Αντιφατική πατέντα Honda για αεροδυναμική ουρά

Αυστηρά μονόσελο για τον δρόμο
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

13/4/2020

Μια νέα πατέντα κατέθεσε η Honda σχετική με την αεροδυναμική, η οποία όμως είναι γεμάτη χρηστικές αντιφάσεις και δημιουργεί πολλά ερωτηματικά για τον τελικό στόχο της.

Ξεκινώντας με όσα έχουν συμβατική λογική, στα σχέδια βλέπουμε μια μονόσελη μοτοσυκλέτα όπου η ουρά της είναι στην πραγματικότητα μια πενταγωνική αεροτομή. Αυτό επιτρέπει στον αέρα που έρχεται με στροβιλισμούς από το πίσω μέρος του σώματος του αναβάτη να περάσει μέσα και γύρω από αυτή την αεροτομή. Τα αεροδυναμικά πλεονεκτήματα από αυτή την διέλευση είναι πολλαπλά.

Πρώτον η ροή του αέρα ομαλοποιείται και οι λιγότεροι στροβιλισμοί έχουν ως αποτέλεσμα μικρότερο συντελεστή οποθέλκουσας, δηλαδή μικρότερη αεροδυναμική αντίσταση. Επίσης γεμίζει με “τρεχούμενο” αέρα το πίσω μέρος τις μοτοσυκλέτας και μειώνεται η υποπίεση. Η υποπίεση είναι κακό πράγμα στο πίσω μέρος της μοτοσυκλέτας γιατί παγιδεύει αέρα, ο οποίος μένει ακίνητος και τον κουβαλάμε σαν αλεξίπτωτο. Αυτό το “αλεξίπτωτο” δεν έχει σταθερό σχήμα αλλά διαρκώς μεταβάλλεται, με αποτέλεσμα οι επιπτώσεις του να μην περιορίζονται μόνο στην αεροδυναμική αντίσταση, αλλά δημιουργεί και συνθήκες αστάθειας, ανασηκώνοντας  ή πιέζοντας το πίσω μέρος της μοτοσυκλέτας από και προς την άσφαλτο. Τόσο το υπερβολικό ανασήκωμα της ουράς, όσο και η πίεσή της προς το έδαφος  επηρεάζουν με τη σειρά τους το εμπρός τμήμα της μοτοσυκλέτας. Σαν να έχεις δηλαδή ένα υπέρβαρο συνεπιβάτη να χοροπηδά στη πίσω σέλα.

Έτσι η σωστή αεροδυναμική συμπεριφορά της ουράς, μπορεί να βελτιώσει ΚΑΙ το εμπρός τμήμα της μοτοσυκλέτας. Οπότε η Honda έχει κάθε λόγο να ισχυρίζεται πως αυτή η πατέντα στην ουρά αυξάνει το downforce ολόκληρης της μοτοσυκλέτας και όχι μόνο πίσω. Αντίστοιχο σχεδιασμό βέβαια έχουν οι ουρές των Ducati Panigale, και Yamaha R1 και R6, οι οποίες διαθέτουν δύο τεράστιες τρύπες ροής αέρα ανάμεσα στο πίσω φανάρι.

Η διαφορά εδώ είναι πως η Honda πάει αυτή τη φιλοσοφία σχεδιασμού στα άκρα, καθώς απουσιάζει εντελώς το πίσω φανάρι, το οποίο έχει μεταφερθεί στην άκρη μια πολύ μακριάς βάσης πινακίδας. Ο λόγος για το μεγάλο μήκος αυτής της βάσης είναι φυσικά… αεροδυναμικός, μεταφέροντας όσο πιο ευθύγραμμα γίνεται τον αέρα που βγαίνει από την ουρά και τις εξατμίσεις μακριά από τη μοτοσυκλέτα.

Ναι, οι εξατμίσεις επανέρχονται στην ουρά σε αυτόν τον σχεδιασμό, καθώς με τα καυσαέρια που βγάζουν γεμίζουν τον χώρο με αέρα και μειώνουν ακόμα περισσότερο την υποπίεση. Η ειρωνεία είναι πως αυτός  ήταν ένας βασικός λόγος που σταμάτησε η μόδα με τις εξατμίσεις στην ουρά, διότι στις χαμηλές ταχύτητες τα καυσαέρια εγκλωβίζονταν από την υποπίεση και τα ρούχα του αναβάτη και του συνεπιβάτη μύριζαν βενζίνη. Οι ιδιοκτήτες TDR 250 είχαν και μερικά λίτρα διχρονόλαδου στην πλάτη… Ίσως σε αυτή την περίπτωση που ο αέρας περνάει μέσα από την ουρά, το πρόβλημα αυτό να έχει λυθεί. Εκείνο που δεν λύνει, είναι η κακή κατανομή βάρους που έχει η τοποθέτηση των εξατμίσεων στην ουρά. Πιθανόν όμως να μην υπάρχει και άλλη λύση στο μέλλον, καθώς οι αυστηρότερες προδιαγραφές ρύπων και θορύβου απαιτούν διαρκώς μεγαλύτερες σε όγκο και μήκος εξατμίσεις.

Εδώ όμως σταματάει η λογική και αρχίζουν οι αντιφάσεις αυτής της πατέντας, διότι η Honda μοιάζει να θέλει να την εφαρμόσει σε μια γυμνή μονόσελη μοτοσυκλέτα δρόμου! Τον ισχυρισμό πως πρόκειται για γυμνή μοτοσυκλέτα δεν τον βγάζουμε από τα σχέδια, διότι στις πατέντες δεν είναι υποχρεωμένοι να αποκαλύψουν την τελική μορφή της μοτοσυκλέτας. Όμως ότι πρόκειται για μοτοσυκλέτα δρόμου είναι ξεκάθαρο, αφού αναπόσπαστο μέρος της πατέντας είναι η βάση της πινακίδας και ένα ειδικά σχεδιασμένο αποσπώμενο αξεσουάρ που προσθέτει αποθηκευτικό χώρο.

Εδώ τα ερωτήματα είναι δύο: Γιατί να κάτσεις να σχεδιάσεις αποσπώμενο αποθηκευτικό χώρο σε μια μονόσελη μοτοσυκλέτα; Σε τί χρειάζεται σε μια μονόσελη superbike; Και κυρίως, γιατί να σχεδιάσεις έναν αποσπώμενο αποθηκευτικό χώρο που μπλοκάρει την ροή αέρα μέσα από την ουρά… δηλαδή το βασικό στοιχείο της πατέντας!!! Με την Honda ποτέ δεν ξέρεις. Πρόκειται για την εταιρεία που έβαλε το καλύτερο αυτόματο κιβώτιο για οδήγηση σε πόλη στο DN-01, δηλαδή ένα διαστημικό cruiser που δεν έχει καμία ευελιξία και πρακτικότητα. Μετά το παράτησε και άρχισε από την αρχή να εξελίσσει ένα άλλο αυτόματο κιβώτιο (το DCT), το οποίο όταν θα φτάσει την ποιότητα λειτουργίας του κιβωτίου του DN-01 θα ανοίξουμε σαμπάνιες. Ελπίζουμε αυτή η πατέντα να έχει διαφορετική κατάληξη και να την δούμε σε μια superbike, ή στο επόμενο CBR 600 RR ή έστω σε κάποιο ακραίο streetfighter και να μην πάει χαμένη σε μια τυπική γυμνή μοτοσυκλέτα όπως πήγε χαμένο το αυτόματο κιβώτιο του DN-01.           

 

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.