Αυτό είναι το νέο VFR800X Crossrunner του 2015!

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

10/9/2014

Περιμέναμε νέο Crossrunner, δεν περιμέναμε όμως να το δούμε σήμερα το πρωί, αντί για τέλος του μήνα, και δεν περιμέναμε επίσης να αντιγράφει, κι αυτό, τη Γερμανική σχολή εμφάνισης των μεγάλων μοτοσυκλετών παντός δρόμου! Είχαμε γράψει παλιότερα για την εμφάνισή του ότι μοιάζει με πιγκουίνο, καλά να πάθουμε. Τώρα απλά μοιάζει με τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες της κατηγορίας. Βέβαια τα παραπάνω τα αντιλαμβάνεσαι περισσότερο όταν το κοιτάς από το πλάι, καθώς από μπροστά τα φανάρια του αντιγράφουν το ανανεωμένο VFR 800, στο οποίο άλλωστε βασίζεται εξ ολοκλήρου. Πράγμα φανταστικό σε ότι έχει να κάνει με τον κινητήρα και την απόκριση, γιατί έχουμε οδηγήσει στην Ισπανία το νέο VFR 800 (δεν εισάγεται στην Ελλάδα) και διαπιστώσαμε την μεγάλη βελτίωση στη συμπεριφορά του VTEC. Αν για λόγους πειραματισμού κλείσεις τελείως τα αυτιά σου, για να μην ακούσεις την ολοκληρωτική αλλαγή του ήχου, και επικεντρωθείς τελείως στο δρόμο, τότε θα περάσει κάποιος χρόνος μετά τις 6.500 στροφές, για να αντιληφθείς ότι πλέον λειτουργούν 4 και όχι 2 βαλβίδες ανά κύλινδρο. Τόσο ομαλή είναι η ενεργοποίηση του VTEC, που την πρώτη φορά που θα το οδηγήσεις, μπορεί και να μην το καταλάβεις κατευθείαν! Οι αλλαγές στον V4 κινητήρα των 782 κυβικών έχουν εστιάσει στη λειτουργία των βαλβίδων, την εισαγωγή του αέρα και όλα αυτά με γνώμονα πάντα την ομαλότερη λειτουργία του VTEC. Και πραγματικά έχουν κάνει τη μεγάλη διαφορά. Ούτε μέσα στη στροφή δεν γίνεται πλέον να σε επηρεάσει η λειτουργία του συστήματος. Τουλάχιστον αυτά ίσχυαν στο νέο VFR, και με βάση τα λεγόμενα της Honda, ότι δεν έχουν γίνει αλλαγές σε αυτό τον τομέα και για το Crossrunner, τα θετικά πρέπει να παραμένουν.

Αμάν αυτά τα μαρσπιέ!

Παραμένουν όμως ορισμένα αρνητικά. Το βασικότερο που μπορούμε να διακρίνουμε χωρίς ακόμα να έχουμε καθίσει στη σέλα του, είναι η θέση των μαρσπιέ αναβάτη. Είναι αρκετά πίσω όπως στο πρώτο Crossrunner. Ωστόσο η σέλα μοιάζει πολύ πιο άνετη, με μεγαλύτερη απόσταση από τα μαρσπιέ, και η θέση οδήγησης δεν πρέπει να είναι τόσο σκυφτή όπως στο παλιό. Κι αν στο πρώτο Crossrunner, που ελάχιστα διέφερε από ένα VFR, ήταν δύσκολο να γίνουν αλλαγές στα μαρσπιέ, τώρα που έχει γίνει νέος σχεδιασμός, θα μπορούσαν να είχαν βελτιώσει τα πράγματα και σε αυτό το σημείο. Παραμένει βέβαια το ίδιο πλαίσιο, αν και τώρα θα έχει σίγουρα αλλαγές στο λαιμό. Η τακτική της Honda είναι να αλλάζει πάντα το λαιμό και τη γεωμετρία του, όταν αλλάζουν οι αναρτήσεις. Οι αναρτήσεις έχουν επιτέλους μεγαλύτερη διαδρομή, κατά 25mm μπροστά και 28mm πίσω. Παραμένει επίσης το σήμα κατατεθέν, το μονόμπρατσο ψαλίδι, όπως και οι 17 ιντσών τροχοί. Θα το προτιμούσαμε με 19 ιντσών μπροστά, αλλά ο χαρακτήρας αυτής της μοτοσυκλέτας είναι πιο ασφάλτινος και ταξιδιάρικος. Οπότε οι αλλαγές στη σέλα, που δείχνει να είναι πλέον πιο ευρύχωρη, και ο όγκος της μοτοσυκλέτας που έχει αυξηθεί, ευνοούν αυτόν τον προσανατολισμό. Αν προσφέρει και καλύτερη προστασία από τον αέρα, σε σύγκριση με τη μοτοσυκλέτα του 2011, τότε θα έχει πετύχει την ολοκληρωτική αλλαγή. Γιατί εμφανισιακά αυτό δηλώνει, ότι δεν έχει σχέση με το προηγούμενο, και ότι δεν είναι απλά ένα VFR με το τιμόνι ψηλότερα.

Στο βασικό εξοπλισμό θα έχει επίσης ABS που μπροστά ενεργεί σε δύο δίσκους 310mm με ακτινικές δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων. Αν λειτουργεί όπως ακριβώς και στο νέο VFR, τότε θα είναι απροβλημάτιστο ακόμα και σε συνθήκες χαμηλής πρόσφυσης και απότομου φρεναρίσματος, χωρίς να αμολά μπροστά ή να παρουσιάζει ανάδραση στη μανέτα. Η Honda χρησιμοποιεί την ονομασία HSTC (Honda Selectable Torque Control) για να περιγράψει τη λειτουργία του Traction Control που έχει τρεις καταστάσεις λειτουργίας, μαζί με την off. Τα αρχικά παραπέμπουν στον τρόπο με τον οποίο ενεργεί, και μένει να αποδειχτεί στο δρόμο πόσο ομαλή είναι η παρέμβασή του.

Το Crossrunner θα έχει επίσης τα νέα αυτόματα φλας που η Honda έβαλε στο VFR, πράγμα πιο σύνθετο απ’ ότι ακούγεται. Μπορεί να το έχουμε συνηθίσει στα αυτοκίνητα, αλλά εκεί τα πράγματα είναι εύκολα γιατί υπάρχει τιμόνι. Στη μοτοσυκλέτα που στρίβει με γυροσκοπικό φαινόμενο χωρίς να στρίβει και το τιμόνι, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Για παράδειγμα όταν γίνεται έξοδος από έναν αυτοκινητόδρομο, το φλας χρειάζεται, αλλά το τιμόνι δεν στρίβει. Άρα η μοτοσυκλέτα πρέπει να αντιλαμβάνεται την κλίση, το γυροσκοπικό και την αυξομείωση της ταχύτητας, μόνο και μόνο για να γνωρίζει πότε πρέπει να σβήσει τα φλας!

Τα φώτα είναι LED και επίσης έχει θερμαινόμενα γκριπ στον βασικό εξοπλισμό. Το Crossrunner γίνεται πλέον ένα ξεχωριστό μοντέλο, αποκτώντας τη δική του ταυτότητα, και παύει να είναι μια αντιγραφή των μεταλλαγμένων για Gymkhana VFR που χρησιμοποιούσαν στην Ιαπωνία. Τέλος του μήνα θα το δούμε και από κοντά…

 

Η λειτουργία των αυτόματων φλας

Για πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα της Honda (VFR800F 2014), τοποθετούνται φλας που σβήνουν αυτόματα. Δεν θα άξιζε να εστιάσουμε καθόλου αν απλά μετρούσαν αντίθετα κάποιο διάστημα χρόνου για να σβήσουν, ωστόσο η Honda κατέληξε σε συνολικά τρεις διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού για την ακύρωσή τους. Παρόλο αυτά πάλι θα υπάρξει στιγμή που θα το κάνεις μόνος σου, μην μπορώντας να περιμένεις, ωστόσο η προσέγγισή τους είναι σωστή και κατά ένα μεγάλο ποσοστό δουλεύει γρηγορότερα από τον αριστερό σου αντίχειρα. Χρησιμοποιεί την μονάδα του ABS και τους αισθητήρες ταχύτητας των τροχών για να προσδιορίσει την ακριβή τους ταχύτητα, καθώς και την σχετική. Όταν ανάψει το φλας βλέπει αν υπάρχει διαφορά στην ταχύτητα του εμπρός με του πίσω τροχού. Επειδή όταν στρίβει μια μοτοσυκλέτα ο εμπρός τροχός διαγράφει μεγαλύτερο τόξο στροφής από τον πίσω, υπάρχει διαφορά ταχύτητας, και έτσι τα φλας του VFR καταλαβαίνουν ότι η μοτοσυκλέτα στρίβει και δεν προσπερνά απλώς. Οπότε από τη στιγμή που ανάβουν τα φλας και υπάρχει διαφορά ταχύτητας, η μονάδα περιμένει η σχετική ταχύτητα των τροχών να μηδενιστεί και αμέσως σβήνει τα φλας. Για τις προσπεράσεις όμως που οι τροχοί έχουν την ίδια ταχύτητα, τα φλας σβήνουν μετά από εκατόν είκοσι μέτρα απόστασης, αν η ταχύτητα είναι κάτω από πενήντα χιλιόμετρα, ή επτά δευτερόλεπτα, αν η ταχύτητα είναι μεγαλύτερη. Εδώ είναι που πολλές φορές θα θέλεις να τα κλείσεις μόνος σου, γιατί επτά δευτερόλεπτα είναι αρκετός χρόνος

     

-----------------------

 

 

Η πορεία των τετράχρονων V4 της Honda

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δούμε το πώς χτίστηκε ένας ζωντανός, ακόμα και τώρα, μύθος για τους V4 της Honda και πιο συγκεκριμένα για το VFR. Ένας μύθος που μεσουρανούσε ήδη την εποχή που παρουσιάστηκε το πρώτο VF, επηρεάζοντας έτσι σημαντικά την αποδοχή του μοντέλου, πριν ακόμη αυτό οδηγηθεί, ενώ συντροφεύει ακόμα και σήμερα όλα τα VFR! Το 1977 η Honda ανακοινώνει ότι θα επιστρέψει στο παγκόσμιο GP σε δύο χρόνια, σταματώντας τα δεκαετή "μούτρα" στην διοργάνωση, που ξεκίνησαν το 1968, όταν και αποχώρησε από τους αγώνες. Το ‘68 οι κανονισμοί άλλαξαν περιορίζοντας τους κυλίνδρους σε τέσσερις, δίνοντας έτσι ένα σοβαρό πλεονέκτημα στις δίχρονες μοτοσυκλέτες. Οπότε η Honda, ως παραδοσιακός υποστηρικτής των τετράχρονων κινητήρων, αποφάσισε ότι αποχωρεί. Δεν ήταν άλλωστε και λίγο αυτό για τον Soichiro Honda, που είχε αποκαλέσει τις δίχρονες μοτοσυκλέτες "βρώμικες" και είχε εστιάσει στην εξέλιξη των τετράχρονων κινητήρων, κυρίως για την καλύτερη ενεργειακή τους απόδοση. Από την άλλη, αυτή η χαμένη δεκαετία στέρησε από τη Honda ένα τεράστιο πεδίο δοκιμών, κινδυνεύοντας να γίνει η αιτία της αποκαθήλωσης από το βωμό του τεχνολογικά πιο προηγμένου κατασκευαστή. Η εταιρεία βλέποντας τον κίνδυνο αυτό, κατέφυγε σ’ ένα μάλλον απλοϊκό πλάνο. Έδωσαν τρία δισεκατομμύρια γεν στον κ. Koichi Yanase, έναν από τους manager του εργοστασίου της Suzuka, και μια άδεια να οργανώσει από το μηδέν μια εκατονταμελή ομάδα με σκοπό να κερδίσει τον πρώτο τίτλο μέσα σε τρία χρόνια. Ο Yanase ονόμασε το project "κερδίζω τίτλο σε τρία χρόνια" με την κωδική ονομασία NR, συντομογραφία του "New Racing", και αποφάσισε επίσης να μην αντιμετωπίσει με ίσους όρους τα δίχρονα των υπόλοιπων κατασκευαστών. Πιστός στους λόγους που έκαναν την Honda να αποχωρήσει πριν από δέκα χρόνια, διάλεξε να φτιάξει έναν τετράχρονο κινητήρα, και ξεκίνησε συγκρίνοντας τα όρια των τετράχρονων και των δίχρονων. Γρήγορα υπολόγισε ότι για να είναι ανταγωνιστικός χρειαζόταν έναν κινητήρα που θα ανέβαζε 23.000 στροφές, με απόδοση περίπου 130 ίππων. Κι αυτό για έναν τετράχρονο με τα δεδομένα της εποχής, σήμαινε τεράστιες ανάγκες σε τροφοδοσία καυσίμου και αέρα, κατά συνέπεια περισσότερες βαλβίδες, κάτι όμως πρακτικά αδύνατο χωροταξικά σε έναν τετρακύλινδρο, ιδιαίτερα για μια κεφαλή σε κινητήρα πεντακοσίων κυβικών. Στα χαρτιά όλα αυτά φαινόντουσαν εύκολη υπόθεση για έναν V8, ωστόσο ίσχυε ακόμη ο περιορισμός των τεσσάρων κυλίνδρων. Η διάταξη V κέρδιζε εκείνη την εποχή ολοένα και περισσότερο έδαφος και χρόνια μετά, το 1982, άφησε εποχή το δίχρονο YZR500 της Yamaha που κέρδιζε τα πρωταθλήματα. Ίσως εξαιτίας αυτής της φήμης του, να διαβάζετε λανθασμένα στην Wikipedia ότι υπήρξε γενικώς το πρώτο V στα GP...

Η ομάδα λοιπόν σκαρφίστηκε την ιδιοφυή λύση να φτιάξει πράγματι κάτι σαν V8, με 32 βαλβίδες και οκτώ μπιέλες, και απλά να "ενώσει" τα πιστόνια, ώστε να είναι εντός του κανονισμού για αυστηρά τετρακύλινδρο κινητήρα, φτιάχνοντας έτσι την πρώτη μοτοσυκλέτα με οβάλ πιστόνια. Έχοντας να λύσουν άπειρα κατασκευαστικά θέματα σ’ έναν τέτοιο κινητήρα που απαιτούσε πρωτόγνωρη μηχανολογική ακρίβεια, όταν παράλληλα ο όγκος και το βάρος του έπρεπε να είναι τα ελάχιστα δυνατά, οι μηχανικοί της Honda δούλευαν χωρίς ωράριο και με την γκιλοτίνα της έναρξης του πρωταθλήματος να γυαλίζει πάνω από το λαιμό τους. Τελικά πρόλαβαν με το ζόρι το πρωτάθλημα του ΄79 αντιμετωπίζοντας όμως πολλά προβλήματα, τα οποία και συνεχίστηκαν αμείωτα τις επόμενες χρονιές χωρίς να καταφέρνουν κάποια νίκη στα GP. Όμως αυτό δεν οφειλόταν τόσο στην NR500 που είχε καταφέρει την τρίτη χρονιά να φτάσει την απόδοση και το επίπεδο αξιοπιστίας που χρειαζόταν, όσο στην απειρία της ομάδας που τότε αποκτούσε στρατηγική και αγωνιστική εμπειρία. Η απουσία μιας δεκαετίας είχε σημαντικό αντίκτυπο. Ένα καλό παράδειγμα είναι ότι αρχικά είχαν την λανθασμένη εντύπωση πως το έντονο φρένο κινητήρα της NR500, σε σχέση με τους δίχρονους ανταγωνιστές της, θα προσφέρει αυξημένο έλεγχο στην είσοδο των στροφών!

Επειδή όμως πέρα από τις όποιες τεχνικές δυσκολίες, έπρεπε ταυτόχρονα να μείνουν πιστοί στο αρχικό πλάνο, "πρωτάθλημα σε τρία χρόνια", το νεοδημιούργητο τότε HRC, αποφάσισε να παρατήσει τα πρωτοποριακά προγράμματα και να ακολουθήσει τους υπόλοιπους. Μέσα σε σχεδόν μισή σεζόν, έφτιαξε μια ολοκαίνουρια δίχρονη μοτοσυκλέτα, την NS500, με τον V3 κινητήρα (και όχι το V3 δεν είναι ορθογραφικό λάθος) πετυχαίνοντας τελικά το στόχο στα πέντε, αντί για τα τρία χρόνια. Οπότε η διάταξη V δεν έφυγε ποτέ, η NS500 έδωσε τη θέση της στο θρύλο της Honda, την NSR500 με τον δίχρονο V4, ακολούθησαν τα πρώτα MotoGP με την RC211V αρχικά που είχε V5 990 κυβικών, ενώ με την μείωση του κυβισμού επέστρεψε και εκεί ο V4.

Από την αρχή της δεύτερης περιόδου ενασχόλησης της Honda με τα GP, σχεδόν 35 χρόνια τώρα, η διάταξη V δεν εγκαταλείφτηκε ποτέ, εξαιτίας των χωροταξικών πλεονεκτημάτων που προσφέρει και του συνδυασμού αποθεμάτων ροπής και ευστροφίας. Όμως, πέρα από την επιτυχία των δίχρονων NS500 και αργότερα των NSR500, η Honda βρέθηκε στα τέλη του ’80 μ’ έναν μοναδικό κινητήρα στα χέρια της, με οβάλ πιστόνια και εκπληκτικά χαρακτηριστικά, που αποφάσισε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψει ανεκμετάλλευτο. Η NR750 έκανε το ντεπούτο της στο Le Man το 1987, και τον Μάιο του 1992, έχοντας λύσει τα προβλήματα που απαιτεί η μαζική παραγωγή, η NR "βγήκε στις αγορές". Η περιορισμένη παραγωγή και ο μύθος που ακολουθούσε την μοτοσυκλέτα, αναβάθμισε σε άθλο απλά και μόνο να μπει κανείς στην ουρά των παραγγελιών. Όμως, όταν πρόκειται για τέτοιες εμπειρίες, το ΜΟΤΟ δεν αφήνει περιθώρια. Η ΠΡΩΤΗ μοτοσυκλέτα που πέρασε στην Ευρώπη, η NR με αριθμό πλαισίου 0044, αγοράστηκε από το περιοδικό για να την οδηγήσει και να την δυναμομετρήσει. Η αγορά ήταν για την NR ο μοναδικός τρόπος να βρεθούμε στη σέλα της! Η δυναμομέτρηση εκείνη ήταν η πρώτη ανεξάρτητη, και η φήμη του περιοδικού μας εκτοξεύεται τότε σε όλη την Ευρώπη. Ο αντίκτυπος όλων αυτών, συνόδευε τα VFR που τα κάλυπτε πάντα η αύρα της μοτοσυκλέτας με τα οβάλ πιστόνια, στη συνείδηση του κόσμου. Η πραγματική εξαργύρωση για τη Honda έρχεται όμως το 1994 στην τρίτη γενιά του VFR, το οποίο αντέγραψε το στυλ και την εμφάνιση της NR, και έγινε ούτε λίγο ούτε πολύ, η εξωτική μοτοσυκλέτα που ο καθένας μπορούσε να αποκτήσει!

Υamaha R9 2025: Tρικύλινδρη, ροπάτη, και εξοπλισμένη - Για πίστα αλλά και δρόμο [VIDEO]

Πλήρης παρουσίαση, φωτογραφίες και βίντεο - 117, 33 hp και 9,5 κιλά ροπής για 195 γεμάτα κιλά
Yamaha YZF-R9 2025
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

9/10/2024

Η Yamaha παρουσίασε επιτέλους το πολυαναμενόμενο τρικύλινδρο νέο sport μοντέλο της YZF-R9, το δεύτερο sport μοντέλο νέας γενιάς μετά το δικύλινδρο YZF-R7, προσφέροντας ισχυρότερη απόδοση και πιο πλούσιο εξοπλισμό σε σχέση με το μικρότερο αδελφάκι του, ενώ όπως κι εκείνο έχει τη δυνατότητα να βγάζει αριθμό κυκλοφορίας και να οδηγείται νόμιμα και σε δημόσιους δρόμους -αντίθετα με το R6.

Σημειώστε πως ενώ οι πρώτες πληροφορίες έκαναν λόγο και για μια δεύτερη έκδοση του R9, με κορυφαίο εξοπλισμό, για την ώρα αυτό δεν επιβεβαιώνεται, και μένει να δούμε αν θα παραμείνουμε στη μία έκδοση, ή αν θα παρουσιαστεί κάποια SP έκδοση αργότερα. 

Ενώ οι R1 GYTR και R1 RACE με τις απόλυτες επιδόσεις στην πίστα παραμένουν τα κορυφαία Superbike μοντέλα της Iwata, η Yamaha παραμένει προσηλωμένη στο μέλλον της αγοράς Supersport για χρήση στο δρόμο. Ο εμπορικός αντίκτυπος από την κυκλοφορία της R7, καθιστά σαφές ότι υπάρχει χώρος για Supersport μοντέλα που μπορούν να οδηγηθούν στο δημόσιο οδικό δίκτυο, μπορώντας να εκπληρώσουν περισσότερους από έναν ρόλους.

Η κυκλοφορία της R9 ολοκληρώνει την κατηγορία Supersport, η οποία εξελίσσεται από το μοντέλο εισόδου R125 μέχρι την R3 της κατηγορίας A2 (μοτοσυκλέτα που μόλις ανανεώθηκε για το 2025), την μεσαίου κυβισμού R7 και τώρα την R9 που μπορεί και αυτή να οδηγηθεί στο δρόμο, ενώ οι R1 GYTR, R1 RACE, R6 GYTR και R6 RACE διατηρούν τη θέση τους στη σύνθεση με τις υψηλού, αγωνιστικού επιπέδου επιδόσεις τους -και την αποκλειστική οδήγησή τους σε πίστα.

