Αυτό είναι το νέο VFR800X Crossrunner του 2015!

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

10/9/2014

Περιμέναμε νέο Crossrunner, δεν περιμέναμε όμως να το δούμε σήμερα το πρωί, αντί για τέλος του μήνα, και δεν περιμέναμε επίσης να αντιγράφει, κι αυτό, τη Γερμανική σχολή εμφάνισης των μεγάλων μοτοσυκλετών παντός δρόμου! Είχαμε γράψει παλιότερα για την εμφάνισή του ότι μοιάζει με πιγκουίνο, καλά να πάθουμε. Τώρα απλά μοιάζει με τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες της κατηγορίας. Βέβαια τα παραπάνω τα αντιλαμβάνεσαι περισσότερο όταν το κοιτάς από το πλάι, καθώς από μπροστά τα φανάρια του αντιγράφουν το ανανεωμένο VFR 800, στο οποίο άλλωστε βασίζεται εξ ολοκλήρου. Πράγμα φανταστικό σε ότι έχει να κάνει με τον κινητήρα και την απόκριση, γιατί έχουμε οδηγήσει στην Ισπανία το νέο VFR 800 (δεν εισάγεται στην Ελλάδα) και διαπιστώσαμε την μεγάλη βελτίωση στη συμπεριφορά του VTEC. Αν για λόγους πειραματισμού κλείσεις τελείως τα αυτιά σου, για να μην ακούσεις την ολοκληρωτική αλλαγή του ήχου, και επικεντρωθείς τελείως στο δρόμο, τότε θα περάσει κάποιος χρόνος μετά τις 6.500 στροφές, για να αντιληφθείς ότι πλέον λειτουργούν 4 και όχι 2 βαλβίδες ανά κύλινδρο. Τόσο ομαλή είναι η ενεργοποίηση του VTEC, που την πρώτη φορά που θα το οδηγήσεις, μπορεί και να μην το καταλάβεις κατευθείαν! Οι αλλαγές στον V4 κινητήρα των 782 κυβικών έχουν εστιάσει στη λειτουργία των βαλβίδων, την εισαγωγή του αέρα και όλα αυτά με γνώμονα πάντα την ομαλότερη λειτουργία του VTEC. Και πραγματικά έχουν κάνει τη μεγάλη διαφορά. Ούτε μέσα στη στροφή δεν γίνεται πλέον να σε επηρεάσει η λειτουργία του συστήματος. Τουλάχιστον αυτά ίσχυαν στο νέο VFR, και με βάση τα λεγόμενα της Honda, ότι δεν έχουν γίνει αλλαγές σε αυτό τον τομέα και για το Crossrunner, τα θετικά πρέπει να παραμένουν.

Αμάν αυτά τα μαρσπιέ!

Παραμένουν όμως ορισμένα αρνητικά. Το βασικότερο που μπορούμε να διακρίνουμε χωρίς ακόμα να έχουμε καθίσει στη σέλα του, είναι η θέση των μαρσπιέ αναβάτη. Είναι αρκετά πίσω όπως στο πρώτο Crossrunner. Ωστόσο η σέλα μοιάζει πολύ πιο άνετη, με μεγαλύτερη απόσταση από τα μαρσπιέ, και η θέση οδήγησης δεν πρέπει να είναι τόσο σκυφτή όπως στο παλιό. Κι αν στο πρώτο Crossrunner, που ελάχιστα διέφερε από ένα VFR, ήταν δύσκολο να γίνουν αλλαγές στα μαρσπιέ, τώρα που έχει γίνει νέος σχεδιασμός, θα μπορούσαν να είχαν βελτιώσει τα πράγματα και σε αυτό το σημείο. Παραμένει βέβαια το ίδιο πλαίσιο, αν και τώρα θα έχει σίγουρα αλλαγές στο λαιμό. Η τακτική της Honda είναι να αλλάζει πάντα το λαιμό και τη γεωμετρία του, όταν αλλάζουν οι αναρτήσεις. Οι αναρτήσεις έχουν επιτέλους μεγαλύτερη διαδρομή, κατά 25mm μπροστά και 28mm πίσω. Παραμένει επίσης το σήμα κατατεθέν, το μονόμπρατσο ψαλίδι, όπως και οι 17 ιντσών τροχοί. Θα το προτιμούσαμε με 19 ιντσών μπροστά, αλλά ο χαρακτήρας αυτής της μοτοσυκλέτας είναι πιο ασφάλτινος και ταξιδιάρικος. Οπότε οι αλλαγές στη σέλα, που δείχνει να είναι πλέον πιο ευρύχωρη, και ο όγκος της μοτοσυκλέτας που έχει αυξηθεί, ευνοούν αυτόν τον προσανατολισμό. Αν προσφέρει και καλύτερη προστασία από τον αέρα, σε σύγκριση με τη μοτοσυκλέτα του 2011, τότε θα έχει πετύχει την ολοκληρωτική αλλαγή. Γιατί εμφανισιακά αυτό δηλώνει, ότι δεν έχει σχέση με το προηγούμενο, και ότι δεν είναι απλά ένα VFR με το τιμόνι ψηλότερα.

Στο βασικό εξοπλισμό θα έχει επίσης ABS που μπροστά ενεργεί σε δύο δίσκους 310mm με ακτινικές δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων. Αν λειτουργεί όπως ακριβώς και στο νέο VFR, τότε θα είναι απροβλημάτιστο ακόμα και σε συνθήκες χαμηλής πρόσφυσης και απότομου φρεναρίσματος, χωρίς να αμολά μπροστά ή να παρουσιάζει ανάδραση στη μανέτα. Η Honda χρησιμοποιεί την ονομασία HSTC (Honda Selectable Torque Control) για να περιγράψει τη λειτουργία του Traction Control που έχει τρεις καταστάσεις λειτουργίας, μαζί με την off. Τα αρχικά παραπέμπουν στον τρόπο με τον οποίο ενεργεί, και μένει να αποδειχτεί στο δρόμο πόσο ομαλή είναι η παρέμβασή του.

Το Crossrunner θα έχει επίσης τα νέα αυτόματα φλας που η Honda έβαλε στο VFR, πράγμα πιο σύνθετο απ’ ότι ακούγεται. Μπορεί να το έχουμε συνηθίσει στα αυτοκίνητα, αλλά εκεί τα πράγματα είναι εύκολα γιατί υπάρχει τιμόνι. Στη μοτοσυκλέτα που στρίβει με γυροσκοπικό φαινόμενο χωρίς να στρίβει και το τιμόνι, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Για παράδειγμα όταν γίνεται έξοδος από έναν αυτοκινητόδρομο, το φλας χρειάζεται, αλλά το τιμόνι δεν στρίβει. Άρα η μοτοσυκλέτα πρέπει να αντιλαμβάνεται την κλίση, το γυροσκοπικό και την αυξομείωση της ταχύτητας, μόνο και μόνο για να γνωρίζει πότε πρέπει να σβήσει τα φλας!

Τα φώτα είναι LED και επίσης έχει θερμαινόμενα γκριπ στον βασικό εξοπλισμό. Το Crossrunner γίνεται πλέον ένα ξεχωριστό μοντέλο, αποκτώντας τη δική του ταυτότητα, και παύει να είναι μια αντιγραφή των μεταλλαγμένων για Gymkhana VFR που χρησιμοποιούσαν στην Ιαπωνία. Τέλος του μήνα θα το δούμε και από κοντά…

 

Η λειτουργία των αυτόματων φλας

Για πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα της Honda (VFR800F 2014), τοποθετούνται φλας που σβήνουν αυτόματα. Δεν θα άξιζε να εστιάσουμε καθόλου αν απλά μετρούσαν αντίθετα κάποιο διάστημα χρόνου για να σβήσουν, ωστόσο η Honda κατέληξε σε συνολικά τρεις διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού για την ακύρωσή τους. Παρόλο αυτά πάλι θα υπάρξει στιγμή που θα το κάνεις μόνος σου, μην μπορώντας να περιμένεις, ωστόσο η προσέγγισή τους είναι σωστή και κατά ένα μεγάλο ποσοστό δουλεύει γρηγορότερα από τον αριστερό σου αντίχειρα. Χρησιμοποιεί την μονάδα του ABS και τους αισθητήρες ταχύτητας των τροχών για να προσδιορίσει την ακριβή τους ταχύτητα, καθώς και την σχετική. Όταν ανάψει το φλας βλέπει αν υπάρχει διαφορά στην ταχύτητα του εμπρός με του πίσω τροχού. Επειδή όταν στρίβει μια μοτοσυκλέτα ο εμπρός τροχός διαγράφει μεγαλύτερο τόξο στροφής από τον πίσω, υπάρχει διαφορά ταχύτητας, και έτσι τα φλας του VFR καταλαβαίνουν ότι η μοτοσυκλέτα στρίβει και δεν προσπερνά απλώς. Οπότε από τη στιγμή που ανάβουν τα φλας και υπάρχει διαφορά ταχύτητας, η μονάδα περιμένει η σχετική ταχύτητα των τροχών να μηδενιστεί και αμέσως σβήνει τα φλας. Για τις προσπεράσεις όμως που οι τροχοί έχουν την ίδια ταχύτητα, τα φλας σβήνουν μετά από εκατόν είκοσι μέτρα απόστασης, αν η ταχύτητα είναι κάτω από πενήντα χιλιόμετρα, ή επτά δευτερόλεπτα, αν η ταχύτητα είναι μεγαλύτερη. Εδώ είναι που πολλές φορές θα θέλεις να τα κλείσεις μόνος σου, γιατί επτά δευτερόλεπτα είναι αρκετός χρόνος

     

-----------------------

 

 

Η πορεία των τετράχρονων V4 της Honda

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δούμε το πώς χτίστηκε ένας ζωντανός, ακόμα και τώρα, μύθος για τους V4 της Honda και πιο συγκεκριμένα για το VFR. Ένας μύθος που μεσουρανούσε ήδη την εποχή που παρουσιάστηκε το πρώτο VF, επηρεάζοντας έτσι σημαντικά την αποδοχή του μοντέλου, πριν ακόμη αυτό οδηγηθεί, ενώ συντροφεύει ακόμα και σήμερα όλα τα VFR! Το 1977 η Honda ανακοινώνει ότι θα επιστρέψει στο παγκόσμιο GP σε δύο χρόνια, σταματώντας τα δεκαετή "μούτρα" στην διοργάνωση, που ξεκίνησαν το 1968, όταν και αποχώρησε από τους αγώνες. Το ‘68 οι κανονισμοί άλλαξαν περιορίζοντας τους κυλίνδρους σε τέσσερις, δίνοντας έτσι ένα σοβαρό πλεονέκτημα στις δίχρονες μοτοσυκλέτες. Οπότε η Honda, ως παραδοσιακός υποστηρικτής των τετράχρονων κινητήρων, αποφάσισε ότι αποχωρεί. Δεν ήταν άλλωστε και λίγο αυτό για τον Soichiro Honda, που είχε αποκαλέσει τις δίχρονες μοτοσυκλέτες "βρώμικες" και είχε εστιάσει στην εξέλιξη των τετράχρονων κινητήρων, κυρίως για την καλύτερη ενεργειακή τους απόδοση. Από την άλλη, αυτή η χαμένη δεκαετία στέρησε από τη Honda ένα τεράστιο πεδίο δοκιμών, κινδυνεύοντας να γίνει η αιτία της αποκαθήλωσης από το βωμό του τεχνολογικά πιο προηγμένου κατασκευαστή. Η εταιρεία βλέποντας τον κίνδυνο αυτό, κατέφυγε σ’ ένα μάλλον απλοϊκό πλάνο. Έδωσαν τρία δισεκατομμύρια γεν στον κ. Koichi Yanase, έναν από τους manager του εργοστασίου της Suzuka, και μια άδεια να οργανώσει από το μηδέν μια εκατονταμελή ομάδα με σκοπό να κερδίσει τον πρώτο τίτλο μέσα σε τρία χρόνια. Ο Yanase ονόμασε το project "κερδίζω τίτλο σε τρία χρόνια" με την κωδική ονομασία NR, συντομογραφία του "New Racing", και αποφάσισε επίσης να μην αντιμετωπίσει με ίσους όρους τα δίχρονα των υπόλοιπων κατασκευαστών. Πιστός στους λόγους που έκαναν την Honda να αποχωρήσει πριν από δέκα χρόνια, διάλεξε να φτιάξει έναν τετράχρονο κινητήρα, και ξεκίνησε συγκρίνοντας τα όρια των τετράχρονων και των δίχρονων. Γρήγορα υπολόγισε ότι για να είναι ανταγωνιστικός χρειαζόταν έναν κινητήρα που θα ανέβαζε 23.000 στροφές, με απόδοση περίπου 130 ίππων. Κι αυτό για έναν τετράχρονο με τα δεδομένα της εποχής, σήμαινε τεράστιες ανάγκες σε τροφοδοσία καυσίμου και αέρα, κατά συνέπεια περισσότερες βαλβίδες, κάτι όμως πρακτικά αδύνατο χωροταξικά σε έναν τετρακύλινδρο, ιδιαίτερα για μια κεφαλή σε κινητήρα πεντακοσίων κυβικών. Στα χαρτιά όλα αυτά φαινόντουσαν εύκολη υπόθεση για έναν V8, ωστόσο ίσχυε ακόμη ο περιορισμός των τεσσάρων κυλίνδρων. Η διάταξη V κέρδιζε εκείνη την εποχή ολοένα και περισσότερο έδαφος και χρόνια μετά, το 1982, άφησε εποχή το δίχρονο YZR500 της Yamaha που κέρδιζε τα πρωταθλήματα. Ίσως εξαιτίας αυτής της φήμης του, να διαβάζετε λανθασμένα στην Wikipedia ότι υπήρξε γενικώς το πρώτο V στα GP...

Η ομάδα λοιπόν σκαρφίστηκε την ιδιοφυή λύση να φτιάξει πράγματι κάτι σαν V8, με 32 βαλβίδες και οκτώ μπιέλες, και απλά να "ενώσει" τα πιστόνια, ώστε να είναι εντός του κανονισμού για αυστηρά τετρακύλινδρο κινητήρα, φτιάχνοντας έτσι την πρώτη μοτοσυκλέτα με οβάλ πιστόνια. Έχοντας να λύσουν άπειρα κατασκευαστικά θέματα σ’ έναν τέτοιο κινητήρα που απαιτούσε πρωτόγνωρη μηχανολογική ακρίβεια, όταν παράλληλα ο όγκος και το βάρος του έπρεπε να είναι τα ελάχιστα δυνατά, οι μηχανικοί της Honda δούλευαν χωρίς ωράριο και με την γκιλοτίνα της έναρξης του πρωταθλήματος να γυαλίζει πάνω από το λαιμό τους. Τελικά πρόλαβαν με το ζόρι το πρωτάθλημα του ΄79 αντιμετωπίζοντας όμως πολλά προβλήματα, τα οποία και συνεχίστηκαν αμείωτα τις επόμενες χρονιές χωρίς να καταφέρνουν κάποια νίκη στα GP. Όμως αυτό δεν οφειλόταν τόσο στην NR500 που είχε καταφέρει την τρίτη χρονιά να φτάσει την απόδοση και το επίπεδο αξιοπιστίας που χρειαζόταν, όσο στην απειρία της ομάδας που τότε αποκτούσε στρατηγική και αγωνιστική εμπειρία. Η απουσία μιας δεκαετίας είχε σημαντικό αντίκτυπο. Ένα καλό παράδειγμα είναι ότι αρχικά είχαν την λανθασμένη εντύπωση πως το έντονο φρένο κινητήρα της NR500, σε σχέση με τους δίχρονους ανταγωνιστές της, θα προσφέρει αυξημένο έλεγχο στην είσοδο των στροφών!

Επειδή όμως πέρα από τις όποιες τεχνικές δυσκολίες, έπρεπε ταυτόχρονα να μείνουν πιστοί στο αρχικό πλάνο, "πρωτάθλημα σε τρία χρόνια", το νεοδημιούργητο τότε HRC, αποφάσισε να παρατήσει τα πρωτοποριακά προγράμματα και να ακολουθήσει τους υπόλοιπους. Μέσα σε σχεδόν μισή σεζόν, έφτιαξε μια ολοκαίνουρια δίχρονη μοτοσυκλέτα, την NS500, με τον V3 κινητήρα (και όχι το V3 δεν είναι ορθογραφικό λάθος) πετυχαίνοντας τελικά το στόχο στα πέντε, αντί για τα τρία χρόνια. Οπότε η διάταξη V δεν έφυγε ποτέ, η NS500 έδωσε τη θέση της στο θρύλο της Honda, την NSR500 με τον δίχρονο V4, ακολούθησαν τα πρώτα MotoGP με την RC211V αρχικά που είχε V5 990 κυβικών, ενώ με την μείωση του κυβισμού επέστρεψε και εκεί ο V4.

Από την αρχή της δεύτερης περιόδου ενασχόλησης της Honda με τα GP, σχεδόν 35 χρόνια τώρα, η διάταξη V δεν εγκαταλείφτηκε ποτέ, εξαιτίας των χωροταξικών πλεονεκτημάτων που προσφέρει και του συνδυασμού αποθεμάτων ροπής και ευστροφίας. Όμως, πέρα από την επιτυχία των δίχρονων NS500 και αργότερα των NSR500, η Honda βρέθηκε στα τέλη του ’80 μ’ έναν μοναδικό κινητήρα στα χέρια της, με οβάλ πιστόνια και εκπληκτικά χαρακτηριστικά, που αποφάσισε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψει ανεκμετάλλευτο. Η NR750 έκανε το ντεπούτο της στο Le Man το 1987, και τον Μάιο του 1992, έχοντας λύσει τα προβλήματα που απαιτεί η μαζική παραγωγή, η NR "βγήκε στις αγορές". Η περιορισμένη παραγωγή και ο μύθος που ακολουθούσε την μοτοσυκλέτα, αναβάθμισε σε άθλο απλά και μόνο να μπει κανείς στην ουρά των παραγγελιών. Όμως, όταν πρόκειται για τέτοιες εμπειρίες, το ΜΟΤΟ δεν αφήνει περιθώρια. Η ΠΡΩΤΗ μοτοσυκλέτα που πέρασε στην Ευρώπη, η NR με αριθμό πλαισίου 0044, αγοράστηκε από το περιοδικό για να την οδηγήσει και να την δυναμομετρήσει. Η αγορά ήταν για την NR ο μοναδικός τρόπος να βρεθούμε στη σέλα της! Η δυναμομέτρηση εκείνη ήταν η πρώτη ανεξάρτητη, και η φήμη του περιοδικού μας εκτοξεύεται τότε σε όλη την Ευρώπη. Ο αντίκτυπος όλων αυτών, συνόδευε τα VFR που τα κάλυπτε πάντα η αύρα της μοτοσυκλέτας με τα οβάλ πιστόνια, στη συνείδηση του κόσμου. Η πραγματική εξαργύρωση για τη Honda έρχεται όμως το 1994 στην τρίτη γενιά του VFR, το οποίο αντέγραψε το στυλ και την εμφάνιση της NR, και έγινε ούτε λίγο ούτε πολύ, η εξωτική μοτοσυκλέτα που ο καθένας μπορούσε να αποκτήσει!

Triumph Tiger Sport 660 και Trident 660 2026: 14 άλογα πάνω! Οι τιμές στην Ελλάδα!

Αυξημένη είναι και η ροπή των δύο νέων μοντέλων
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

20/1/2026

Η Triumph ανανεώνει τις δύο τρικύλινδρες μοτοσυκλέτες Tiger Sport 660 και Trident 660 για το 2026 που πλέον γίνονται πιο ισχυρές.

Ο κινητήρας είναι ο ίδιος αλλά έχει υποστεί μικρές αναβαθμίσεις με αποτέλεσμα να αποδίδει 94 ίππους (από 80) στις 11.250 σ.α.λ. και 6,93 kg.m (από 6,5) ροπής στις 8.250 σ.α.λ. Αυτό δείχνει και τα περιθώρια αυτού του κινητήρα, καθώς με αλλαγές στην τροφοδοσία ανεβάζει εύκολα την απόδοσή του με σημαντικό νούμερο. Και το εύκολα πηγάζει από το γεγονός πως έχουμε αυστηρότερες προδιαγραφές ρύπων.

Η τιμή του Trident 660 στην Ελλάδα είναι €9.990, ενώ του Tiger Sport 660 ξεκινούν από €10.290.

Οι αναβαθμίσεις δεν σταματούν στον κινητήρα, καθώς η Trident 660 φρεσκαρίστηκε και στην εμφάνισή αλλάζοντας τα λιγοστά πλαστικά της με νέα, ενώ ανασχεδιασμένο είναι και το ρεζερβουάρ. Αλλαγές είχαμε και για την Tiger Sport 660 με το ρεζερβουάρ της να μεγαλώνει από τα 17,2 στα 18,6 λίτρα.

Trident660

Η πίσω ανάρτηση Showa της Trident 660 είναι βελτιωμένη, ενώ και οι δύο μοτοσυκλέτες έρχονται με νέα χρώματα και γραφικά. Για το Trident 660, τα χρώματα Cosmic Yellow και Stone Grey αποτελούν premium επιλογές, με το Snowdonia White να προσφέρεται ως το βασικό χρώμα. Η Tiger Sport 660 παρουσιάζει τα χρώματα Interstellar Blue με Mineral Grey και Silver Ice με Intense Orange ως νέες premium επιλογές, καθώς και την στάνταρ επιλογή Pure White.

Αναβαθμισμένος τρικύλινδρος κινητήρας 660 κυβικών

Η ισχύς του κινητήρα αυξήθηκε σχεδόν 20% όσον αφορά τους ίππους και 5% όσον αφορά την ροπή, που το 80% αυτής είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. έως σχεδόν τις 12.000 σ.α.λ. Παρά την αύξηση αυτή, οι μοτοσυκλέτες είναι συμβατές και για διπλώματα A2, με τις κατάλληλες τροποποιήσεις φυσικά.

Tiger

Τα σώματα πεταλούδας είναι πλέον τρία, από ένα που ήταν πριν. Επανασχεδιασμένο είναι και το φιλτροκούτι που βελτιώνει την ροή του αέρα, ενώ οι βαλβίδες εξαγωγής είναι μεγαλύτερες και προφίλ εκκεντροφόρου που επιτρέπει μεγαλύτερη βύθιση των βαλβίδων. Για τη διαχείριση της αυξημένης απόδοσης, το σύστημα ψύξης έχει αναβαθμιστεί με ένα μεγαλύτερο ψυγείο. Το σύστημα εξάτμισης διαθέτει πλέον σχεδιασμό 3-σε-1 με ανανεωμένο καταλύτη. Όσον αφορά την μετάδοση, νέοι είναι οι άξονες, οι σχέσεις μετάδοσης και η τελική μετάδοση που συνδυάζονται με τον quickshifter Triumph Shift Assist που έχει επαναπρογραμματιστεί.

Ας δούμε και τις αλλαγές ανά μοντέλο πιο συγκεντρωτικά:

Trident 660

Εκτός του ισχυρότερου κινητήρα, η Trident 660 έχει υποστεί αναβαθμίσεις στο πλαίσιο για το 2026 και την πίσω ανάρτηση Showa με ρύθμιση προφόρτισης και επαναφοράς, με διαδρομή 130 mm που συνδυάζονται με το πιρούνι Showa 41 mm με διαδρομή 120 mm. Νέο "κοστούμι" και ρεζερβουάρ, νέος προβολέας.

Tiger Sport 660

Εκτός του ισχυρότερου κινητήρα, η Tiger Sport 660 διαθέτει νέο φέρινγκ, μεγαλύτερο ρεζερβουάρ.

Ο Paul Stroud, Διευθύνων Σύμβουλος της Triumph Motorcycles, δήλωσε: “Τόσο η Trident 660 όσο και η Tiger Sport 660 έχουν αποκτήσει τεράστια δημοτικότητα σε όλο τον κόσμο, προσελκύοντας αναβάτες όλων των ηλικιών και επιπέδων εμπειρίας, από αρχάριους μέχρι έμπειρους αναβάτες. Η Trident 660 έχει επίσης φέρει περισσότερες γυναίκες στην Triumph από οποιοδήποτε άλλο μοντέλο της γκάμας μας. Αυτές οι μοτοσυκλέτες έχουν κερδίσει πολλά βραβεία και έχουν φέρει μια νέα ομάδα αναβατών στην μάρκα Triumph.

Για το 2026, έχουμε ανεβάσει και τις δύο μοτοσυκλέτες στο επόμενο επίπεδο. Το αποτέλεσμα είναι μια σημαντική αύξηση της απόδοσης, που επαναφέρει την Trident 660 στην κορυφή της κατηγορίας της και εξασφαλίζει τη θέση της Tiger Sport 660 ως ηγέτη της κατηγορίας. Παράλληλα, και τα δύο μοντέλα έχουν υποστεί σημαντικές αναβαθμίσεις στο πλαίσιο και την εμφάνιση, που ενισχύουν την παρουσία και τις δυνατότητές τους, διατηρώντας παράλληλα την προσβασιμότητα και τη συμβατότητα με την άδεια οδήγησης A2 που τα έχουν κάνει τόσο δημοφιλή.

Η Tiger Sport 660 ανήκει στην κατηγορία Adventure Sport-Touring και απευθύνεται σε αναβάτες που θέλουν μια ευέλικτη μοτοσυκλέτα για τις μετακινήσεις τους κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, διασκεδαστική οδήγηση τα σαββατοκύριακα και μακρύτερα ταξίδια – συχνά με συνεπιβάτη και πλήρως φορτωμένη. Το Trident 660, από την άλλη πλευρά, είναι ένα roadster μεσαίου μεγέθους που έχει γίνει το αγαπημένο των αναβατών που αναζητούν μια ευέλικτη, κομψή μηχανή για οδήγηση στην πόλη και διασκεδαστική οδήγηση σε επαρχιακούς δρόμους. Αυτές οι αναβαθμίσεις εξασφαλίζουν ότι και τα δύο μοντέλα συνεχίζουν να προσφέρουν ακριβώς αυτό που οι αναβάτες τους εκτιμούν περισσότερο, με ακόμα περισσότερες επιδόσεις και εκλεπτυσμένη τεχνολογία”.

SPECIFICATION - TRIDENT 660 

ENGINE AND TRANSMISSION

Type

Liquid cooled, inline 3-cylinder,12 valve, DOHC, 240° Firing order

Capacity

660cc

Bore

74.0mm

Stroke

51.1mm

Compression

12:1

Max Power EC

95 PS / 95 bhp (70 kW) @ 11,250 rpm

Max Torque EC

68 Nm @ 8,250 rpm

System

Multipoint sequential electronic fuel injection with electronic throttle control. 3 rider modes (Rain, Road, Sport)

Exhaust

Stainless steel 3 into 1 header system with low single sided stainless steel silencer

Final Drive

X-ring chain

Clutch

Wet, multi-plate, slip & assist

Gearbox

6 speed

 

CHASSIS

Frame

Tubular perimeter frame, steel

Swingarm

Twin-sided, fabricated pressed, steel

Front Wheel

Cast, aluminium alloy, 5 spoke, 17 x 3.5 in

Rear Wheel

Cast, aluminium alloy, 5 spoke, 17 x 5.5 in

Front Tyre

120/70 R 17

Rear Tyre

180/55 R 17

Front Suspension

Showa 41mm upside down separate function big piston (SFF-BP) forks, 120mm wheel travel

Rear Suspension

Showa monoshock RSU, with preload & rebound adjustment, 130mm wheel travel

Front Brakes

Twin Ø310mm fixed discs, 2 piston sliding calipers, OCABS

Rear Brakes

Single Ø255mm fixed disc, single piston sliding caliper, OCABS

Instrument Display and Functions

LCD Multifunction Instruments with integrated colour TFT screen

 

DIMENSIONS & WEIGHTS

Length

2024 mm

Width Handlebars

815 mm

Height Without Mirror

1088 mm

Seat Height

810 mm

Wheelbase

1402 mm

Rake

24.5 °

Trail

108 mm

Wet Weight

195 kg

Tank Capacity

14 litres

 

 

SERVICE

 

Service Interval

10,000 miles (16,000km)/12 months (whichever comes first)

 

CONSUMPTION AND EMISSIONS

Fuel Consumption

4.9 l/100km (57.6 mpg)

Emissions

110 g/km

 

EURO 5+ 

 

SPECIFICATION – TIGER SPORT 660

ENGINE AND TRANSMISSION

Type

Liquid cooled, inline 3-cylinder,12 valve, DOHC, 240° Firing order

Capacity

660cc

Bore

74.0mm

Stroke

51.1mm

Compression

12:1

Max Power EC

95 PS / 95 bhp (70 kW) @ 11,250 rpm

Max Torque EC

68 Nm @ 8,250 rpm

System

Multipoint sequential electronic fuel injection with electronic throttle control. 3 rider modes (Rain, Road, Sport)

Exhaust

Stainless steel 3 into 1 header system with low single sided stainless steel silencer

Final Drive

X-ring chain

Clutch

Wet, multi-plate, slip & assist

Gearbox

6 speed

 

CHASSIS

Frame

Tubular perimeter frame, steel

Swingarm

Twin-sided, fabricated, steel

Front Wheel

Cast, aluminium alloy, 5 spoke, 17 x 3.5 in

Rear Wheel

Cast, aluminium alloy, 5 spoke, 17 x 5.5 in

Front Tyre

120/70 R 17

Rear Tyre

180/55 R 17

Front Suspension

Showa 41mm upside down separate function cartridge forks, 150mm wheel travel

Rear Suspension

Showa monoshock RSU, with remote hydraulic preload adjustment, 150mm wheel travel

Front Brakes

Twin Ø310mm fixed discs, 2 piston sliding calipers, OCABS

Rear Brakes

Single Ø255mm fixed disc, single piston sliding caliper, OCABS

Instrument Display and Functions

LCD Multifunction Instruments with integrated colour TFT screen

 

DIMENSIONS & WEIGHTS

Length

2069 mm

Width Handlebars

828 mm

Height Without Mirror

1395 mm / 1312 mm (high / low screen position)

Seat Height

835 mm

Wheelbase

1418 mm

Rake

23.1 °

Trail

97 mm

Wet Weight

211 kg

Tank Capacity

18.6 litres

 

 

SERVICE

 

Service Interval

10,000 miles (16,000km)/12 months (whichever comes first)

 

CONSUMPTION AND EMISSIONS

Fuel Consumption

4.9 l/100km (57.6 mpg)

Emissions

110 g/km

EURO 5+ C