BMW CE 04: Νέο ηλεκτρικό σκούτερ με 42hp και αυτονομία 130km

Έχει μετάδοση με σχέσεις αλλά και έκδοση Α1
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

7/7/2021

Με μέγιστη τελική ταχύτητα τα 120km/h σε οποιαδήποτε από τις εκδόσεις, τόσο της μειωμένης ιπποδύναμης Α1, όσο και εκείνης με τους 42 ίππους, το νέο BMW CE 04 με την αυτονομία των 130Km/h είναι η πρόταση της BMW για μετακινήσεις εντός πόλης. Εκεί που δεν θα χρειαστείς και παραπάνω από 120Km/h όπως λένε οι ίδιοι και με αυτονομία που καλύπτει τις ανάγκες των περισσότερων. Βέβαια η αυτονομία που ανακοινώνει η BMW είναι η μέγιστη δυνατή, αντίστοιχη με την ελάχιστη κατανάλωση όταν μιλάμε για κινητήρες εσωτερικής καύσης, όχι την μέση ή την μέγιστη κατανάλωση.

Σε κάθε περίπτωση τα 130km αυτονομίας υπερκαλύπτουν ένα μεγάλο μέρος των καθημερινών αναγκών για τους περισσότερους ενώ η έκδοση μειωμένης ιπποδύναμης για οδήγηση με δίπλωμα Α1 έρχεται και με χαμηλότερη αυτονομία στα 100km. Επιπρόσθετα η Α1 έκδοση μπορεί να ανέβει έως τους 31hp στις 4.000 στροφές έναντι των 42hp στις 4.900 στροφές της Α2 έκδοσης με την ροπή να είναι ίδια και στις δύο εκδόσεις, 6,32kg.m στις -μόλις- 1.500 στροφές.

Ο υδρόψυκτος κινητήρας μόνιμου μαγνήτη, σύγχρονου ρότορα / στάτορα έχει μέγιστο ρυθμό περιστροφής τις 12.300 στροφές και είναι η τελευταία λέξη της τεχνολογία που βρίσκεται αυτή την στιγμή στην παραγωγή αντίστοιχος με αυτό που μπορεί κανείς να βρει στην BMW i3, τις ακριβές ηλεκτροκίνητες Jaquar κτλ. Αυτό από μόνο του καθιστά το CE 04 ξεχωριστό ανάμεσα στην πλειοψηφία των ηλεκτρικών σκούτερ που υπάρχουν αυτή την στιγμή με επαγωγικούς κινητήρες, hub motor κτλ.

Στην πράξη η BMW θέλει το CE 04 να είναι εφάμιλλο σε λειτουργία και τρόπο χρήσης με τα σκούτερ που έχει ήδη στην γκάμα της, αν και τα 231 κιλά που ζυγίζει είναι νούμερο που όσο καλά κι αν κρύβεται εξαιτίας της κατανομής και του χαμηλού κέντρου βάρους, δεν μπορούν ολότελα να παραβλεφθούν. Για παράδειγμα το R1250GS ζυγίζει 250 κιλά, ενώ στα ίδια κιλά με το CE 04 είναι η Africa Twin και μάλιστα η έκδοση DCT αλλά και το V-Strom 1050XT. Αντίστοιχα καταναλώνει 7,7 kWh με βάση το στάνταρ σύστημα κύκλων οδήγησης για την μέτρηση της κατανάλωσης για κάθε 100 χιλιόμετρα ενώ τα 0-100 έρχονται σε 9,1 για την έκδοση των 42hp και σε 9,9 για την έκδοση Α1.

Η τελική μετάδοση γίνεται με ιμάντα που παίρνει κίνηση από ένα κιβώτιο μίας σχέσης και την συνολική αναλογία να ανέρχεται τελικής μετάδοσης να ανέρχεται σε 10.5 ενώ ο κινητήρας μόνιμου μαγνήτη, EMP 156 είναι τοποθετημένος στο πλαίσιο ανάμεσα στην μπαταρία και στον πίσω τροχό σε νοοτροπία που ακολουθεί την διάταξη των αυτοκινήτων όπως το 225xe Active Tourer. Ο ηλεκτροκινητήρας τροφοδοτείται από τάση μεταξύ 100 και 150V αντλώντας δύναμη από μία συστοιχία ιόντων λιθίου χωρητικότητας 8.9kWh που κατασκευάζονται με πράσινη ενέργεια στα πρότυπα των BMW iX και BMW i4. Ο τομέας του αυτοκινήτου έχει μεταλαμπαδεύσει εδώ όλες τις γνώσεις για την διαχείριση της μπαταρίας και του ηλεκτροκινητήρα, μέχρι και το σημείο του σχεδιασμού του πλαισίου. Σε μία, εικάζουμε, εκτεταμένη συνεργασία της BMW Motorrad με τον κλάδο αυτοκίνησης της BMW που σε αντίστοιχο βαθμό έχει να υπάρξει από την εποχή που σχεδίαζαν τον στρόφαλο του εξακύλινδρου K1600 αλλά και την οθόνη στο αντίστοιχο μοντέλο.

Τώρα το νέο σκούτερ δεν θα μπορούσε να μην ακολουθήσει τα αυτοκίνητα και σε αυτό τον τομέα με μία έγχρωμη TFT 10.25 ιντσών που χρησιμοποιεί το μέγεθός της για να προσφέρει πλήρεις δυνατότητες πλοήγησης την ίδια στιγμή που συνεχίζει να δείχνει την ταχύτητα κίνησης και όλες τις υπόλοιπες πληροφορίες. Αντίστοιχα δηλαδή με αυτό που κάνει πλέον η Multistrada V4 και που θα έχουν και τα νέα BMW R, ενώ το πιθανότερο -λέμε εμείς- είναι η οθόνη αυτή να κατασκευάζεται από την Bosch και θα την δούμε σύντομα και σε άλλα μοντέλα. Το φρενάρισμα αναλαμβάνουν δύο δίσκοι εμπρός 265mm με τετραπίστονες δαγκάνες και ένας δίσκος πίσω με αντίστοιχη διάμετρο και πλευστή δαγκάνα με σωληνάκια υψηλής πίεσης και την χρήση της μονάδας ABS 9.3 της Bosch. Αυτό σημαίνει πως παρόλο που είναι μία γενιά πίσω, η μονάδα αυτή παραμένει μία από τις πιο σύγχρονες ενώ παράλληλα υπάρχει και η δυνατότητα στον πρόσθετο εξοπλισμό να λαμβάνει πληροφορίες κλίσης του σκούτερ και να ρυθμίζει το φρενάρισμα με βάση το πόσο δυνατά πιέζει την μανέτα ο αναβάτης, αλλά σε συνάρτηση με την κλίση.

Ταυτόχρονα βέβαια το CE 04 χρησιμοποιεί και φρένο κινητήρα το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση μεταφράζεται σε ανάκτηση ενέργειας. Αυτό μάλιστα είναι δυναμικά ρυθμιζόμενο και τελείως διαφορετικό ανάλογα με την λειτουργία που έχει επιλέξει ο αναβάτης. Οι λειτουργίες είναι “ECO”, “Rain”, “Road” και “Dynamic” με την “Road” να είναι η βασική επιλεγμένη. Η ύπαρξη ανάκτησης ενέργειας εκτός από το προφανές, να ανακτά ενέργεια κατά το φρενάρισμα, είναι κι άλλο ένα στοιχείο που φέρνει το CE 04 λίγο πιο κοντά στα υπόλοιπα σκούτερ της BMW με κινητήρα εσωτερικής καύσης καθώς κλείνοντας το γκάζι δεν «μπαίνει νεκρά» αλλά υπάρχει πιο έντονη επιβράδυνση. Η μέγιστη ανάκτηση κι άρα το μέγιστο φρένο κινητήρα υπάρχει στην κατάσταση Dynamic που σε παραδοσιακό BMW στιλ πρέπει να το πληρώσεις έξτρα και το αμέσως επόμενο είναι στο “ECO”.

Υπάρχει και traction control ενώ με 26,5 γωνία κάστερ, 120mm ίχνος και μεταξόνιο 1.675mm η γεωμετρία του προσομοιάζει cruiser μοτοσυκλέτα, πράγμα που σε συνδυασμό με το βάρος μας φέρνει άλλο ένα βήμα πιο κοντά στο γεγονός πως θέλουμε να το οδηγήσουμε πριν αναφέρουμε τα θετικά για την ευελιξία για την οποία διατείνεται η ίδια η BMW και αναμεταδίδεται κάπως εύκολα από τους υπόλοιπους. Οι τροχοί είναι 15 ιντσών με 3,5 ζάντα εμπρός και 4,5 πίσω και ελαστικά 120/70 και 160/60 που ταιριάζουν στα χαρακτηριστικά της γεωμετρίας αλλά και το συνολικό βάρος. Μπροστά το πιρούνι έχει διαδρομή 110mm και πίσω το αμορτισέρ που εδράζεται απευθείας πάνω από τον άξονα έχει 92mm και περιμένουμε από την BMW να είναι πιστή στα δικά της στάνταρ και να σβήνουν οι αναρτήσεις κάθε ανωμαλία, ακόμη και των ελληνικών δρόμων.

Προφανώς και ένα τέτοιο σκούτερ, με μία τέτοια απόδοση, δεν έχει αφαιρούμενες μπαταρίες. Όχι μόνο αυτό αλλά η υποδοχή φόρτισης είναι αντίστοιχη των αυτοκινήτων και -φυσικά πληρώνοντας έξτρα- μπορεί να δεχτεί ταχυφορτιστή. Σε αυτή την περίπτωση η φόρτιση που διαρκεί 4 ώρες και 20 λεπτά πέφτει στα 1:40 με ταχυφορτιστή 6,9kW. Βέβαια η BMW δεν συνιστά να εξαντλείται η μπαταρία του σκούτερ και θεωρεί μία πιο σωστή μέτρηση από το 20% της μπαταρίας στο 80% που με ταχυφορτιστή θα γίνει σε 45 λεπτά. Στην ελληνική πραγματικότητα, που ακόμη δεν έχει καθοριστεί το νομικό πλαίσιο για να αρχίσουν οι δήμοι τις εγκαταστάσεις και που κάθε ένας ταχυφορτιστής αυτή την στιγμή είναι τοποθετημένος με ξεχωριστές διατάξεις, θα αργήσουμε να δούμε πληθώρα σημείων φόρτισης σε κάθε γειτονιά. Ακόμη και οι οικιακοί ταχυφορτιστές τοποθετούνται αυτή την στιγμή χωρίς ελέγχους προδιαγραφών ως προς την ασφάλισή τους όπως πρόσφατα μας αποκάλυψε Δήμος που έχει πρωτοστατήσει στις εγκαταστάσεις κι έτσι εκ των πραγμάτων το CE 04 δεν απευθύνεται σε πολλούς - Πριν ακόμη δηλαδή μάθουμε την τιμή του στην Ελλάδα. Σημειώστε πως για αποθηκευτικό χώρο υπάρχει η δυνατότητα να ασφαλιστεί ένα κράνος ενώ για επέκτασή του η λύση που προτείνει η BMW είναι μία μαλακιά εξωτερική βαλίτσα, φυσικά -για να μην ξεχνιόμαστε- στον πρόσθετο εξοπλισμό.

Σε κάθε περίπτωση η μοντέρνα εμφάνισή του, ο πλούσιος εξοπλισμός του και οι -απευθείας από το αυτοκίνητο- τεχνολογικές λύσεις που προσφέρει, με την αυτοκίνηση να είναι πολύ πιο μπροστά από την μοτοσυκλέτα, καθιστούν το CE 04 ξεχωριστό και την BMW πρωτοπόρα στον τομέα.

 

Ετικέτες

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.