Παρόλο που αυτή η νέα γενιά Supersport σηματοδοτεί την αρχή ενός νέου κεφαλαίου, η Yamaha υποστηρίζει πως η ιστορία παραμένει ίδια με την ταυτότητα της σειράς Supersport να προέρχεται από το αγωνιστικό DNA της Yamaha. Από την σχεδίαση μέχρι την τεχνολογία αιχμής που έχει αναπτυχθεί για αγώνες.

Η R9 παίρνει αυτήν την δοκιμασμένη τεχνολογία αιχμής και την σχεδίαση που εμπνέεται από τους αγώνες, συνδυάζοντάς την με τη γνωστή και δοκιμασμένη τρικύλινδρη πλατφόρμα κινητήρα CP3 που έφερε την επανάσταση στην Yamaha την τελευταία δεκαετία -βλ. MT-09, XSR900. Ο εκρηκτικός αυτός κινητήρας, σε συνδυασμό με πλαίσιο, αναρτήσεις και φρένα που στοχεύουν σε κορυφαία σπορ οδική συμπεριφορά, οδήγησαν στη δημιουργία του νέου sport μοντέλου των Ιαπώνων, το οποίο προσφέρει τη δυνατότητα να σας συντροφεύει καθημερινά στον δρόμο, έχοντας παράλληλα εξαιρετικές επιδόσεις στην πίστα.

Yamaha YZF-R9 2025

Η σπορ εμφάνιση της R9 αναδεικνύεται τόσο από το αιχμηρό φαίρινγκ, όσο και από τα ενσωματωμένα αεροδυναμικά φτερά στα πλάγια.

Ο αεραγωγός της σειράς R σε σχήμα "M" και ο διπλός προβολέας παραμένουν, αλλά κάθε ένα από αυτά τα σχεδιαστικά χαρακτηριστικά έχει διαφοροποιηθεί και τονιστεί ελαφρώς για να συμβάλει στο επιθετικό στυλ της νέας YZF-R γενιάς. Ένας προβολέας με στρογγυλό σώμα στον αεραγωγό σχήματος M φροντίζει για φωτισμό και εμφάνιση, στα πρότυπα και του R7. 

Η R9 είναι εφοδιασμένη με τον γνωστό από το MT-09 κινητήρα 890 κ.εκ. CP3 της Yamaha, ο οποίος είναι υγρόψυκτος, 3κύλινδρος με 2ΕΕΚ, 4 βαλβίδες ανά κύλινδρο και ψεκασμό. Η διάμετρος και η διαδρομή των 78 χιλ. x 62 χιλ. και η σχέση συμπίεσης 11,5:1 παρέχουν μπόλικη ροπή και άφθονη ισχύ, οι οποίες σε συνδυασμό με τον έλεγχο ακριβείας που προσφέρει το Yamaha Chip Controlled Throttle (YCC-T), εξασφαλίζουν βέλτιστη απόδοση τόσο στην πίστα όσο και στο δρόμο. Ο τελικός λόγος μετάδοσης, ο χρονισμός ανάφλεξης και η χαρτογράφηση του καυσίμου έχουν βελτιστοποιηθεί για επιδόσεις Supersport τόσο στην πίστα όσο και στο δρόμο. Οι μέγιστες τιμές απόδοσης ανακοινώνονται στους 117,33 hp / 10.000 rpm και στα 9,5 kgm / 7.000 rpm.

Ο τρικύλινδρος βρυχηθμός έχει γίνει σήμα κατατεθέν της CP3 με την πάροδο των χρόνων και οι μηχανικοί της Yamaha έχουν δώσει ιδιαίτερη προσοχή στη βελτίωση του ήχου του κινητήρα που προκαλεί έντονα συναισθήματα.

Το πλαίσιο από χυτό αλουμίνιο τύπου Deltabox έχει αναπτυχθεί ειδικά για την R9 και η ακαμψία του έχει προσαρμοστεί για σπορ απόδοση, τόσο σε υψηλές όσο και σε χαμηλές ταχύτητες.

Σε σύγκριση με τα άλλα μοντέλα CP3 της Yamaha, η ακαμψία του βασικού πλαισίου της R9 είναι υψηλότερη και στις τρεις κατευθύνσεις: στρεπτική, διαμήκης και πλευρική. Εφαρμόζοντας συγκεκριμένα πάχη και σχήματα, καθώς και μηχανικά επεξεργασμένες οπές, οι μηχανικοί της Yamaha είχαν ως στόχο να εξισορροπήσουν την ακαμψία και την ελαστικότητα, παρέχοντας στον αναβάτη υψηλά επίπεδα ανατροφοδότησης, αλλά και άνεση στην οδήγηση.

Το βάρος του πλαισίου είναι 9,7 κιλά, γεγονός που το καθιστά, το ελαφρύτερο πλαίσιο που έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ σε μοντέλο Supersport της Yamaha. Με αυτό το ελαφρύ πλαίσιο, το συνολικό βάρος της R9 είναι μόλις 195 κιλά (με υγρά) με αποτέλεσμα τη βέλτιστη αναλογία ισχύος/βάρους. Το πλαίσιο, σε συνδυασμό με το υποπλαίσιο, έχουν επιπλέον σχεδιαστεί για να συμβάλλουν στο στενό προφίλ και την ευελιξία της R9.

Δεδομένου του μεγέθους σε σχέση με τις επιδόσεις της, η R6 ήταν εδώ και πολύ καιρό το πιο αεροδυναμικό μοντέλο της Yamaha και αποτέλεσε το σημείο αναφοράς για τους μηχανικούς της Yamaha, στη βελτίωση της αεροδυναμικής απόδοσης της R9.

Μέσω εκτεταμένων δοκιμών σε αεροδυναμική σήραγγα, οι μηχανικοί κατάφεραν να διαμορφώσουν την R9 ώστε να έχει μικρότερη αεροδυναμική αντίσταση (μεγιστοποιώντας έτσι την τελική ταχύτητα και την επιτάχυνση) από την R6, παρά το ότι η R9 έχει μεγαλύτερο κυβισμό, ψυγείο και μετωπική επιφάνεια.

Αυτή η αποδοτικότητα έχει επιτευχθεί μέσω της σχεδίασης του μπροστινού τμήματος του φρινγκ, ενώ τα νέα αεροδυναμικά φτερά που έχουν προσαρμοστεί ακριβώς κάτω από τα φώτα, μειώνουν την ανύψωση του μπροστινού τροχού και βελτιώνουν την επαφή με το οδόστρωμα. Κανονικά η προσθήκη φτερών προσθέτει αντίσταση, αλλά μέσω επαναλαμβανόμενων δοκιμών, οι αρνητικές επιπτώσεις των φτερών εξαλείφθηκαν και η τελική σχεδίαση ελαχιστοποίησε τον βαθμό της οπισθέλκουσας, προσφέροντας παράλληλα στον αναβάτη εξαιρετική αίσθηση από το μπροστινό σύστημα.

Τα φτερά μειώνουν την ανύψωση του μπροστινού τροχού κατά 6-7% στην ευθεία και όταν συνδυάζονται με το σπόιλερ που έχει τοποθετηθεί κάτω από τον αγωγό σχήματος M, αυτό το φαινόμενο αυξάνεται κατά περίπου 10% στις στροφές.

Το πιρούνι και το πίσω αμορτισέρ είναι και τα δύο νέας σχεδίασης εξαρτήματα ανάρτησης της KYB, τα οποία έχουν ρυθμιστεί ειδικά για τη μοτοσυκλέτα και αναπτύχθηκαν παράλληλα με τις R1 GYTR και R1 RACE του 2025.

Το νέο ανεστραμμένο πιρούνι KYB 43 χιλ. έχει επανασχεδιαστεί πλήρως και πλέον διαθέτει ξεχωριστούς ρυθμιστές στο αριστερό και το δεξί στέλεχος για την απόσβεση επαναφοράς και τη συμπίεση ελατηρίου. Η κάθε ρύθμιση μπορεί να γίνει ξεχωριστά, από το δεξί στέλεχος για την απόσβεση επαναφοράς και από το αριστερό για τη συμπίεση ελατηρίου, τόσο σε υψηλή όσο και σε χαμηλή ταχύτητα.

Κάθε καλάμι διαθέτει πλέον μια βαλβίδα βάσης, η οποία έχει σχεδιαστεί για να βελτιστοποιεί την πίεση στον κύλινδρο, περιορίζοντας ή αποτρέποντας πλήρως τη ροή λαδιού στο κάτω μέρος του πιρουνιού. Αυτή η νέα διάταξη έχει ως αποτέλεσμα βελτιωμένη απόκριση της απόσβεσης, καλύτερη αίσθηση στην επαφή με το δρόμο και μεγαλύτερη σταθερότητα σε όλες τις συνθήκες οδήγησης. Η επίστρωση Kashima δίνει πιο σκούρα απόχρωση στο χρυσό/μπρονζέ χρώμα, τονίζοντας τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας.

Το πίσω αμορτισέρ είναι ρυθμιζόμενο ως προς την προφόρτιση, την απόσβεση επαναφοράς και την απόσβεση συμπίεσης. Η νέα διάταξη συμβάλλει στην απόσβεση με μεγαλύτερη ακρίβεια και παρέχει καλύτερη ανατροφοδότηση από το έδαφος, στην πίστα και το δρόμο.

Στα φρένα μπροστά η R9 διαθέτει τετραπίστονες monoblock δαγκανές Brembo Stylema, ελαφριές, άκαμπτες και σχεδιασμένες για να παρέχουν καλύτερο έλεγχο και ευστάθεια. Τα σωληνάκια των φρένων είναι μεταλλικά, ενώ οι δίσκοι μπροστά έχουν μεγάλη διάμετρο 320 mm.

Η ακτινική τρόμπα φρένου ανεβάζει την ισχύ πέδησης της R9 στο επόμενο επίπεδο, διαθέτοντας έμβολο που κινείται σε παράλληλη κατεύθυνση με τη διαδρομή του φρένου, ασκώντας πίεση γραμμικά καθώς ο αναβάτης πιέζει τη μανέτα, γεγονός που εξασφαλίζει πολύ καλή αίσθηση και εξαιρετικό έλεγχο.

Οι ελαφριές δαγκάνες Stylema προσφέρουν εξαιρετική ισχύ πέδησης μέσω τεσσάρων εμβόλων 30 χιλ. και έχουν σχεδιαστεί για βελτιστοποιημένη ροή του αέρα, η οποία εξασφαλίζει αποτελεσματική ψύξη και μείωση των απωλειών σε περιβάλλον πίστας.

Η θέση οδήγησης έχει σπορ προσανατολισμό και περιλαμβάνει clip-on τιμόνι. Αλλά, για να καλυφθούν τα διαφορετικά επίπεδα των αναβατών που οδηγούν σε track-days και η δυναμική οδήγηση στο δρόμο, τα σημεία επαφής του σώματος με τη μοτοσυκλέτας έχουν σχεδιαστεί με τρόπο που να επιτρέπει σε αναβάτες κάθε αναστήματος, να μετατοπίζουν ελεύθερα το σώμα τους πάνω στη μοτοσυκλέτα.

Η απόσταση από το τιμόνι μέχρι τους γοφούς του αναβάτη έχει βελτιστοποιηθεί για να αποφευχθεί η υπερβολική κλίση προς τα εμπρός και το ύψος της σέλας στα 830 χιλ. προσφέρει άνετη πρόσβαση σε ένα ευρύ φάσμα αναβατών. Τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί με τρόπο που παρέχει περισσότερο χώρο για τα πόδια και αποτρέπει τις κράμπες.

Τα κλιπόν είναι τοποθετημένα κάτω από την τριπλή βάση, προσφέροντας την αίσθηση που αναμένεται από μια μοτοσυκλέτα Supersport, χωρίς όμως υπερβολικά επιθετική κλίση προς τα εμπρός. Η τοποθέτηση είναι πιο σπορ από του clip-on τιμονιού της R7, αλλά πιο ξεκούραστη από του αντίστοιχου της R6 RACE, γεγονός που εξασφαλίζει καλύτερο χειρισμό σε κάθε περιβάλλον οδήγησης.

Το ρεζερβουάρ των 14 λίτρων καυσίμου παρέχει πολύ καλή αυτονομία στο δρόμο και έχει περιορισμένο πλάτος που εξασφαλίζει βέλτιστη σύνδεση του αναβάτη με τη μοτοσυκλέτα. Το σχήμα του ρεζερβουάρ είναι σχεδιασμένο για να παρέχει καλό κράτημα για τους μηρούς και τους βραχίονες του αναβάτη στις στροφές, για καλύτερη σύνδεση με τη μοτοσυκλέτα.

Η R9 είναι εφοδιασμένη με ελαστικά πρώτης τοποθέτησης Battlax Hypersport RS11 της Bridgestone.

Οι διακόπτες της R9 είναι είναι εργονομικοί, ενώ η R9 διαθέτει σύστημα Cruise-Control που λειτουργεί από τα 40 χλμ/ώρα και πάνω και ρυθμιζόμενο όριο ταχύτητας, αν δεν θέλετε να υπερβείτε κάποια ταχύτητα.

Στα ηλεκτρονικά βοηθήματα του R9 βρίσκουμε μονάδα μέτρησης αδρανειακών δυνάμεων IMU 6 αξόνων που βελτιστοποιεί τη λειτουργία των Traction Control, ABS, Riding Modes, κ.α.

Τα τρία ενσωματωμένα προγράμματα οδήγησης “Sport”, “Street” και “Rain” διαθέτουν εργοστασιακές ρυθμίσεις με διαφορετικά επίπεδα παρέμβασης, για να ταιριάζουν σε διαφορετικές συνθήκες οδήγησης. Συμπληρώνονται από την επιλογή ρύθμισης δύο προγραμμάτων “Custom” και από τέσσερα προγράμματα Track. Αυτό επιτρέπει τη δημιουργία συγκεκριμένων ρυθμίσεων YRC που ταιριάζουν σε συγκεκριμένες συνθήκες ή καταστάσεις, με αλλαγή του επιπέδου ηλεκτρονικής υποστήριξης σε συστήματα όπως είναι η παροχή ισχύος (PWR), ο έλεγχος πρόσφυσης (TCS), ο έλεγχος ολίσθησης (SCS), ο έλεγχος πέδησης (BC), ο έλεγχος ολίσθησης του πίσω τροχού (BSR), η διαχείριση φρεναρίσματος του κινητήρα (EBM) και ο έλεγχος ανύψωσης του μπροστινού τροχού (LIF). Οι ρυθμίσεις μπορούν να γίνουν απευθείας από το μενού ρυθμίσεων YRC στην οθόνη της R9 ή μέσω της εφαρμογής MyRide της Yamaha για smartphone.

Για βέλτιστες εκκινήσεις σε αγώνες, η R9 διαθέτει σύστημα εκκίνησης launch control, το οποίο υποστηρίζει τους αναβάτες κατά την εκκίνηση και κατά την επιτάχυνση από στάση, ενώ για την οδήγηση σε πίστα, υπάρχει η επιλογή απενεργοποίησης του ABS στον πίσω τροχό.

Το σύστημα Quick Shift (QSS) τρίτης γενιάς της Yamaha επιτρέπει ανεβάσματα και κατεβάσματα ταχυτήτων χωρίς συμπλέκτη, με τη Ρύθμιση 1 να τις ενεργοποιεί κατά την επιτάχυνση (για ανεβάσματα) και κατά την επιβράδυνση (για κατεβάσματα). Η ρύθμιση 2 επιτρέπει κατεβάσματα κατά την επιτάχυνση και ανεβάσματα κατά την επιβράδυνση, παρέχοντας καλύτερη λειτουργία σε ένα ευρύτερο φάσμα σεναρίων.

Στα όργανα, η έγχρωμη οθόνη TFT 5" της R9 μπορεί να προσαρμοστεί μεταξύ τεσσάρων επιλέξιμων θεμάτων, ενώ το πρόγραμμα track εμφανίζει πληροφορίες που αφορούν μόνο την οδήγηση σε πίστα. Συμπεριλαμβάνεται το χρονόμετρο γύρων.

Η οθόνη της R9 διαθέτει και συνδεσιμότητα με χρήση της εφαρμογής MyRide της Yamaha. Η εφαρμογή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την τροποποίηση των ρυθμίσεων YRC και επιτρέπει τη δημιουργία νέων προγραμμάτων YRC ακόμα και όταν είστε μακριά από τη μοτοσυκλέτα. Έως και 40 διαφορετικές παραλλαγές των προγραμμάτων μπορούν να αποθηκευτούν στην εφαρμογή για να ταιριάζουν σε συγκεκριμένες συνθήκες του δρόμου ή της πίστας και στη συνέχεια, να μεταφερθούν στη μοτοσυκλέτα όταν βρίσκεται εντός εμβέλειας.

Το ενσωματωμένο πλήρες σύστημα πλοήγησης διατίθεται επίσης μέσω της εφαρμογής Garmin StreetCross. Οι χρήστες μπορούν επίσης, να εμφανίζουν διάφορες πληροφορίες και εικόνες στην οθόνη. Συμπεριλαμβάνονται τηλεφωνικές κλήσεις, γραπτά μηνύματα και ενημερώσεις για τον καιρό.

Η R9 έρχεται και με τηλεμετρία, με την εφαρμογή Y-Trac να απογειώνει την Supersport εμπειρία, επιτρέποντας στους αναβάτες να βελτιώνουν την οδήγηση στην πίστα και την απόδοσή τους μέσω εργαλείων που συνήθως διατίθενται μόνο σε επαγγελματίες αγωνιζόμενους. Προερχόμενη από αγώνες, η εφαρμογή Y-Trac προσφέρει τη δυνατότητα καταγραφής και ανάλυσης δεδομένων οδήγησης με τεχνολογία επαγγελματικού επιπέδου για αναβάτες κάθε επιπέδου, από αρχάριους έως και επαγγελματίες.

Με την εφαρμογή Y-Trac, μπορούν να καταγραφούν οι χρόνοι γύρων και ενδιάμεσων τομέων, καθώς και δεδομένα της μοτοσυκλέτας, όπως η γωνία κλίσης, οι στροφές του κινητήρα, η επιλεγμένη σχέση στο κιβώτιο, η ταχύτητα, η θέση του γκαζιού και το επίπεδο παρέμβασης των ηλεκτρονικών συστημάτων, όπως ο έλεγχος πρόσφυσης.

Η εισαγωγή δεδομένων τοποθεσίας GPS μπορεί να γίνει μέσω smartphone, αλλά εάν ο αναβάτης θέλει να χρησιμοποιήσει τη μονάδα GPS της μοτοσυκλέτας, το Y-TRAC μπορεί να συνδεθεί με το Garmin GLO2. Η εφαρμογή Y-Trac προσφέρει επίσης την επιλογή ενός "Εικονικού Pitboard", όπου τα μέλη της ομάδας του αναβάτη μπορούν να στείλουν μηνύματα στην οθόνη του ενώ βρίσκεται στην πίστα.

Οι ιδιοκτήτες R9 μπορούν να εγγραφούν για μια δωρεάν δοκιμαστική έκδοση της εφαρμογής ή να αποκτήσουν την premium συνδρομή.

Κύρια τεχνικά χαρακτηριστικά

  • Υγρόψυκτος, 4-χρονος. 3-κύλινδρος κινητήρας CP3 890 κ.εκ. με 2ΕΕΚ
  • Ελαφρύτερο πλαίσιο αλουμινίου Deltabox σε μοντέλο Supersport της Yamaha
  • Μπροστινός κύριος κύλινδρος Brembo και δαγκανές Stylema σε συνδυασμό με δισκόφρενα 320 mm
  • Επιθετική αεροδυναμική σχεδίαση με φτερά κάθετης δύναμης
  • Νέας γενιάς, πλήρως ρυθμιζόμενο πιρούνι 43 χιλ. της KYB
  • Μονάδα IMU 6 αξόνων, προερχόμενη από την R1
  • Ευαίσθητα ως προς τις κλίσεις βοηθήματα που περιλαμβάνουν έλεγχο πρόσφυσης (TCS), έλεγχο ολίσθησης (SCS) και έλεγχο πέδησης (BC)
  • Λειτουργίες ισχύος (PWR), σύστημα ελέγχου εκκίνησης (LC), σύστημα ελέγχου ανύψωσης (LIF)
  • Σύστημα γρήγορης αλλαγής ταχυτήτων (QSS) τρίτης γενιάς
  • Διαχείριση φρεναρίσματος κινητήρα (EBM) και έλεγχος ολίσθησης του πίσω τροχού (BSR)
  • Πρόγραμμα απενεργοποίησης του ABS στον πίσω τροχό
  • Σύστημα ελέγχου διαδρομών της Yamaha (YRC) με προσαρμόσιμες ρυθμίσεις
  • Μονάδα CCU που επιτρέπει τη μεταφόρτωση και τη λήψη ρυθμίσεων για τη μοτοσυκλέτα
  • Έγχρωμη οθόνη TFT 5 ιντσών με συνδεσιμότητα
  • Καταγραφή και ανάλυση δεδομένων οδήγησης με το Y-TRAC
  • Σύστημα Cruise Control και περιοριστής ταχύτητας
  • Clip on
  • Ελαστικά Bridgestone Battlax Hypersport RS11
  • Ζάντες από χυτό αλουμίνιο
  • Ρυθμιζόμενες μανέτες
  • Λεβιέ ταχυτήτων από σφυρήλατο αλουμίνιο

Η R9 2025 θα είναι διαθέσιμη στα χρώματα Icon Blue και Tech Black και αναμένεται να βρίσκεται στις εκθέσεις της Yamaha από τον Μάρτιο.

Yamaha YZF-R9 2025
Ετικέτες