EICMA 2022: DNA DRR-022 Το τρίτο χτύπημα!

Η ελληνική DNA δημιουργεί με έμπνευση την Moto3
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

8/11/2022

Τα τελευταία χρόνια η Ελληνική σημαία στην EICMA δεν φιγουράρει μόνο στην λίστα εμπορικών επισκεπτών και δημοσιογράφων, ή τους μετρημένους στα δάχτυλα Έλληνες εκθέτες. Χάρη στην DNA High Perfomance Filters η ελληνική σημαία υπάρχει και σε ξεχωριστές μοτοσυκλέτες που κάνουν τον κόσμο να κοντοστέκεται μπροστά στο μπλε-πορτοκαλί περίπτερό τους και να αναρωτιέται τι είναι αυτό που βλέπει. Περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά, η προσοχή τώρα στην EICMA φωτίζει το περίπτερο της DNA γιατί η μοτοσυκλέτα που έφτιαξαν δεν είναι απλά ένας ύμνος στην κατασκευαστική δεινότητα της εταιρείας και μία παγίδα για τα βλέμματα των επισκεπτών. Φέτος η DNA φέρνει στην EICMA την DRR-022, την "Unconv3ntional" ελληνική αγωνιστική μοτοσυκλέτα περνώντας πλέον στο στάδιο της εφεύρεσης και σε επίπεδο μάλιστα αγωνιστικών προδιαγραφών - Από σήμερα η παγκόσμια ιστορία της μοτοσυκλέτας αποκτά ένα νέο κεφάλαιο, μπαίνει μία καινούρια πινέζα στην μικρή αυτή γωνιά του χάρτη με μία τελείως νέα μοτοσυκλέτα αγωνιστικών προδιαγραφών με εναλλακτικό μπροστινό σύστημα ανάρτησης. Στην EICMA σήμερα γράφτηκε ένα κομμάτι μοτοσυκλετιστικής ιστορίας!    

Μέχρι τώρα η DNA έχει φτιάξει δύο DCR πρωτότυπες μοτοσυκλέτες, την DCR-017 και την DCR-018 με τους αριθμούς να υποδηλώνουν την χρονιά που εμφανίστηκαν στην EICMA. Αν η πρώτη ήταν μία πολύ εξεζητημένη και πολύ ιδιαίτερη custom μοτοσυκλέτα, η δεύτερη ήταν μία μοτοσυκλέτα φτιαγμένη από το μηδέν γύρω από έναν κινητήρα Boxer της BMW και που οδηγικά δεν την πλησίαζε κανένα από τα boxer μοντέλα των Γερμανών.

Όπως θα έχετε καταλάβει υπάρχει μία αλλαγή στο όνομα καθώς πλέον καθώς τα Café Racer, τα DCR δηλαδή, δίνουν την θέση τους σε ένα πραγματικό αγωνιστικό, ένα ασυμβίβαστο, ασυνήθιστο και πρωτοποριακό νέο μοντέλο σχεδιασμένο από το μηδέν γύρω από έναν κινητήρα της Yamaha και εξολοκλήρου κατασκευασμένο μέσα στην DNA! Φτάσαμε λοιπόν στο DRR επίπεδο!

Τι δουλειά έχει όμως μία εταιρεία που κατασκευάζει φίλτρα αέρος κατά κύριο λόγο, να μπλέκει με την κατασκευή πρωτότυπων μοτοσυκλετών; Είναι γιατί τα φίλτρα αέρος έχουν ένα μεγάλο πρόβλημα: Παραμένουν αθέατα στο μάτι πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, την ίδια στιγμή που δείχνουν πολύ καλύτερα και αναδεικνύονται όταν έχουν πάρει την θέση τους σε μία μοτοσυκλέτα, αντί να παρατάσσονται πάνω σε ένα ράφι. Σε μία Έκθεση όπως η EICMA έχεις πολύ λίγα δευτερόλεπτα να μαγνητίσεις το βλέμμα των περαστικών που το μάτι τους δεν είναι εκπαιδευμένο να ξεχωρίζει από μακριά τον τρόπο που ένα φίλτρο αέρος έχει κατασκευαστεί. Κι έχεις ακόμη λιγότερες πιθανότητες να γίνεις κεντρικό θέμα στον Ειδικό Τύπο.

Απέναντι στα παραπάνω ζητήματα, οι άνθρωποι της DNA έκαναν μία εσωτερική αναζήτηση προς την εξεύρεση λύσης, χωρίς ποτέ να σκεφτούν πως μπορούν να στραφούν εκτός. Έχοντας ξεκινήσει την πορεία τους από τις βελτιώσεις μοτοσυκλετών και την δημιουργία πρωτότυπων, δεν χρειάστηκε να σκεφτούν πολύ, πριν αποφασίσουν πως το καλύτερο που θα μπορούσαν να κάνουν, ήταν να κατασκευάσουν μία μοτοσυκλέτα που θα αναδεικνύει το φίλτρο. Έτσι γεννήθηκε η πρώτη DCR! Η δεύτερη πήγε τα πράγματα ακόμη πιο κάτω γιατί πέρα από τον κινητήρα, όλα τα υπόλοιπα κατασκευάστηκαν μέσα στο εργοστάσιο της DNA και βάση γεωμετρικής προόδου πλέον, επόμενο βήμα είναι η DRR!

Με τις DCR, η DNA πέτυχε απόλυτα τον στόχο της για προβολή του ονόματός της στο ευρύ κοινό, δηλώνοντας ταυτόχρονα σε κάθε εμπορικό συνεργάτη πως έχουν την δυνατότητα να κατασκευάσουν τα πάντα.

Με την DRR δηλώνουν προς πάσα κατεύθυνση πως έχουν την δυνατότητα να σχεδιάσουν τα πάντα! Σκοπός της δημιουργίας της DRR-022 είναι λοιπόν το marketing που σε συνεργασία με το τμήμα R/D της DNA έπρεπε να αναπτύξουν τον σχεδιασμό εντός 12 μηνών και μέσα στους επόμενους έξι μήνες να ολοκληρώσουν την κατασκευή του πρωτότυπου. Το δεύτερο στάδιο θα ήταν εφικτό να ολοκληρωθεί σε ένα τόσο μικρό διάστημα για τα δεδομένα μίας τέτοιας κατασκευής, μονάχα αν το πρώτο είχε γίνει με τις ίδιες διαδικασίες που θα ακολουθούσε και ένα πλήρως στελεχωμένο τμήμα κάποιου μεγάλου κατασκευαστή μοτοσυκλετών. Ίσως και αυστηρότερες στην περίπτωση της DNA, έχοντας δει αποσπάσματα αυτής της δουλειάς μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα και ενώ έχω επισκεφτεί R/D και τμήματα σχεδιασμού αρκετών κατασκευαστών.

Ακόμη κι έτσι όμως θα ήταν και πάλι αδύνατο να σχεδιαστεί ένα εναλλακτικό εμπρός σύστημα στο οποίο ρυθμίζεις την γεωμετρία της μοτοσυκλέτας πανεύκολα, κάτι που δεν γίνεται σε συμβατικές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες, μέσα σε τόσο αυστηρά πλαίσια χρόνου. Το R/D της DNA τα κατάφερε γιατί δεν ξεκίνησε από το μηδέν, στηρίχθηκε σε πρότερη γνώση και εμπειρία καθώς τα τελευταία τρία χρόνια έχει ενσωματωθεί στην ομάδα ο νεαρός μηχανολόγος Αλέξανδρος Μαϊδης, που ίσως οι αναγνώστες του ΜΟΤΟ να τον θυμούνται από το Project Talos της Alex Works, που σας είχαμε παρουσιάσει. Ακόμη καλύτερα, είχαμε φιλοξενήσει την πρωτοποριακή μοτοσυκλέτα του Αλέξανδρου στο περίπτερο του ΜΟΤΟ στην πρώτη Έκθεση μοτοσυκλέτας που είχε γίνει μετά από πολλά χρόνια στο Ελληνικό, τότε που φιλοξενούσαμε και την μοτοσυκλέτα του αείμνηστου Θανάση Λέφα, για να μπορέσει το κοινό να την θαυμάσει από κοντά. Ο νεαρός Αλέξανδρος είχε ξεκινήσει από σπουδαστής μηχανολογίας να σχεδιάζει από λευκό χαρτί μία αγωνιστική μοτοσυκλέτα όπου με βάση ένα δίχρονο κινητήρα Yamaha TZR 250 3MA είχε αποφασίσει να επαναπροσδιορίσει κάθε συμβατικό τρόπο σχεδίασης, προχωρώντας με το Project Talos σε εξαιρετικά ριζοσπαστικές λύσεις για το εμπρός σύστημα ανάρτησης τύπου Ηossack  -ή αλλιώς double wishbone ή duolever, ενώ για την πίσω ανάρτηση είχε κατασκευάσει full floater στήριξη του αμορτισέρ που η συμπίεσή του γινόταν επίσης μέσω μοχλισμού προοδευτικής σκληρότητας. Πρόκειται λοιπόν για μία μακρά πορεία στον χρόνο όπου τα σχέδια και η υλοποίηση του Αλέξανδρου ωριμάζουν συνεχώς.

Ως μέρος του R/D της DNA πλέον, οι δυνατότητες και τα εργαλεία που έχει στην διάθεσή του ο Αλέξανδρος πολλαπλασιάζονται και η DRR-022 προχωρά με γοργά βήματα καθώς βρίσκεται στο μοναδικό σημείο της ελληνικής επικράτειας που θα μπορούσε να φέρει εις πέρας ένα τέτοιο έργο.    

