EICMA 2023: Honda CBR1000RR-R Fireblade / SP 2024 – Το ισχυρότερο ιαπωνικό superbike με 214 ίππους!

Υπάρχει φως στο τέλος του τούνελ
1
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

8/11/2023

Τα τελευταία πέντε χρόνια ήταν ξεκάθαρο πως τα ιαπωνικά εργοστάσια είχαν δώσει όλη τους την προσοχή στις εμπορικές κατηγορίες των scooter και των On-Off, αδιαφορώντας για την κατηγορία των supersport μοτοσυκλετών και ειδικά για την μεγάλη κατηγορία των superbike. Ειδικά αν κάνουμε συγκρίσεις με τα προηγούμενα χρόνια όπου σε κάθε διεθνή έκθεση βλέπαμε τουλάχιστον ένα ολοκαίνουριο ιαπωνικό superbike, το γενικό συμπέρασμα είναι απογοητευτικό για τους φίλους της κατηγορίας. Αυτή η εικόνα “αδιαφορίας” των Ιαπώνων για τα Superbike δεν άργησε να έχει επιπτώσεις στις πωλήσεις και στα αγωνιστικά αποτελέσματα. Από εκεί που είχαν την μερίδα του λέοντος στις πωλήσεις, φτάσαμε στο σημείο best seller στην κατηγορία να είναι πλέον το πανάκριβο Ducati Panigale V4 και το ίδιο να συμβεί και στο παγκόσμιο πρωτάθλημα WSBK. Είτε αρέσει σε κάποιους, είτε όχι, τα ιαπωνικά εργοστάσια δεν είναι απλώς κατασκευαστές μοτοσυκλετών. Στην πραγματικότητα είναι οι εταιρείες που έχουν στις πλάτες τους το βάρος της προώθησης του μοτοσυκλετισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, διότι έχουν εμπορική παρουσία σε κάθε σημείο του πλανήτη και οι μοτοσυκλέτες που κατασκευάζουν είναι προσιτές (να τις αγοράσεις, να τις συντηρήσεις και να ζήσεις μαζί τους) για το ευρύτερο κοινό. Τα κινέζικα εργοστάσια δεν έχουν ακόμα την δύναμη της επιρροής για να κατευθύνουν τις εξελίξεις στον κόσμο της μοτοσυκλέτας και τα ευρωπαϊκά εργοστάσια δεν έχουν την παγκόσμια παρουσία των Ιαπώνων. Με λίγα λόγια μας λείπει ο σκληρός ανταγωνισμός που υπήρχε μεταξύ των Ιαπώνων στην κατηγορία των Superbike και πολύ περισσότερο μας λείπει ο τεχνολογικός ανταγωνισμός μεταξύ Ιαπώνων και Ευρωπαίων μέσα και έξω από τις πίστες. Ασχέτως αν μπορείς να τις αγοράσεις ή όχι, τα superbike πάντα θα είναι η κορωνίδα της τεχνολογίας, πολύ απλά γιατί οι επιδόσεις τους και ο προορισμός τους το επιβάλλει.

2

Οπότε το γεγονός πως φέτος στην EICMA η Honda έφερε πίσω στην ευρωπαϊκή αγορά μετά από έξι χρόνια απουσίας ένα πλήρως εκσυγχρονισμένο CBR600RR και αναβάθμισε σε όλους τους τομείς το CBR1000RR-R Fireblade, αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από μια ευχάριστη είδηση για τους φίλους της. Πρόκειται για ένα σημαντικό γεγονός που σηματοδοτεί μια νέα νοοτροπία. Το επιβεβαίωσαν και οι ίδιοι οι Ιάπωνες υπογραμμίζοντας πως η επαναφορά στο προσκήνιο της οικογένειας των τετρακύλινδρων CBR έχει στόχο την στήριξη των αγωνιστικών ομάδων στα εθνικά και διεθνή πρωταθλήματα.

Έχοντας ήδη αναλύσει το νέο CBR600RR (διαβάστε ΕΔΩ) πάμε να δούμε ποιες αλλαγές έχουν τα CBR1000RR-R / SP Fireblade του 2024.

Ξεκινώντας από τα εύκολα, δηλαδή την εμφάνιση, όλο το φαίρινγκ είναι νέο, έχοντας δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην αεροδυναμική. Τα νέα φτερά προσφέρουν περισσότερο downforce, όμως την ίδια στιγμή έχουν μειώσει κατά 10% την αντίσταση της μοτοσυκλέτας στις αλλαγές πορείας.

2

Η εργονομία της θέσης οδήγησης είναι εντελώς νέα, με τα κλιπ-ον να είναι πιο ψηλά και πιο κοντά στο σώμα του αναβάτη, ενώ και τα μαρσπιέ είναι πιο χαμηλά τοποθετημένα, με σαφή στόχο την μικρότερη κόπωση του αναβάτη μέσα στην πίστα, αλλά και στο δρόμο.

Σημαντικό να τονίσουμε πως το σχήμα του ρεζερβουάρ άλλαξε για καλύτερη στήριξη του σώματος στα φρεναρίσματα και η χωρητικότητά του αυξήθηκε στα 16,5 λίτρα.

Από εδώ και πέρα μπαίνουμε στα βαθιά νερά, όπου σιγά-σιγά ανακαλύπτουμε πως ολόκληρος ο κινητήρας είναι καινούριος. Το πλαίσιο μαζί με το ψαλίδι είναι καινούρια και όλα τα ηλεκτρονικά έχουν αναβαθμιστεί.

Η εξάτμιση τιτανίου της Akrapovic που βλέπετε στις φωτογραφίες δεν είναι έξτρα, αλλά είναι η νέα εξάτμιση και για την “απλή” έκδοση και για την SP. Έχει 1 λίτρο μεγαλύτερο όγκο και είναι 5db πιο ήσυχη.

Τα σημαντικά όμως είναι αυτά που δεν βλέπουμε. Το νέο πλαίσιο αλουμινίου και το νέο ψαλίδι έχουν διαφορετικά ποσοστά ακαμψίας με στόχο την αύξηση της πρόσφυσης όταν η μοτοσυκλέτα είναι πλαγιασμένη και την καλύτερη αίσθηση της πρόσφυσης στα χέρια του αναβάτη στο φρενάρισμα. Με λίγα λόγια είναι λιγότερο “άκαμπτο” από πριν και συγκεκριμένα είναι 17% πιο ενδοτικό στις δυνάμεις κάμψης και 15% στις δυνάμεις στρέψης. Επίσης είναι 950gr πιο ελαφρύ και έχει 140gr πιο ελαφριές βίδες σύνδεσης κινητήρα.  

8

Μέσα του ο κινητήρας (που αποτελεί ενεργό δομικό στοιχείο του πλαισίου) είναι ουσιαστικά εντελώς νέος, καθώς ολόκληρη η κεφαλή έχει επανασχεδιαστεί από την αρχή.

Ο χρονισμός των εκκεντροφόρων (που έχουν υποστεί επεξεργασία αντιτριβηκής σκλήρυνσης DLC που μειώνει 35% τις τριβές) άλλαξε ώστε το βύθισμα και η διάρκεια που μένουν ανοιχτές οι βαλβίδες να αυξηθεί, επιτρέποντας μεγαλύτερες ποσότητες αέρα να μπουν στο θάλαμο καύσης και για τον ίδιο λόγο οι αυλοί εισαγωγής έχουν διαφορετικό σχήμα.

Οι νέες βαλβίδες εισαγωγής διαμέτρου 32,5mm και εξαγωγής 28,5mm είναι ελαφρύτερες και η γωνία των βαλβίδων εισαγωγής έχει περιοριστεί στις 9⁰ βοηθώντας στον περιορισμό του συνολικού εμβαδού του θαλάμου καύσης, κάτι που με την σειρά του βελτιώνει την ποιότητα της καύσης.

3

Για μεγαλύτερη ακρίβεια στην κίνηση των βαλβίδων στις υψηλές στροφές υπάρχουν ενδιάμεσα κοκκοράκια μεταξύ του λοβού των εκκεντροφόρων και του στέλεχους των βαλβίδων, ενώ τα νέα ελατήρια επαναφοράς είναι προοδευτικής σκληρότητας τριών σταδίων ώστε να αποφευχθεί ο συντονισμός τους που έχει ως αποτέλεσμα το χοροπήδημα των βαλβίδων πάνω στις έδρες και την απότομη πτώση της συμπίεσης στις υψηλές στροφές.   

Λόγω κανονισμών του WSBK, η διάμετρος του εμβόλου δεν μπορεί να ξεπερνά τα 81mm, οπότε παραμένει το 81 X 48,5mm για την διάμετρο Χ διαδρομή, όμως τα σφυρήλατα έμβολα με αντιτρυβική επίστρωση μείγματος τεφλόν/μολύβδου είναι νέα και μαζί με το νέο θάλαμο καύση η σχέση συμπίεσης έχει ανέβει στο 13,6:1 από 13,4:1.

Για την ψύξη των εμβόλων υπάρχει κύκλωμα ψεκασμού λαδιού από κάτω τους, όπου τα ακροφύσια έχουν βαλβίδα που ανοίγει και κλείνει αναλόγως της πίεσης, ώστε να ψεκάζουν λάδι μόνο στις υψηλές στροφές και να μην ρίχνουν την πίεση λαδιού στις χαμηλές.

Επίσης το σύστημα υγρόψυξης έχει βαλβίδα που δημιουργεί δύο ξεχωριστά κυκλώματα. Το ψυκτικό που κυκλοφορεί γύρω από το πάνω μέρος των κυλίνδρων (που είναι το πιο καυτό) περνά από το ψυγείο και επιστρέφει δροσερό, ενώ το ψυκτικό υγρό στο κάτω μέρος δεν περνά από το ψυγείο. Αυτό βοηθάει στην ομοιόγενή ψύξη των κυλίνδρων, οπότε η διαστολή των μετάλλων είναι ομοιόμορφη και το σχήμα των κυλίνδρων δεν παραμορφώνεται, διατηρώντας τις τριβές σε χαμηλό επίπεδο.

Οι μπιέλες σφυρίλατου τιτανίου (πατέντα της Honda) είναι 20gr ελαφρύτερες από του προηγούμενου μοντέλου και 50% ελαφρύτερες από τις συμβατικές ατσάλινες. Μάλιστα το καπάκι τους δεν δένει με μπουζόνια και παξιμάδι, αλλά είναι με μπουλόνια από ένα πατενταρισμένο κράμα χρωμιομολυβδένιου (HB 149 Chromium Molybdenum Vanadium το ονομάζει η Honda). Τα κουζινέτα στις μπιέλες είναι από δύο διαφορετικά υλικά. Στον πύρο του εμβόλου πάνω έχει πιο μαλακό κράμα χαλκού (C1720-HT Beryllium copper) και κάτω στο στρόφαλο είναι πιο σκληρά με αντιτρυβική επικάλυψη DLC.

3

Στον νέο κινητήρα η διάμετρος της έδρασης του στροφάλου έχει αλλάξει, εξοικονομώντας 450gr βάρους. Επίσης τα ίδια τα κάρτερ είναι 250gr ελαφρύτερα.

Η τροφοδοσία γίνεται από έναν νέο ride by wire ψεκασμό με σώματα 52mm που έχει δύο ηλεκτρικά μοτέρ για την κίνηση των πεταλούδων. Σύμφωνα με την Honda, τα δύο μοτεράκια προσφέρουν μεγαλύτερη ακρίβεια και ο αναβάτης έχει καλύτερο έλεγχο του γκαζιού.

Η Honda ανακοινώνει 160kw (214,6 hp) στις 14.000 στροφές και 113nm (11,5kg/m) ροπής στις 12.000. Τα υπόλοιπα ιαπωνικά superbike έχουν ονομαστικές ιπποδυνάμεις στα 200 άλογα (211 το Kawasaki ZX10RR με Ram Air και 200 χωρίς) οπότε το νέο Fireblade είναι τυπικά το ισχυρότερο ιαπωνικό superbike όλων των εποχών που βγάζει πινακίδα!

Όλες οι σχέσεις στο κιβώτιο ταχυτήτων είναι πιο κοντές για καλύτερες ρεπρίζ και πιο δυνατές εξόδους από τις στροφές.

Το λογισμικό των ηλεκτρονικών βοηθημάτων είναι αναβαθμισμένο, με το Cornering ABS να έχει πλέον τρεις ρυθμίσεις Road/Track/Race, όπου η Race είναι ειδικά για συνθήκες υψηλής πρόσφυσης (π.χ. ελαστικά slick).

Εννοείται πως έχει ρυθμιζόμενης ευαισθησίας Traction Control, Engine Brake Control, Launch Control.

7

H έκδοση SP έχει και ρυθμιζόμενες ηλεκτρονικά αναρτήσεις της Ohlins με λογισμικό τρίτης γενιάς που περιλαμβάνει σύστημα εύρεσης της σωστής προφόρτισης των ελατηρίων εμπρός πίσω για κάθε αναβάτη και νέες βαλβίδες ρύθμισης των αποσβέσεων.

Όλα αυτά ρυθμίζονται από τον αριστερό διακόπτη και προβάλλονται στην έγχρωμη οθόνη TFT 5". Για το 2024 έχει προστεθεί και η λειτουργία “emengercy” που ενεργοποιεί τα LED φλας πίσω όταν φρενάρεις δυνατά.

6487

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες