Buell Super Cruiser - Έναρξη παραγωγής για την cruiser των 175 ίππων
Η πρώτη πραγματικά καινούργια Buell έπειτα από 10+ χρόνια
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
2/10/2025
Ύστερα από δύο χρόνια αναμονής και υποσχέσεων, η Buell ανακοίνωσε επίσημα ότι η νέα Super Cruiser πέρασε στη φάση παραγωγής, σηματοδοτώντας την πρώτη πραγματικά καινούρια μοτοσυκλέτα της εταιρείας εδώ και πάνω από δέκα χρόνια.
Η πρώτη μοτοσυκλέτα με αριθμό πλαισίου (VIN) 0001 ολοκληρώθηκε στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας, όπως γνωστοποίησε η αμερικανική εταιρεία. Το μοντέλο είχε πρωτοπαρουσιαστεί το Φεβρουάριο του 2023, δημιουργώντας ενθουσιασμό, και πλέον γίνεται πραγματικότητα, περνώντας στην φάση παραγωγής.
Σύμφωνα με τη Buell, το πρώτο Super Cruiser δεν θα πουληθεί, αλλά θα τοποθετηθεί στο Barber Motorsports Museum στην Αλαμπάμα, ως σημείο αναφοράς στην ιστορία της μάρκας.
Από τον Erik Buell στον Bill Melvin
Η ιστορία της Buell έχει περάσει από πολλά σκαμπανεβάσματα. Ο ιδρυτής της, Erik Buell υπήρξε ένας οραματιστής της μοτοσυκλέτας, με πολλές αποτυχίες και άλλες τόσες αναγεννήσεις (Buell Motorcycle Company, Buell American Motorcycles, Erik Buell Racing). Σήμερα, ο Erik δεν έχει πλέον άμεση σχέση με την εταιρεία.
Ο νυν CEO Bill Melvin ξεκίνησε ως διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων που όλοι περίμεναν πως θα πουλήσει την κληρονομιά της Buell σε τρίτους. Ωστόσο, αποφάσισε να επενδύσει, οδηγώντας την εταιρεία σε νέα τροχιά.
“Αυτές οι χειροποίητες μοτοσυκλέτες είναι ένας πραγματικός συνδυασμός επιδόσεων και τέχνης. Είμαστε υπερήφανοι για την ομάδα που με αφοσίωση και δεξιοτεχνία μετέτρεψε το Super Cruiser από ιδέα σε παραγωγή”, δήλωσε ο Melvin.
Η Buell ανακοίνωσε ότι οι παραδόσεις θα ξεκινήσουν μόλις ολοκληρωθούν οι τελικές πιστοποιήσεις από τις αμερικανικές αρχές, κάτι που αναμένεται σε 2 έως 4 μήνες, χωρίς να δίνεται καμία πληροφορία για την πιο τουριστική μοτοσυκλέτα της Buell, την Supertouring 1190.
Αυτό αφορά την αγορά των ΗΠΑ. Για την Ευρώπη, τα πράγματα είναι λιγότερο ξεκάθαρα. Η εταιρεία δηλώνει πως ακολουθεί “συντηρητική προσέγγιση” για να αποφύγει τα λάθη του παρελθόντος.
“Επιλέξαμε έναν αργό και σταθερό ρυθμό αύξησης της παραγωγής ώστε κάθε μοτοσυκλέτα να ανταποκρίνεται στην υπόσχεσή της”, πρόσθεσε ο Jason Anderson, Διευθυντής παραγωγής και ποιότητας της Buell.
Η Super Cruiser, με 175 ίππους, έρχεται για να βάλει τη Buell ξανά στο χάρτη. Αν και η παρουσία της εταιρείας στην Ευρώπη παραμένει αβέβαιη, η μοτοσυκλέτα μπορεί να σταθεί βάσει προδιαγραφών απέναντι ακόμη και στο Diavel V4. Η Buell ανακοινώνει επίσημο βάρος μόλις 220 κιλών χωρίς βενζίνη, με τον V4 κινητήρα να έχει χωρητικότητα 1.190 κ.εκ. και περιεχόμενη γωνία κυλίνδρων στις 72 μοίρες. Η Buell υπόσχεται 50 μοίρες μέγιστη κλίση και περιφερειακά υψηλών προδιαγραφών με τους σήμα κατατεθέν εμπρός δίσκους που δένουν στο χείλος της ζάντας να αντιστοιχούν σε συμβατικούς 320 χλστ. Οι δαγκάνες είναι ακτινικής τοποθέτησης τεσσάρων εμβόλων και οι αναρτήσεις προέρχονται από τη FOX. Η τιμή της στις ΗΠΑ ξεκινά από τα 22.000 ευρώ.
Οδηγούμε: Yamaha MT-03 2024 - Πιο κοντά στον Ευρωπαίο αναβάτη
Το μικρομεσαίο μοντέλο της Iwata συνεχίζει την πορεία του στην Euro 5+ εποχή, με μικρές αλλαγές
Από τον
Αλέξανδρο Λαμπράκη
19/3/2024
Το MT-03 του 2024 μπαίνει στην Euro 5+ εποχή, διατηρώντας την ίδια σχεδιαστική ταυτότητα που γνωρίσαμε το 2020, έχοντας όμως δεχτεί αλλαγές στο εργονομικό τρίγωνο του αναβάτη που το φέρνουν πιο κοντά στον σωματότυπο των Ευρωπαίων, ενώ η απουσία του κόκκινου αυτοκόλλητου από το ρεζερβουάρ προσδίδει ένα πιο σοβαρό ύφος στον χρωματισμό της δοκιμής μας, Midnight Cyan.
Το MT-03 με τον δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα των 321 κυβικών, το γνωρίσαμε το 2016, όταν η Yamaha αποφάσισε να διεκδικήσει κομμάτι της πίτας από την Α2 κατηγορία, η οποία είχε ήδη αρχίσει να δίνει ζωή στις μικρομεσαίες μοτοσυκλέτες. Από τότε ο κινητήρας του ήταν ένα από τα δυνατά στοιχεία της μοτοσυκλέτας, καθώς οι περισσότερες προτάσεις της κατηγορίας έχουν μέχρι και σήμερα μονοκύλινδρη διάταξη. Το 2020, η εμφάνισή του άλλαξε δραματικά, υιοθετώντας το επιθετικό στυλ που είχε επιλέξει η Yamaha για όλα τα μοντέλα της οικογένειας MT. Ταυτόχρονα, επωφελήθηκε και από τις αλλαγές που είχαν γίνει από την προηγούμενη χρονιά, στο YZF-R3.
Ερχόμαστε στο σήμερα και στις Euro 5+ προδιαγραφές, όπου σε αντίθεση από το MT-09 που είδαμε να δέχεται μία σημαντική αλλαγή στην εμφάνιση, μαζί με πολλές ακόμα βελτιώσεις, η Yamaha επέλεξε να ακολουθήσει την ίδια σχεδιαστική φιλοσοφία στο ανανεωμένο MT-03, το οποίο καλύπτει τις νέες προδιαγραφές χωρίς επιπτώσεις στην απόδοσή του. Έτσι, έχουμε 42 ονομαστικούς ίππους στις 10.750 στροφές με τη ροπή να αγγίζει τα 3 κιλά στις 9.000 στροφές. Οι τιμές που φτάνουν στον πίσω τροχό δεν έχουν μεγάλη απόσταση από τα νούμερα που ανακοινώνει η Yamaha, ενώ με τη σωστή κλιμάκωση του κιβωτίου έξι σχέσεων, το MT-03 μπορεί να διατηρήσει με άνεση ταχύτητες 140-150 χ.α.ω. Το θέμα είναι αν εσύ αντέχεις, καθώς η έλλειψη οποιουδήποτε είδους προστασίας και η όρθια θέση οδήγησης βάζουν δύσκολα στον αναβάτη στα πολλά. Μάλιστα, για τη νέα χρονιά, ο αναβάτης είναι λίγο πιο όρθιος, με μικρές αλλαγές που έχουν να κάνουν με την εργονομία και θα τις αναλύσουμε εκτενέστερα σε επόμενο τεύχος.
Εκεί θα δούμε και τις αλλαγές που έχουν να κάνουν με τις αναρτήσεις, όπου παραμένει το μη ρυθμιζόμενο ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι και το μονό αμορτισέρ πίσω, το οποίο ρυθμίζεται ως προς την προφόρτιση του ελατηρίου. Οι διαδρομές παραμένουν στα ίδια επίπεδα με πριν, με 130 χιλιοστά μπροστά και 125 πίσω, που συνεπικουρούν στη διατήρηση του ύψους της σέλας στα 780 χιλιοστά από το έδαφος. Πράγμα που σημαίνει ότι το MT-03 καλύπτει μεγάλο εύρος αναβατών, ανεξαρτήτως αναστήματος. Επίσης, το γεγονός ότι οι περισσότεροι αναβάτες μπορούν να πατήσουν όλο το πέλμα και των δύο ποδιών στο έδαφος χαρίζει αυξημένη εμπιστοσύνη, αλλά και ευκολία στην καθημερινή μετακίνηση.
Το πλαίσιο διατηρεί τα γρήγορα γεωμετρικά του χαρακτηριστικά, με τη γωνία κάστερ των 25 μοιρών και το ίχνος των μόλις 95 χιλιοστών να προσδίδουν υψηλά επίπεδα ευελιξίας και σπορ συμπεριφοράς. Σε συνδυασμό με το μαζεμένων διαστάσεων τιμόνι, που έχει σαν αποτέλεσμα το πλάτος να μην ξεπερνάει τα 745 χιλιοστά, οι ελιγμοί ανάμεσα στα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα γίνονται παιχνίδι, ενώ το μόνο που θα θέσει περιορισμούς στην αστική μετακίνηση είναι το μικρό κόψιμο του τιμονιού. Οι ρυθμίσεις στο ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι, όπου τα ελατήρια είναι πιο μαλακά σε σχέση με αυτό που θα βρίσκαμε σε ένα συμβατικό, έχουν όμως πιο σφιχτή προφόρτιση κατά 6 χιλιοστά και πιο ήπια απόσβεση συμπίεσης, συνεισφέρουν στην αμεσότητα των χειρισμών, καθιστώντας το MT-03 μία πολύ ευέλικτη μοτοσυκλέτα στην καθημερινή χρήση εντός αστικού ιστού.
Εκεί που το MT-03 θα ξεδιπλώσει τις αρετές του όμως, είναι οι στενοί επαρχιακοί δρόμοι με διαδοχικές στροφές, όπου τον πρώτο λόγο δεν έχει η ιπποδύναμη, αλλά η ευελιξία που χαρίζουν το χαμηλό βάρος, τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά και η χαμηλή αντίσταση στο γυροσκοπικό φαινόμενο. Σε αντίθεση με τα μεγάλα δικύλινδρα, τα οποία έχουν παντού ροπή, το μικρομεσαίο γυμνό της Yamaha θυμίζει σε τρόπο οδήγησης τα τετρακύλινδρα εξακοσάρια, καθώς όπως σε αυτά, έτσι κι εδώ, η δύναμη βρίσκεται ψηλά. Στην περίπτωση του MT-03 χωρίζεται από δύο σκαλοπάτια. Το πρώτο, και πιο έντονο, έρχεται περίπου στις 7.000 στροφές, ενώ το δεύτερο και πιο ήπιο, λίγο ψηλότερα, κοντά στην περιοχή όπου βγάζει την μέγιστη ισχύ, απαιτώντας να μείνεις εκεί αν θέλεις να πάρεις τα μέγιστα από την απόδοση, όπως θα εξηγήσουμε και στην δοκιμή που θα δημοσιευτεί στο περιοδικό. Το πλαίσιο είναι πιο ενδοτικό από πριν, μία αλλαγή που είδαμε ήδη από τη δεύτερη γενιά του, χωρίς όμως να εμφανίζει τάσεις πλεύσεις. Έτσι, δεν θα αντιδράσει με τον ίδιο απότομο τρόπο περνώντας πάνω από κοφτές ανωμαλίες με ταχύτητα και κλίση, όπως γινόταν στο πρώτης γενιάς MT-03.
Στα όργανα βρίσκουμε μία μονόχρωμη LCD οθόνη, με πλήθος ενδείξεων και καλή αντίθεση που δεν θα σου δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα κατά τη διάρκεια της ημέρας. Μόνο σημείο που θα δεις αντανακλάσεις είναι όταν ο ήλιος βρίσκεται ακριβώς πάνω από την οθόνη. Το χρώμα της δοκιμής μας, Midnight Cyan, με το γυαλιστερό φινίρισμα προσθέτει πόντους στην ποιοτική εμφάνιση, ενώ για το 2024, τα κόκκινα γραφικά απουσιάζουν όπως προείπαμε, δίνοντας μία πιο σοβαρή αλλά και πιο προσεγμένη αισθητικά αύρα στο MT-03. Η ποιότητα βαφής και συναρμογής των πλαστικών βρίσκονται στον μέσο όρο της κατηγορίας, χωρίς να εμφανίζονται συντονισμοί σε κανένα σημείο του στροφόμετρου. Μόνη παραφωνία η έδραση της οθόνης οργάνων, η οποία δεν τρίζει, ούτε δημιουργεί κάποιο πρόβλημα. Θα μπορούσε όμως να έχει δεχτεί περισσότερη φροντίδα, καθώς όταν ακουμπάς τα χέρια σου στα κουμπιά που βρίσκονται πάνω της για να αλλάξεις τις ενδείξεις, παρατηρείται ένας μικρός τζόγος που υπονομεύει την γενικότερα καλή ποιότητα κατασκευής.
Το MT-03 δεν θα θα σε εντυπωσιάσει για τον πλούσιο εξοπλισμό -που δεν διαθέτει-, αλλά για τη γενικότερη συμπεριφορά του, ως μία καλοζυγισμένη, διασκεδαστική και πολυχρηστική γυμνή μοτοσυκλέτα της Α2 κατηγορίας που μπορεί να σε βγάλει και εκτός των στενών αστικών ορίων χωρίς να νιώθεις ότι τη βασανίζεις. Ταυτόχρονα αποτελεί άριστη εισαγωγή για όσους θέλουν να μάθουν τα μυστικά της γρήγορης οδήγησης, επιτρέποντάς σου να κάνεις και τα πρώτα σου βήματα στα track days. Σαφώς, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες, έτσι κι εδώ δεν έχουμε μόνο πλεονεκτήματα, αλλά και μειονεκτήματα, τα οποία θα τα δούμε στην εκτενή δοκιμή του MT-03 σε έντυπη μορφή.