Ducati Panigale V2 2020 – EICMA: Για την απόλαυση της οδήγησης
Η τελευταία ιταλική V2 superbike
Από τον
Μπάμπη Μέντη
23/10/2019
Από το 2003 οι Ducatisti περίμεναν με λαχτάρα να δουν μια V4 MotoGP replica στην παραγωγή. H Ducati ανταποκρίθηκε με την σπάνια Desmocedici RR, όμως η πιο προσιτή και ευρείας παραγωγής Panigale V4, ήταν εκείνη που άλλαξε τη ροή της ιστορίας. Κάπως έτσι, φτάσαμε σήμερα να υπάρχει μόνο ένα μοντέλο σε ολόκληρη τη γκάμα της Ducati που να έχει τον θρυλικό V2 Desmo κινητήρα, που κράτησε στη ζωή την ιταλική εταιρεία στα δύσκολα χρόνια και της χάρισε τα περισσότερα παγκόσμια πρωταθλήματα. Βέβαια υπάρχει λόγος γι΄αυτό και δεν είναι άλλος από την ακόρεστη δίψα του κόσμου για εντυπωσιακούς αριθμούς.
Η νέα Panigale V2 δεν σπάει το φράγμα των 200+ ίππων όπως κάνει κάθε superbike στις μέρες μας, ούτε είναι φτηνή σαν τα supersport. Δύσκολα μπορείς να την εντάξεις σε μια κατηγορία για να κάνεις συγκρίσεις και να την αξιολογήσεις. Οπότε είναι εύκολο να την περιθωριοποιήσεις και εδώ που τα λέμε, αυτό έχουν κάνει οι περισσότεροι. Όμως όποιος έχει οδηγήσει την Panigale 959, ξέρει πως η γλυκιά δύναμη του ιταλικού V2 των 155 ίππων και το βάρος των μόλις 176 κιλών (χωρίς υγρά) είναι ένας συνδυασμός που προσφέρει τεράστια οδηγηκή απόλαυση. Πάνω σε αυτόν τον κινητήρα Superquadro βασίζεται και το νέο Panigale V2 που έρχεται να αντικαταστήσει το Panigale 959.
Τώρα όμως είναι προδιαγραφών Euro 5, χάρη στη νέα εξάτμιση με τους δύο καταλύτες και τα νέα καπάκια στις κεφαλές που μειώνουν τους μηχανικούς θορύβους. Την ίδια στιγμή η ιπποδύναμη του κινητήρα παρέμεινε στους 155 ίππους, με τη βοήθεια του νέου ψεκασμού που έχει δύο μπεκ σε κάθε αυλό και νέο σχήμα αυλών εισαγωγής. Τα ηλεκτρονικά βασίζονται πλέον στις δυνατότητες της IMU 6 κατευθύνσεων, οπότε έχουμε το νέο λογισμικό EVO για το traction control, το ρυθμιζόμενο engine brake, το νέο Up/Down Quick shifter και το ABS έγινε πλέον cornering ABS. Τα μονόχρωμα όργανα του 959 αντικαταστάθηκαν από μια έγχρωμη οθόνη TFT 4,3”, τα οποία έχουν τη δυνατότητα σύνδεσης πολυμέσων και συστήματος τηλεμετρίας GPS.
Το φαίρινγκ είναι τώρα κατ’ εικόνα και ομοίωση του Panigale V4(του προηγούμενου μοντέλου και όχι του 2020 που άλλαξε) και η σέλα είναι πιο αφράτη και άνετη, διότι η Ducati θέλει να δώσει διπλό χαρακτήρα σε αυτή τη μοτοσυκλέτα. Ουσιαστικά την τοποθετεί ανάμεσα στην Supersport και την Panigale V4, αποτελώντας τη γέφυρα στη γκάμα των σπορ μοντέλων της. Το μονόμπρατσο ψαλίδι ολοκληρώνει την εξωτερική εικόνα ανανέωσης.
Brixton Crossfire 500 STORR: Στην Ελλάδα με τιμή σοκ! Ευρωπαϊκή σχεδίαση και στόχευση!
Φτιαγμένο από τον Craig Dent που σχεδίασε το Norden!
Από τον
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
10/7/2025
Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για μία μεσαία On-Off που περιμένουμε αρκετό καιρό, τα πρώτα 500 STORR έρχονται αρχές Αυγούστου και μαζί τους κλειδώνει και η τιμή πώλησης τους στις €6.095 που είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστική για τον πλούσιο βασικό εξοπλισμό της δικύλινδρης μοτοσυκλέτας.
Το STORR είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση, δεν φτιάχτηκε από κάποιο κινέζικο εργοστάσιο για να έρθει σε εμάς εδώ, αλλά σχεδιάστηκε στην Ευρώπη και μάλιστα από τον ίδιο τον Craig Dent, ένα όνομα που κάτι θα θυμίζει στους αναγνώστες του MOTO.
Ο Craig ήταν βασικό στέλεχος στην εταιρεία KISKA, και είχε αναλάβει εξολοκλήρου την Husqvarna, είναι ο δημιουργός των Svarpilen και Vitpilen που έχουν γράψει την δική τους ιστορία με το σύνολο πωλήσεων που έχουν σημειώσει στην Ευρώπη, πριν σχεδιάσει το Norden. Μία μοτοσυκλέτα που ο κόσμος απαίτησε να βγει στην παραγωγή ενώ ήταν ένα σχέδιο 3D εκτυπωτή στην EICMA, αν θυμάστε την ιστορία. Με λίγα λόγια ο Craig είναι από τους σχεδιαστές που έχουν ξεχωρίσει και έτσι πριν από σχεδόν τέσσερα χρόνια αποφάσισε να ανοίξει το δικό του γραφείο στην Αυστρία και συγκεκριμένα στο Salzburg. Το STORR ήταν το πρώτο του συμβόλαιο ως ελεύθερος πλέον επαγγελματίας και αν υπάρχει κάποιος που δικαιούται να το κάνει να μοιάζει με το Norden και την Husqvarna, είναι ο ίδιος.
Η δημιουργία της μοτοσυκλέτας ξεκίνησε από το μηδέν, το μόνο σταθερό που είχε ήταν ο κινητήρας. Πρόκειται για μία αντιγραφή του δικύλινδρου 500ων κυβικών της Honda από το εργοστάσιο της Gaokin, που επίσης ανέλαβε να κατασκευάσει την μοτοσυκλέτα, όπως και όλα τα Brixton, που έχουν ξεκινήσει με αντίστροφη πορεία. Σχεδιάζονται στην Ευρώπη, με γνώμονα την Ευρωπαϊκή αγορά και έπειτα η Gaokin τα προωθεί και στην λιανική της Κίνας.
Ο συγκεκριμένος δικύλινδρος της Honda έχει ανακηρυχθεί από εμάς ως ο πρωταθλητής με τις περισσότερες αντιγραφές, πολλές από τις οποίες κάτω από συμφωνία με την Honda, αλλά και αρκετές χωρίς συμφωνία κατά την προσφιλή μέθοδο των Κινέζων που αποτέλεσε και τα πρώτα βήματα σε αυτό που τώρα είναι πλέον ένα κανονικό R&D. Υπάρχουν λοιπόν πολλές παραλλαγές του στην Κίνα και έχουμε ξεχωρίσει λίγες από αυτές ως τις καλύτερες.
Η δοκιμή του Crossfire 500X που πλέον μετρά τέσσερα χρόνια (!) μας έδειξε πως αυτή η υλοποίηση της Goakin, είναι μία εκείνες που ξεχωρίζουν. Μόνο την κατανάλωση να θυμηθεί κανείς με 3,9λ/100 για την μέση, όχι την ελάχιστη, για 44,2 άλογα στο δυναμόμετρο από τα 47 ονομαστικά, αντιλαμβάνεται αμέσως πως έχουμε έναν κινητήρα αρκετά προσεγμένο. Ιδιαίτερα από την στιγμή που δεν ανέβαζε και περισσότερη θερμοκρασία από εκείνον που αντιγράφει. Η δυναμομέτρηση και στο STORR όταν το έχουμε για δοκιμή, θα δείξει πόσο αλλάζουν αυτά τα νούμερα καθώς υπάρχει νέα χαρτογράφιση και οι απαραίτητες αλλαγές από τότε που βγήκε το 500Χ. Στο STORR η ισχύς είναι 47,6 ίπποι στις 8.500 στροφές με ροπή 4,5Kg.m στις 6.750 στροφές.
Ο δικύλινδρος εν σειρά, υδρόψυκτος κινητήρας έχει χωρητικότητα 486 κυβικών με το εργοστάσιο να δηλώνει 4,2λ ανά 100χλμ.
Τώρα που κοντεύουμε να κλείσουμε μία πενταετία με τον κινητήρα αυτό ήδη στους δρόμους, υπάρχουν και τα πρώτα σημάδια αξιοπιστίας καθώς υπάρχουν αρκετές μοτοσυκλέτες που έχουν φτάσει τον εξαψήφιο αριθμό συνολικών χιλιομέτρων.
Το μόνο πρόβλημα του STORR είναι πως άργησε να έρθει, θα έπρεπε να είναι μαζί μας ήδη από την εποχή του 500X, αλλά αυτή η αναμονή τελειώνει σε λιγότερο από ένα μήνα, που οι μοτοσυκλέτες έρχονται απευθείας στον Πειραιά, για την ελληνική αντιπροσωπεία.
Το STORR 500 έχει στον βασικό εξοπλισμό:
Ενσωματωμένους προβολείς ομίχλης
Χούφτες
Εξατομικευμένο, σχεδιασμένο για το STORR, Tang Bag
Προστατευτική ποδιά
Σχάρα
Αισθητήρες πίεσης ελαστικών
TFT οθόνη με συνδεσιμότητα
Ανοξείδωτο τελικό εξάτμισης
ABS με απενεργοποίηση
Traction Control
Στον πρόσθετο εξοπλισμό μπορεί να βρει κανείς:
Προστατευτικά κάγκελα
Προστατευτικό προβολέα
Κεντρική βαλίτσα
Πλαϊνές βαλίτσες με βάση
Το συνολικό βάρος με τον πλούσιο βασικό εξοπλισμό και την μοτοσυκλέτα έτοιμη να οδηγηθεί είναι 207 κιλά. Θα την ζυγίσουμε και εμείς φυσικά με το γεμάτο ρεζερβουάρ, μόλις γίνει διαθέσιμη.
Το ρεζερβουάρ είναι 16 λίτρα και το ύψος σέλας σε πολύ καλό επίπεδο για την κατηγορία, στα 839mm. Στατικά η μοτοσυκλέτα που έχει εμφανιστεί σε εκθέσεις και έχουμε καθίσει στην σέλα της, έχει φανερώσει μία προσεγμένη διάταξη εργονομίας θέσης οδήγησης, ακριβώς ότι περιμέναμε από τον Craig και τίποτα λιγότερο.
Σχεδιασμένη στην Ευρώπη λοιπόν, με στόχευση σε αυτό το κοινό πρώτα και στόχο να είναι η μοτοσυκλέτα που θα κάνει την Brixton ακόμη πιο γνωστό όνομα, το STORR έρχεται στην Ελλάδα στα 6.095 Ευρώ, ταιριάζοντας στην χώρα μας τόσο ως χρήση, όσο και σε πλαίσιο τιμής καθώς βρίσκεται στο κάτω όριο της κατηγορίας του, με εξοπλισμό και σχεδίαση που ανήκει στο πάνω.
Ελπίζουμε η πρώτη δοκιμή του, να μας δείξει πως είναι η ευκαιρία που υπόσχεται!