Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες

Πρόταση CFMOTO να αγοράσει την MotoGP ομάδα της KTM!

Οι περικοπές των Ινδών το εισητήριο για την είσοδο των Κινέζων στο MotoGP!
Πρόταση CFMOTO να αγοράσει την MotoGP ομάδα της KTM!
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

12/11/2025

Με την Bajaj να πιάνει το τιμόνι της αυστριακής εταιρείας, η πορεία της KTM στο MotoGP θα μπορούσε να λήξει σχετικά σύντομα με κερδισμένη τη CFMOTO.

Ο ισχυρός ανήρ της ινδικής εταιρείας Rajiv Bajaj, δήλωσε πρόσφατα ότι σχεδιάζει να μειώσει τα έξοδα της KTM στον δρόμο προς την αναδιάρθρωση της εταιρείας στους περισσότερους τομείς, βλέποντας ότι σε κάποιους από αυτούς το ποσοστό μπορεί να ξεπεράσει και το 50%. Σε αυτούς τους τομείς περιλαμβάνονται φυσικά και οι αγωνιστικές δραστηριότητες των Αυστριακών, με την ΚΤΜ να έχει άρρηκτα συνδέσει το όνομά της με τους αγώνες εκτός και εντός ασφάλτου, έχοντας παρουσία και στην πιο πολυέξοδη διοργάνωση του πλανήτη, την κορυφαία κατηγορία του MotoGP. 

Το σλόγκαν της KTM "Ready to Race" είναι άλλωστε αυτό που σκέφτεται κανείς σχεδόν ταυτόχρονα με την ίδια την εταιρεία όταν τη φέρνει στο μυαλό του και όχι άδικα με τους δεκάδες Παγκόσμιους Τίτλους που έχει κερδίσει σχεδόν σε κάθε είδους αγώνα που περιλαμβάνει χώμα.

Στο μεταξύ δεν γίνεται να υπάρξει Rally Dakar χωρίς την KTM, κυριολεκτικά μιλώντας, όπως επίσης τεράστιο θα είναι το πλήγμα αν λείψει από τους χωμάτινους αγώνες. Αντιθέτως τα MotoGP μπορούν χωρίς την KTM και η KTM μπορεί χωρίς τα MotoGP. Να μην το μπερδέψουμε αυτό, στόχος των MotoGP θα ήταν να είναι όλοι εκεί σε σημείο που να μην υπάρχει χώρος για δορυφορικές ομάδες, αλλά από πλευράς αναγκαιότητας δεν συμβαίνει στα MotoGP εκείνο που υπάρχει σε άλλα παγκόσμια πρωταθλήματα, όπως τα Rally με τους συμμετέχοντες μοτοσυκλετιστές στο Dakar να βασίζονται στην εργοστασιακή ομάδα της KTM για ανταλλακτικά κατά την διάρκεια του αγώνα.

Δεν υπάρχει αυτή την στιγμή επίσημη ενημέρωση προς τα έξω, εκείνο που έχει συμβεί, ξεκινώντας την συζήτηση για την πορεία της KTM, είναι διφορούμενες απαντήσεις στελεχών της εργοστασιακής ομάδας προς προμηθευτές για το μέλλον από το 2027 και μετά, όπως επίσης και διευρενητικές επαφές Κινέζων στελεχών σε κατασκευαστή κορυφαίων αναρτήσεων και φρένων. Όλα αυτά είναι αρκετή ένδειξη για να φανεί πως υπάρχει συζήτηση. Το ότι συζητείται όμως, δεν σημαίνει πως συμβαίνει κιόλας ή ότι μπορεί να ευδοκιμήσει. Πιο αναλυτικά:

Η μελλοντική παρουσία της KTM στο MotoGP φαίνεται να βρίσκεται υπό απειλή αν ο Διευθυντής του ινδικού κολοσσού κάνει πράξη όλα του τα λεγόμενα με την ίδια την Bajaj να μην έχει πρόθεση, τουλάχιστον σύμφωνα με τις δηλώσεις του Rajiv, να αγωνιστεί στο κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου, ούτε στις μικρότερες κατηγορίες Moto2 και Moto3.

Η KTM Racing αποτελεί ξεχωριστή εταιρεία μέσα στον πρώην όμιλο του Pierer και η πώλησή της για τον εξορθολογισμό των οικονομικών της KTM ήταν ένα από τα πρώτα σενάρια που ακούστηκαν. Εκείνη την περίοδο θα ήταν ανόητο να συνέβαινε και έδειχνε και λάθος από πλευράς των δημοσιοευμάτων γιατί πολύ απλά είχε εξασφαλισμένους πόρους που κανείς δεν μπορούσε να τους αγγίξει. Σε αντίθεση με τη Bajaj όμως που δεν έχει ούτε την γκάμα, ούτε στηρίζεται επικοινωνιακά σε κάτι τέτοιο, η KTM δεν υπήρξε μέχρι σήμερα και δεν μπορεί να υπάρξει ούτε στο μέλλον χωρίς να συμμετέχει σε αγώνες, γενικά. Άρα αν φύγει από τα MotoGP δεν σημαίνει πως δεν θα συνεχίσει στα Rally.

Η Bajaj μπορεί να βλέπει μόνο λογιστικά νούμερα και να μην ενδιαφέρεται για τα MotoGP, όμως δεν ισχύει αυτό για τον άλλο μεγάλο συνέταιρο -τουλάχιστον ακόμη- των Αυστριακών, τη CFMOTO. Η κινέζικη εταιρεία η οποία φέτος με την ομάδα της Aspar Team πάλεψε ξανά για την κορυφή στη Moto3 -πέρσι πήρε το πρωτάθλημα ο "δικός" της David Alonso - έχει ως όνειρο να γίνει ο πρώτος Κινέζος κατασκευαστής που θα έχει παρουσία στην κορυφαία κατηγορία και στο αγωνιστικό του πρόγραμμα συνεργάζεται με την KTM.

Ο ευκολότερος τρόπος για τη CFMOTO, για να πετύχει τον στόχο της είναι να αγοράσει ολόκληρη την εργοστασιακή ομάδα της KTM Racing στο MotoGP, μαζί με τα δικαιώματα χρήσης για οτιδήποτε έχει εξελίξει, ή εξελίσσει η εταιρεία για το κορυφαίο πρωτάθλημα των δύο τροχών. Η Bajaj γνωρίζει καλά ότι οι αγώνες αποτελούν μέρος του DNA της KTM και δεν πρόκειται να εξαλείψει εντελώς τη χρηματοδότηση των αγωνιστικών της δραστηριοτήτων. Όμως αν ο Rajiv Bajaj υλοποιήσει αυτά που έχει ανακοινώσει, τότε η KTM Factory Racing δεν αποκλείεται να καταλήξει στην αγκαλιά της CFMOTO. 

Προς το παρόν πάντως η εξέλιξη της μοτοσυκλέτας με τον κινητήρα των 850 κ.εκ. συνεχίζεται κανονικά και αυτό κρατά ψηλά και την αξία της ομάδας, με την υπάρχουσα μοτοσυκλέτα να βελτιώνεται συνεχώς υπό τις οδηγίες του Pedrosa, ενώ η KTM θα συμμετέχει σίγουρα ως κατασκευαστής στα MotoGP και την ερχόμενη σεζόν. Τότε λήγει και το υπάρχον συμβόλαιο με τους διοργανωτές με την Bajaj να μην θέλει να μπει σε διαδικασίες που μπορεί να της στοιχίσουν περισσότερα από αυτά που θέλει να περικόψει. Από το 2027 λοιπόν, ίσως θα μπορούσε να κάνει την κίνησή της η CFMOTO και να γράψει ιστορία.

Πληροφορίες θέλουν επίσης την Κίνα να εξετάζεται εκ νέου για να μπει στο καλεντάρι του MotoGP, με το 2008 να ήταν η τρίτη και τελευταία μέχρι στιγμής χρονιά που είδαμε αγώνα εκεί. Αυτά τα τελευταία 17 χρόνια έχουν αλλάξει πολλά στην κινέζικη κουλτούρα γύρω από τους δύο τροχούς, αναμφίβολα γύρω από τις μεγαλύτερου κυβισμού μοτοσυκλέτες και φυσικά στις πωλήσεις. Εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε μοτοσυκλετιστική κουλτούρα στην Κίνα και παρά τον τεράστιο πληθυσμό δεν γέμιζαν τις κερκίδες. Είμαστε μάρτυρες μίας ταχύτατης αλλαγής, ένα κύμα μοτοσυκλετισμού που η CFMOTO το έχει σερφάρει πρώτη από τους τοπικούς κατασκευαστές. Την τελευταία εξαετία χτίζουν την μία πίστα πίσω από την άλλη και τρέχουν σε ενιαία πρωταθλήματα με CFMOTO. Ταξιδεύουν για πρώτη φορά με μοτοσυκλέτες κάνοντας εσωτερικό τουρισμό και φυσικά χτίζουν γκάμα εκεί που δεν υπήρχε στις μάρκες τους. Λογικό είναι να εξαπλώνονται πλέον και αγωνιστικά, το μόνο που ξαφνιάζει είναι η ταχύτητα με την οποία προχωρούν οι εξελίξεις, τρεις φορές μεγαλύτερη από αυτό που έχουμε δει στο παρελθόν.

Οι συζητήσεις λοιπόν οδηγούνται προς την κατεύθυνση να δούμε αγώνα εντός Κίνας και μάλιστα με κινέζικη εταιρεία να έχει αγωνιστική ομάδα με δική της, πλέον, μοτοσυκλέτα. Σύμφωνα με πληροφορίες η CFMOTO είναι και εκείνη που φαίνεται πως πιέζει τους διοργανωτές για την επιστροφή της Κίνας στο MotoGP, συμπληρώνοντας έτσι τα κομμάτια του παζλ.

Ετικέτες