Αποκλειστικό: Οδηγούμε την Zero DSR/X 2023 με τις απίστευτες off-road δυνατότητες

Αλλάζει τα δεδομένα
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

13/9/2022

Η τεράστια έκπληξη που μας περίμενε στην Ιταλία δεν ήταν η αποκάλυψη της πρώτης ηλεκτρικής “Adventure” από τη Zero για την οποία δεν γνωρίζαμε τίποτα έως τώρα. Η έκπληξη αφορά τα τεράστια πλεονεκτήματα σε οδηγικό επίπεδο που μπορεί να προσφέρει στον αναβάτη μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα που έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί από ανθρώπους που ξέρουν τη δουλειά τους.

Όλη αυτή η ιστορία με τις παραφουσκωμένες και βαρύγδουπες ανακοινώσεις πως τα ηλεκτρικά οχήματα θα εξαφανίσουν (το πολύ μέχρι αύριο!) τα συμβατικά, μας έχει αποπροσανατολίσει εντελώς και έχει δημιουργήσει στρατόπεδα φανατικών υποστηρικτών και φανατικών πολέμιων, οι οποίοι πραγματικά λένε μόνο βλακείες διότι είναι εντελώς αμόρφωτοι τεχνολογικά.

Τα ηλεκτρικά οχήματα δεν πρόκειται να εξαφανίσουν από τους δρόμους τα συμβατικά ούτε σε σαράντα χρόνια, διότι τα συμβατικά οχήματα είναι μόνο στην Ελλάδα πάνω από ένα εκατομμύριο στους δρόμους και για να τα αντικαταστήσεις πλήρως με ηλεκτρικά και να φτιάξεις υποδομές για τη χρήση ενός εκατομμυρίου ηλεκτρικών οχημάτων χρειάζεσαι πέντε φορές το ΑΕΠ της χώρας.

Ακόμα κι αν χαρίσουν σε όλους μας από ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο και μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα, πάλι χρειάζονται δισεκατομμύρια σε υποδομές παραγωγής και παροχής ενέργειας για να μπορέσουμε να τα χρησιμοποιούμε καθημερινά.

Άλλο πράγματα να κυκλοφορούν 1.000 ή 10.000 ηλεκτρικά οχήματα κι εντελώς διαφορετικό πράγμα να κυκλοφορούν μερικά εκατομμύρια. Αυτά τα χρήματα απλώς δεν υπάρχουν και δεν πρόκειται να μαζευτούν τα επόμενα είκοσι χρόνια από καμία χώρα. Money talks, bullshit walks.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως τα ηλεκτρικά οχήματα δεν μπορούν να αποτελέσουν μια πολύ καλή λύση για τα σοβαρά προβλήματα της εκρηκτικής αστικοποίησης.

Αν οδηγήσεις για μία εβδομάδα μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα ή ένα scooter κάποιου σοβαρού κατασκευαστή, δεν θα θέλεις ποτέ ξανά να κάνεις τις καθημερινές σου μετακινήσεις με συμβατικό όχημα!

 

Το πρόβλημα είναι πως ελάχιστοι από εμάς έχουν την ευκαιρία να δοκιμάσουν μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα ή ένα ηλεκτρικό scooter κάποιου σοβαρού κατασκευαστή. Συνήθως η πρώτη εμπειρία που μπορεί να έχει κάποιος είναι από τα φτηνιάρικα και πρόχειρα κατασκευασμένα ηλεκτρικά-σκουπίδια που έχουν σχεδιαστεί στο πόδι και έχουν χαλάσει μέσα σε έναν μήνα. Αυτή η πρώτη “τραυματική” εμπειρία σε συνδυασμό με την πολιτική προπαγάνδα πως θα έρθει το κράτος ένα βράδι και θα σου πάρει τη συμβατική μοτοσυκλέτα σου, έχουν δημιουργήσει έναν αρνητισμό και μια πολεμική ατμόσφαιρα που έχει πετάξει την μπάλα χιλιόμετρα μακριά έξω από το γήπεδο.

Όλος αυτός ο μακροσκελής πρόλογος που αφορά τον ιδεολογικό πόλεμο “ηλεκτρικά vs συμβατικά” οχήματα ήταν απόλυτα απαραίτητος πριν μιλήσουμε για την DSR/X που οδηγήσαμε στην Ιταλία, διότι αν δεν βγάλουμε από τη συζήτηση τις σαχλαμάρες των τεχνολογικά αμόρφωτων που πυροδοτούν αυτόν τον πόλεμο, δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβουμε γιατί μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα από μια σοβαρή εταιρεία σαν την ZERO έχει κάποια πρωτόγνωρα πλεονεκτήματα και είναι τόσο εντυπωσιακή και απολαυστική στην οδήγηση.