Τώρα βέβαια η DRR-022 υλοποιείται γύρω από έναν τετράχρονο κινητήρα από Yamaha YZ450F ώστε να πιάσει τις προδιαγραφές Moto3. Προφανώς και δεν γίνεται να αποκτήσει κανείς πρόσβαση σε αγωνιστικό μοτέρ 250 κυβικών, όμως με όμοιες διαστάσεις εξωτερικά και ακριβώς την ίδια ιπποδύναμη, ο τετράχρονος κινητήρας της Yamaha δίνει την λύση. Αντίστοιχα και οι ρίζες των αγωνιστικών κινητήρων της Moto3 μπορούν να αναζητηθούν στο Motocross, έχοντας φυσικά τεράστιες διαφορές με εκείνους που πηγαίνουν στην παραγωγή. Οι αγωνιστικές Moto3 μοτοσυκλέτες ζυγίζουν περίπου 80 κιλά και στόχος της DNA για την δική τους μοτοσυκλέτα, ήταν να κινηθούν περίπου στα 70 κιλά. Κι αυτό το κατάφεραν παρόλο που έχει γίνει overengineering σε όλα τα σημεία των αναρτήσεων ώστε να αντέχουν πολύ μεγαλύτερη καταπόνηση και να έχουν πολύ μεγαλύτερη διάρκεια. Αν στόχος ήταν να αντέξει την διάρκεια ενός πρωταθλήματος και μόνο, θα μπορούσαν να πάνε ακόμη πιο χαμηλά σε βάρος! Έχουν υπολογίσει πως άλλα 5 κιλά θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν μονάχα από εμπρός αν τα εσωτερικά του ψαλιδιού γινόντουσαν από τιτάνιο αντί για αλουμίνιο με στόχο την καθαρά αγωνιστική χρήση. Επιπρόσθετα οι αγωνιστικές ζάντες μαγνησίου που χρησιμοποιούνται στους αγώνες, χαρίζουν ακόμη 2,5 κιλά βάρος από ένα κρίσιμο σημείο που σημαίνει πως ακριβώς το ίδιο σχέδιο μπορεί να κερδίσει ένα τεράστιο πλεονέκτημα βάρους χωρίς αλλαγές. Ο αρχικός στόχος να πάρουν 70 άλογα με 70 κιλά βάρους έχει λοιπόν επιτευχθεί ενώ υπάρχει περιθώριο για ακόμη χαμηλότερα!

Στο μεταξύ ένα από τα προβλήματα που αντιμετώπισε η ομάδα της DNA με την DRR-022 ήταν η παντελής έλλειψη εξαρτημάτων καθώς τίποτα από όσα χρησιμοποιεί δεν υπάρχει στο εμπόριο, όλα τα περιφερειακά προέρχονται από την Moto3! Η μοτοσυκλέτα αυτή έχει πράγματα που φτιάχτηκαν μέσα στην DNA ή έρχονται από Moto3 προμηθευτές με εξαίρεση τον κινητήρα -προφανώς- και το Carbon φαίρινγκ. Οι σημαντικά ελαφρύτερες ζάντες μαγνησίου θα ξεκινήσουν να κατασκευάζονται από τον προμηθευτή μετά την ολοκλήρωση των δοκιμών του πρωταθλήματος αυτές τις ημέρες, ένα από τα στοιχεία που δείχνει την σύνδεση της DRR-022 με την Moto3 κατηγορία. Δίσκοι φρένων, μανέτες και λοιπά περιφερειακά έρχονται από προμηθευτές της Moto3. 180 βίδες, παξιμάδια και ροδέλες τιτανίου χορηγήθηκαν από την Probolt, ενώ το όργανο είναι χορηγία της PLEX Tuning.

Από εκεί και πέρα η DNA κατασκεύασε 185 κομμάτια από 4 διαφορετικά υλικά: Αλουμίνιο 7075, αλουμίνιο 6082, ανοξείδωτο ατσάλι και τιτάνιο. Το κόστος των υλικών είναι μόνο ένα από τα ζητήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσει η DNA, μαζί με την σπανιότητα των περιφερειακών. Ας μην ξεχνάμε πως η δουλειά τους δεν είναι να κατασκευάζουν και να σχεδιάζουν μοτοσυκλέτες, αλλά φίλτρα αέρος και να τα εξάγουν κυριολεκτικά σε όλο τον κόσμο. Οι εργατοώρες αυτές έπρεπε να προκύψουν λοιπόν με θυσίες που συχνά είναι το πρώτο που παραβλέπει κανείς.

Από την στιγμή που ένας από τους στόχους της DRR-022 είναι να δείξουν σε όλο τον κόσμο πως κατασκευάζουν τα καλύτερα φίλτρα αέρος και να αναδείξουν την δουλειά τους, η εισαγωγή και το φιλτροκούτι κρύβουν τεράστια δουλειά και έξυπνες λύσεις, όπως για παράδειγμα τις ντίζες γκαζιού που διέρχονται μέσα από αυτό. Ο αεραγωγός της εισαγωγής έγινε με 3D εκτύπωση μέσα στην DNA και το φαίρινγκ σχεδιάστηκε για να τον βοηθά να ρουφήξει όσο περισσότερο αέρα γίνεται σε όλες τις ταχύτητες και όχι μόνο στα 200+ χιλιόμετρα τελικής που μπορεί να πετύχει η μονοκύλινδρη πανάλαφρη DRR-022.

Το εμπρός σύστημα χρησιμοποιεί 23 preloaded ρουλεμάν και δεν έχει balljoint, εκμηδενίζοντας έτσι τις τριβές που έχει ένα τέτοιο σύστημα ανάρτησης, που σε κάθε περίπτωση είναι λιγότερες από τις στατικές τριβές σε ένα 41mm αγωνιστικό πιρούνι, από την στιγμή που εμπρός χρησιμοποιείται τώρα ένα αγωνιστικό αμορτισέρ με ότι αυτό σημαίνει για τις διαφορές σε τσιμούχες κτλ εξαρτήματα που είναι λιγότερα αλλά και μικρότερα. Μόνο από αυτή την λεπτομέρεια θα πρέπει κανείς να αντιληφθεί πως η DRR-022 δεν έχει απλά ένα εναλλακτικό μπροστινό σύστημα ανάρτησης, αλλά έχει προχωρήσει στην βελτίωσή του για αγωνιστική χρήση.

Αυτός είναι και ο λόγος που κάθισε και μελέτησε έναν τρόπο με τον οποίο θα μπορεί πολύ εύκολα να ρυθμίζει την γεωμετρία της μοτοσυκλέτας αλλάζοντας το ίχνος, την γωνία κάστερ, το Anti-Dive με τρόπο εύκολο και γρήγορο! Κάτι τέτοιο όπως καταλαβαίνετε είναι αδύνατο να γίνει σε συμβατική μοτοσυκλέτα, είναι αδύνατο να γίνει μέσα στο box μίας αγωνιστικής ομάδας και ανοίγει έτσι έναν πολύ πιο μακρινό ορίζοντα στην αγωνιστική χρήση και στην εξατομίκευση της μοτοσυκλέτας για κάθε πίστα και κάθε συνθήκη! Η αλλαγή της γεωμετρίας με τρόπο εύκολο είναι άμεσο είναι στην DRR-022 ο στολισμός της τούρτας, όταν θα μπορούσε να είναι και ολόκληρη η γέμιση, αλλά είναι τόσα πολλά αυτά που κρύβει, τόσα πολλά τα καινούρια που εισάγει που μπαίνει κι αυτό το χαρακτηριστικό στην λίστα με τα υπόλοιπα!

Η DRR-022 δεν έχει προηγούμενο, ένας Ιταλός έχει προσπαθήσει να φτιάξει μία ελαφριά Moto3 με μη συμβατικό μπροστινό αλλά με δίχρονο κινητήρα και χωρίς να φτάσει ούτε την αναλογία ίππων, ούτε και τον αψεγάδιαστο τρόπο λειτουργίας που η DNA έχει επιτύχει!

Μαζί με την Ducati του Λέφα, η DNA DRR-022 είναι μια μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη από ελληνικά χέρια που εμβαθύνει στα εναλλακτικά συστήματα εμπρός ανάρτησης, όχι για να εντυπωσιάσει αισθητικά, αλλά ως ολοκληρωμένη σπουδή πάνω στον λειτουργικό τομέα.

Υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ τις φράσης “δουλεύει” και της φράσης “δουλεύει σωστά” και η διαφορά αυτή γίνεται ακόμα πιο χαοτική όταν μιλάμε για αγωνιστική μοτοσυκλέτα όπου πέρα από το “σωστά” θα πρέπει να δουλεύει και “καλύτερα”.

Έχοντας την τύχη και πολύ περισσότερο την χαρά ως περιοδικό να οδηγήσουμε τις δύο προηγούμενες δημιουργίες της εταιρείας του Ντίνου και Μάριου Νικολαΐδη, δεν έχουμε καμία αμφιβολία πως έχουν πετύχει και το “σωστά” και το “καλύτερα”.

Ακόμα πιο σημαντικό όμως είναι πως μια ελληνική οικογενειακή εταιρεία αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην κορυφαία έκθεση μοτοσυκλέτας του κόσμου, παρουσιάζοντας μια 100% δική της δημιουργία. Πρόκειται για ιστορική στιγμή! 


 

 

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες