρα από την aftermarket αγορά, δραστηριοποιείται εδώ και πολλά χρόνια ως προμηθευτείς πλαστικών κυρίως εξαρτημάτων για πολλές εταιρείες κατασκευής μοτοσυκλετών, τόσο ευρωπαίων όσο και ιαπώνων. Πέρα από τον κινητήρα, διαφορές ανάμεσα στις δύο εκδόσεις συναντάμε στις αναρτήσεις και στα φρένα.

Το 125 έχει Upside Down πιρούνι (χωρίς ρυθμίσεις) διαμέτρου 41mm, ενώ το 400 έχει Upside Down πιρούνι (με ρυθμίσεις) διαμέτρου 43mm. Πίσω έχουν και τα δύο μονό αμορτισέρ, όμως στο 125 ρυθμίζεται μόνο η προφόρτιση ελατηρίου, ενώ στο 400 έχει προστεθεί και η ρύθμιση της απόσβεσης επαναφοράς. Τα φρένα του 125 αποτελούνται από έναν μεγάλο δίσκο διαμέτρου 300mm εμπρός και 220mm πίσω. Είναι συνδυασμένα χωρίς ABS καθώς η νομοθεσία της Ε.Ε. δεν επιβάλει ABS για δίκυκλα έως τα 125 κυβικά. Αντιθέτως το 400 έχει ABS όπως ορίζει η νομοθεσία για αυτή την κατηγορία κυβισμού και μεγαλύτερο δίσκο εμπρός διαμέτρου 320mm με δαγκάνα της Brembo.

Τόσο το 125 όσο και το 400 φοράνε ελαστικά της Michelin (Pilot Power), έχοντας ακριβώς την ίδια διάσταση για τον εμπρός τροχό (110/70-17) όμως πίσω το 125 έχει ελαστικό 140/70-17, ενώ στο 400 είναι φαρδύτερο κατά 10mm και φοράει 150/60-17. Η SWM κατάφερε να διατηρήσει το συνολικό βάρος χαμηλά, σταματώντας τον δείκτη της ζυγαριάς στα 136 κιλά για το 125 και στα 144 κιλά για το 400. Το μικρό βάρος είναι σημαντικό για κάθε μοτοσυκλέτα, όμως ειδικά σε αυτή την κατηγορία που απευθύνεται σε αναβάτες με δίπλωμα Α1 και Α2 γίνεται υψίστης σημασίας, αφού είναι βασικότατος παράγοντας της ευελιξίας και της ευκολίας χειρισμών.

Ετικέτες

Και όμως - Μια Moto Guzzi χωρίς V2 κινητήρα!

Νέο entry-level μοντέλο με δικύλινδρο σε σειρά, βασισμένο στην Aprilia RS457
New Model Inline Moto Guzzi
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

1/8/2025

Η Moto Guzzi ετοιμάζει το μεγαλύτερο τεχνολογικό άλμα εκτός παράδοσης εδώ και δεκαετίες. Αντί για τον κλασικό εγκάρσια τοποθετημένο V2, η νέα της μικρή μοτοσυκλέτα θα χρησιμοποιεί δικύλινδρο σε σειρά 457 κ.εκ., προερχόμενο από την Aprilia, με στόχο την παγκόσμια αγορά και ιδιαίτερα την Ασιατική

Το καλοκαίρι του 2023 η Aprilia παρουσίασε την RS457, εξοπλισμένη με νέο δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα. Το μοτέρ αυτό γρήγορα έγινε η βάση για ολόκληρη οικογένεια μοντέλων, την RS457, την Tuono 457 και σύντομα την Tuareg 457. Όλα παράγονται στο εργοστάσιο της Piaggio στην Ινδία, διασφαλίζοντας χαμηλότερο κόστος και άμεση πρόσβαση σε αναδυόμενες αγορές.

Η Moto Guzzi, μέλος του ίδιου ομίλου (Piaggio) από το 2004, αποφάσισε να υιοθετήσει τον κινητήρα, φέρνοντας για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν έναν αιώνα έναν δικύλινδρο σε σειρά σε μοντέλο παραγωγής της. Αν και η Guzzi είχε φτιάξει εν σειρά κινητήρες τη δεκαετία του ’30, αυτοί περιορίζονταν σε αγωνιστικές εφαρμογές. Από το 1967 και μετά, η εταιρική ταυτότητα της, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον εγκάρσιο αερόψυκτο V2. Η εισαγωγή της υδρόψυξης με το V100 Mandello ήταν ήδη μεγάλο βήμα αλλά η εγκατάλειψη του V2 αποτελεί πραγματική επανάσταση.

New Model Inline Moto Guzzi

Η νέα naked της Guzzi θα μοιράζεται τον κινητήρα και ορισμένα περιφερειακά με την Tuono 457, αλλά θα έχει ολοκληρωτικά δική της αρχιτεκτονική στηριζόμενη σε σωληνωτό ατσάλινο πλαίσιο αντί για αλουμινίου, με στόχο να προσδώσει διαφορετική γεωμετρία αναβάτη για μια πιο άνετη θέση οδήγησης αλλά και μια μια πιο παραδοσιακή σχεδίαση ρεζερβουάρ και φωτιστικών σωμάτων.

Η κατηγορία 350-500 κ.εκ. αναπτύσσεται ραγδαία, ιδιαίτερα στην Ασία. Για μικρές εταιρείες όπως η Guzzi (15.000 μονάδες ετησίως), η διείσδυση σε αυτές τις αγορές είναι ζήτημα επιβίωσης. Η παραγωγή στην Ινδία, όπως ήδη γίνεται με την Aprilia, ανοίγει τον δρόμο για οικονομικά προσιτά μοντέλα που θα μπορούν να πωλούνται τόσο σε Ασία όσο και σε Ευρώπη.

New Model Inline Moto Guzzi

Παράλληλα, η Moto Guzzi ακολουθεί το παράδειγμα άλλων κατασκευαστών: KTM- Bajaj, Triumph-Bajaj και εργοστάσια στην Ταϊλάνδη, BMW-TVS. Όλοι προσαρμόζουν την παραγωγή τους σε μικρότερες και πιο οικονομικές μοτοσυκλέτες για να κερδίσουν μερίδιο αγοράς σε χώρες με εκρηκτική ζήτηση.

Αν και είχε ακουστεί ότι η Guzzi θα επαναφέρει το όνομα “Eldorado”, αυτό φαίνεται απίθανο, καθώς ιστορικά αφορούσε μεγάλες cruiser. Μια πιο ταιριαστή επιλογή θα ήταν ίσως το “Airone”, το πρώτο μεταπολεμικό Guzzi μαζικής παραγωγής που έφερε την ελευθερία ταξιδιού σε χιλιάδες αναβάτες, ακριβώς όπως στοχεύει να κάνει και η νέα, μικρή Moto Guzzi.

New Model Inline Moto Guzzi