Πάμε λοιπόν στην ουσία! Η ZERO είναι μια αμερικάνικη εταιρεία, γνήσιο παιδί της Silicon Valley και ξεκίνησε να φτιάχνει off-road ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες για την αγορά της Καλιφόρνια που έχει τους πιο αυστηρούς περιβαλλοντικούς νόμους.

Χρησιμοποιεί δικής της τεχνολογίας ηλεκτροκινητήρες και δικής της τεχνολογίας software και hardware για τη διαχείριση των μπαταριών.

Η DSR/X είναι το νέο μοντέλο της που συνδυάζει την τεχνογνωσία τους από τις off-road μοτοσυκλέτες με την τεχνολογία που έχουν αναπτύξει από τα μοντέλα δρόμου.

Αυτό σημαίνει πως η DSR/X έχει ενσωματωμένη μονάδα επαναφόρτισης 6,6 kW η οποία είναι απόλυτα συμβατή με φορτιστές Level 1 και Level 2.

Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει πως με οικιακό φορτιστή (Level 1) χρειάζεσαι 10 ώρες για φόρτιση 95%, 2 ώρες με ταχυφορτιστή φορτιστή (Level 2) και μόλις 1 ώρα με τριφασικό ταχυφορτιστή 6kW.

Ο νέος ηλεκτροκινητήρας με την ονομασία Z-Force 75-10X έχει την υψηλότερη ροπή από κάθε άλλη ηλεκτρική μοτοσυκλέτα της ZERO στα 225Nm (22,9kgm) στις 2.000 στροφές και με μέγιστο ρυθμό περιστροφής μόλις τις 7.000 στροφές. Η μέγιστη δύναμη είναι 75kW δηλαδή 100 ίπποι (HP).

Στην πραγματική ζωή, με μια πλήρη φόρτιση μπορείς να οδηγήσεις έως 200+ χιλιόμετρα εντός πόλης (290 χιλιόμετρα θεωρητική αυτονομία), σε επαρχιακούς δρόμους 150+ χιλιόμετρα (185 χιλιόμετρα θεωρητική αυτονομία), και σε ανοιχτούς δρόμους 120+ χιλιόμετρα (135 χιλιόμετρα θεωρητικής αυτονομίας).

Με το επιπλέον power pack που μπορείς να βάλεις θυσιάζοντας 10 περίπου λίτρα αποθηκευτικού χώρου από τα 21 λίτρα που έχει στο “ρεζερβουάρ” (προφανώς δεν υπάρχει κλασσικό ρεζερβουάρ) κερδίζεις τουλάχιστον 20-30 χιλιόμετρα πραγματικής αυτονομίας.

Με αυτούς τους αριθμούς στο μυαλό, η DSR/X δεν είναι η πιο κατάλληλη Adventure μοτοσυκλέτα για να εξερευνήσεις την Αφρική.

Τότε τί στο καλό Adventure είναι; Η απάντηση είναι πολύ απλή αν μείνουμε στον πραγματικό κόσμο. Και ο πραγματικός κόσμος είναι εκείνος στον οποίο ένα μεγάλο ποσοστό μοτοσυκλετιστών δεν κάνει ποτέ πάνω από 100 χιλιόμετρα την ημέρα.

Για το μεγαλύτερο ποσοστό των αστών, δηλαδή των ανθρώπων που μένουν στα μεγάλα αστικά κέντρα, η DSR/X έχει πολλά περισσότερα πλεονεκτήματα σε σχέση με ένα κλασσικό μεγάλο On-Off.

Το πρώτο και σημαντικότερο είναι το μικρότερο κόστος χρήσης. Χρησιμοποιώντας καθημερινά την DSR/X για πέντε χρόνια θα ξοδέψεις λιγότερα χρήματα σε σχέση με ένα Mega on-off των 1000+ κυβικών. Το κόστος συντήρησης και το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος ανά χιλιόμετρο χρήσης είναι απείρως μικρότερα από μιας συμβατικής μοτοσυκλέτας μεγάλου κυβισμού.

Το δεύτερο είναι οι τρομερές επιταχύνσεις από στάση. Ξεφτιλίζεις τους πάντες στα φανάρια. Τους πάντες!

Το τρίτο είναι η ελάχιστη ζέστη που βγάζει η μοτοσυκλέτα περιμένοντας στα φανάρια και φυσικά η μηδενική κατανάλωση όσο περιμένεις στα φανάρια. Όταν θα το ζήσεις, τότε θα καταλάβεις πόσο σημαντικό είναι για χώρες όπως η Ελλάδα.

Το τέταρτο είναι η απουσία θορύβου. Εδώ θα πεταχτούν πολλοί και θα πουν πως τους αρέσει ο ήχος του κινητήρα εσωτερικής καύσης. Και σε εμάς αρέσει, αρκεί να είναι από κάποιον V2, κάποιον boxer, κάποιον V4, κάποιον τετρακύλινδρο ή εξακύλινδρο εν σειρά – άντε και τα δίχρονα για τους μερακλήδες. Όμως τα περισσότερα δίκυκλα που κυκλοφορούν στους δρόμους δεν έχουν τέτοιους κινητήρες και με τις προδιαγραφές Euro 5 και Euro 5+ προτιμούμε να μην ακούμε τίποτα, παρά να ακούμε τον άθλιο ήχο που βγάζουν οι σύγχρονοι κινητήρες με τα υπερβολικά φτωχά μείγματα και οι εξατμίσεις με τους δύο καταλύτες. Επίσης η απουσία θορύβου των ηλεκτρικών σε κάνει να αισθάνεσαι πως είσαι νυχτερίδα και ακούς το περιβάλλον με υπερφυσικές ικανότητες. Έχει πλάκα!

Το πέμπτο είναι η ολική απουσία ενοχλητικών κραδασμών. Αν οδηγήσεις πρώτα την DSR/X, μετά οποιαδήποτε άλλη συμβατική μοτοσυκλέτα θα σου φαίνεται πως δουλεύει σαν τρακτέρ.

Όμως το σημαντικότερο όλων είναι το απίστευτο επίπεδο ενεργητικής ασφάλειας που έχει η DSR/X και το εξωπραγματικό επίπεδο πρόσφυσης.

 

ΠΡΟΣΟΧΗ! Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά αφορούν ΜΟΝΟ την ZERO DSR/X και ΟΧΙ όλες τις υπόλοιπες ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες.

 

Η DSR/X είναι η πρώτη ηλεκτρική μοτοσυκλέτα στον κόσμο που εκμεταλλεύεται τα πλεονεκτήματα της τεχνολογίας των ηλεκτρικών οχημάτων και δεν μένει μόνο στην “οικολογία” και την “αυτονομία”.

Ποια είναι αυτά τα πλεονεκτήματα; Πολύ απλά ο ηλεκτροκινητήρας ανταποκρίνεται άμεσα στις εντολές της ECU και εκτελεί άμεσα τις εντολές της.

Το σύστημα Traction Control/Wheelie Control/Engine Brake Control είναι της Bosch και είναι ακριβώς το ίδιο hardware που έχουν τα KTM 1290 Super Adventure και Ducati Multistrada V4. Επίσης το βασικό software είναι το ίδιο και μέχρι στιγμής είναι κατά γενική ομολογία το καλύτερο της αγοράς. Μόνο που στην DSR/X είναι “Θεϊκό” και όχι απλώς το καλύτερο. Για να καταλάβετε τη διαφορά, η Bosch χρησιμοποιεί τα Data από τις δοκιμές του DSR/X ως μέτρο σύγκριση για την εξέλιξη της επόμενης γενιάς ηλεκτρονικών στις superbike και mega On-Off. Προς το παρόν είναι αδύνατον να επιτύχει τα ίδια αποτελέσματα με συμβατική μοτοσυκλέτα, κάτι απόλυτα λογικό αφού μεταξύ εντολής και αποτελέσματος υπάρχει το κενό χρόνου απόκρισης του ψεκασμού και του ίδιου του κινητήρα.

Στην άσφαλτο, αυτή η υπερφυσική πρόσφυση του πίσω τροχού όταν ανοίγεις τέρμα το γκάζι μεταφράζεται σε κορυφαίες επιδόσεις και πρωτόγνωρα επίπεδα ενεργητικής ασφάλειας.

Εκεί όμως που το DSR/X αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού είναι στο χώμα.

Η DSR/X έχει μέγεθος, βάρος και πλαίσιο αντίστοιχο μιας τυπικής mega on-off (247 κιλά, 1525mm μεταξόνιο, 190mm διαδρομές αναρτήσεων και ελαστικά Pirelli Scorpion Trail II (90% άσφαλτο / 10% χώμα). Όμως η ευκολία που σκαρφαλώνει και περνά από δύσκολες χωμάτινες διαδρομές είναι πολύ μακριά από τις ικανότητες οποιασδήποτε on-off, ακόμα κι αν έχει αγωνιστικά off-road τρακτερωτά ελαστικά.

Στις φλαταδούρες όπου μπορείς να πάρεις φόρα, ένα συμβατικό on-off με τρακτερωτά ελαστικά μπορεί να τα πάει θαυμάσια. Όμως στα πολύ κλειστά κομμάτια, εκεί που έχει πούδρα, λάσπη, σπασμένες πέτρες και απότομες ανηφόρες με λίγα χιλιόμετρα, τα κλασσικά on-off είναι μαρτύριο και η αποφυγή της τούμπας απαιτεί εμπειρία και… τύχη! Τα περισσότερα τουμπίδια στα mega test έχουν γίνει με λιγότερα από 20km/h. Ακριβώς σε αυτές τις συνθήκες εμφανίζεται το τεράστιο πλεονέκτημα του DSR/X όπου ο πίσω τροχός του έχει πρόσφυση επιπέδου ασφάλτου στο άνοιγμα του γκαζιού (ναι, με τα ελαστικά δρόμου πάνω στην πούδρα πάχους 5-10cm που οδηγήσαμε κράταγε σαν superbike με slick σε πίστα). Το αποτέλεσμα είναι να οδηγείς αυτό το “θηρίο” των 247 κιλών στο χώμα με την ηρεμία και την χαλαρότητα που κάνεις βόλτα στην παραλιακή.

Αυτή η μοτοσυκλέτα σε κάνει να πιστέψεις πως είσαι Superman στο χώμα!  

Θα επαναλάβουμε όμως για άλλη μια φορά, πως αυτή είναι η πρώτη ηλεκτρική μοτοσυκλέτα ή scooter που οδηγούμε που έχει εκμεταλλευτεί σε τέτοιο βαθμό το πλεονέκτημα άμεσης αντίδρασης του ηλεκτροκινητήρα στις εντολές της ECU. Το Livewire της Harley Davidson είναι περίπου στο ίδιο επίπεδο σε ό,τι αφορά τη λειτουργία των ηλεκτρονικών αλλά δεν έχει τα δυναμικά χαρακτηριστικά των μοτοσυκλετών της ZERO (κατανομή βάρους, διαδρομές και σχεδιασμός αναρτήσεων). Το CE-04 της BMW και το Ray 7.7 ακολουθούν την ίδια φιλοσοφία, αλλά χρειάζονται λίγη δουλειά παραπάνω στο software. Όλα τα υπόλοιπα ηλεκτρικά δίκυκλα δεν έχουν εκμεταλλευτεί ούτε στο ελάχιστο τις δυνατότητες που προσφέρουν οι ηλεκτροκινητήρες και ο λόγος είναι πως οι εταιρείες που τα κατασκευάζουν δεν είναι εταιρείες μοτοσυκλέτας, αλλά παρέες new-age επιχειρηματιών με τεχνολογικές γνώσεις γύρω από τις μπαταρίες και τους ηλεκτροκινητήρες, ενώ την ίδια στιγμή είναι παντελώς άσχετοι με τον μοτοσυκλετισμό. Αντιθέτως στη ZERO οι άνθρωποι γουστάρουν να οδηγούν μοτοσυκλέτες και αυτό φαίνεται από τον τρόπο που είναι στημένο το πλαίσιο των μοτοσυκλετών τους και από τη μοναδική εμπειρία οδήγησης που προσφέρουν στον αναβάτη τους, και η νέα DSR/X είναι ό,τι καλύτερο έχουν φτιάξει μέχρι σήμερα.

Η τιμή της DSX/R στην Ελλάδα θα είναι στα 27.590€ χωρίς τις κρατικές ελαφρύνσεις (αφαιρέστε από 1.300€ έως 2.000€ αναλόγως τα κριτήρια που έχετε για την επιδότηση) και αναμένεται να βρίσκεται στη χώρα μας τον επόμενο μήνα.

Αυτή τη στιγμή οι μεγάλες hi-end ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες δεν απευθύνονται σε όλο τον κόσμο, όχι μόνο γιατί είναι ακριβές για να τις αγοράσουν όλοι, αλλά κυρίως διότι οι συνθήκες δεν επιτρέπουν σε όλους να τις χρησιμοποιήσουν ακόμα κι αν έχουν τα χρήματα για να τις αγοράσουν.

Όμως όσοι ανήκουν στην κατηγορία που μπορούν να έχουν στη ζωή τους μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα σαν την DSR/X, θα εκπλαγούν με τα εντυπωσιακά και πρωτόγνωρα πλεονεκτήματά της, που καμία συμβατική μοτοσυκλέτα δεν μπορεί να τους προσφέρει.

 

 

Βασικός εξοπλισμός

Φώτα LED

Οθόνη TFT με Bluetooth, συμβατή με όλα τα smartphone

Πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις Showa

Traction control, Hill-assist, Wheelie control, Engine brake control

Κλειστός αποθηκευτικός χώρος 21 λίτρων

Δυνατότητα φόρτισης Level 1 και Level 2

Επιλογή ύψους σέλας (800/828/860)

Όπισθεν

 

 

Τεχνικά χαρακτηριστικά

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες