Την επιτυχημένη συνταγή της μετατροπής του μοντέρνου streetfighter Ζ 900 σε neoretro μοτοσυκλέτα που θυμίζει το πρώτο Z 900 θέλει να επαναλάβει η Kawasaki, αυτή τη φορά όμως στην μικρομεσαία κατηγορία, χρησιμοποιώντας ως πλατφόρμα τα μηχανικά μέρη του δικύλινδρου Z 650. Η ιδέα φαίνεται εύκολη ως προς την εκτέλεσή της, όμως όπως είδαμε και στην περίπτωση του Z900RS, η ιαπωνική εταιρεία δεν αρκέστηκε σε μια απλή αλλαγή του ρεζερβουάρ και του προβολέα. Πέρα από την εμφάνιση, η Kawasaki ήθελε να αλλάξει και την αίσθηση οδήγησης του Z900RS σε σχέση με το Z900, κάνοντας αρκετές αλλαγές στον κινητήρα, τις αναρτήσεις αλλά και στα υλικά που χρησιμοποίησε, ώστε να περιοριστούν στο ελάχιστο δυνατό τα πλαστικά εξαρτήματα πάνω του.
Μάλλον το ίδιο θέλει κάνει και στην περίπτωση της μικρότερης έκδοσης με τον δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα και γι΄αυτό δεν παρουσιάστηκε ταυτόχρονα με το πρόσφατα ανανεωμένο Euro 5 Z 650 και Ninja 650. Έτσι, η εμφάνισή του ως μοντέλο 2021 θα συμπληρώσει την σειρά των Z 650 και κυρίως θα καλύψει μια τρύπα στη γκάμα της Kawasaki, προσφέροντας στην custom σκηνή τη δική της πρόταση απέναντι στο Yamaha XSR 700 και Suzuki SV 650. Μέχρι τώρα, οι φίλοι της Kawasaki είχαν μόνο το cruiser Vulcan 650 ως πεδίο δράσης για customing και είχαμε δει πολλά “φτιαγμένα” στις εκθέσεις της Verona, αλλά και στη διεθνή έκθεση της Intermot στη Γερμανία. Μόνο που το χαμηλό και μακρύ πλαίσιο με τα αργά γεωμετρικά χαρακτηριστικά, έβαζε αρκετούς αισθητικούς και μηχανολογικούς περιορισμούς. Οπότε η άφιξη του Z 650 RS, αυτομάτως θα λύσει τα χέρια και την φαντασία των custom builders, ενώ για όλους του υπόλοιπους θα είναι μια σαφώς πιο χρηστική μοτοσυκλέτα από το Z 650 (αν κάνουν τις ίδιες αλλαγές που έκαναν στο RS στη θέση οδήγησης και την σέλα), με μπόνους την κλασσική εμφάνιση που αντέχει στο πέρασμα των χρόνων.
Πάει και εδώ το μονόμπρατσο ψαλίδι - κινητήρας & πλαίσιο από Panigale
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
28/11/2024
Το Streetfighter V4 του 2025 μοιράζεται κοινή βάση με το καινούργιο Panigale V4 και φέρνει ακόμη περισσότερη MotoGP τεχνολογία στον δρόμο αλλά και περισσότερη χρηστικότητα σε σχέση με το ιταλικό superbike.
Το νέο Streetfighter χαρακτηρίζεται από την Ducati ως το πιο όμορφο, το ταχύτερο και το πιο προηγμένο "γυμνό" superbike που έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα με κάθε έναν από τους 214 ίππους να σπρώχνει κάτι περισσότερο από 0,88 κιλό στο V4S των 189 κιλών -191 η στάνταρ μοτοσυκλέτα-, χωρίς να είναι γεμάτο το ρεζερβουάρ.
Ο Euro 5+ Desmosedici Stradale V4 κινητήρας, με τον αντίστροφα περιστρεφόμενο στρόφαλο και το δεσμοδρομικό σύστημα κίνησης για τις βαλβίδες του, έρχεται απευθείας από το Panigale χωρίς αλλαγές στην τροφοδοσία με τους δύο λιγότερους ίππους σε σχέση με αυτό να οφείλονται σε μικρές διαφορές που υπάρχουν στην εισαγωγή.
Η μέγιστη τιμή της ισχύος των 214 ίππων κάνει την εμφάνισή της στις 13.500 σ.α.λ., ενώ η ροπή του κινητήρα των 1.103 κ.εκ. βρίσκεται στα 12,2 κιλά στις 11.250 σ.α.λ. Με την τοποθέτηση της εξάτμισης τιτανίου της Akrapovic, που δεν είναι νόμιμη για χρήση στον δρόμο, η ισχύς εκτοξεύεται στους 226 ίππους και το βάρος μειώνεται κατά 6,6 κιλά, ενώ τα σώματα ψεκασμού φέρουν για πρώτη φορά αυλούς μεταβλητού μήκους που βελτιώνουν και ομαλοποιούν ακόμη περισσότερο την απόδοση σε όλο το φάσμα λειτουργίας. Παράλληλα και σε σχέση με το Panigale η τελική μετάδοση είναι κοντύτερη, ενώ η Ducati κάνει λόγο για χαμηλότερη κατανάλωση αλλά και πιο ήσυχη λειτουργία λόγω των νέων ψυγείων. Οι άνθρωποι της Ducati τοποθέτησαν εναλλάκτη και αντλία λαδιού από το Panigale V4 R, με το κιβώτιο ταχυτήτων να είναι αυτό το οποίο χρησιμοποιείται στο Superleggera V4.
Στη δεύτερη γενιά του, το ιταλικό superbike δανείζει επίσης στο γυμνό αδερφάκι του το πλαίσιο αλλά και το προηγμένο ηλεκτρονικό οπλοστάσιό του και έτσι το Streetfighter V4 δεν έχει πλέον να ζηλέψει κάτι από αυτό, παρά μόνο το... μονόμπρατσο ψαλίδι του προγόνου του.
Το κοστούμι της νέας μοτοσυκλέτας είναι νέο, όπως και ο full LED εμπρός προβολέας, με την ουρά και το ρεζερβουάρ να προέρχονται από το Panigale, ενώ εντύπωση προκαλούν τα ακόμη μεγαλύτερα πτερύγια με τα δύο πάνω να είναι διπλά. Τα νέα πτερύγια προσφέρουν άλλα 17 κιλά κάθετης δύναμης στα 270 χλμ./ώρα σε σχέση με το προηγούμενο 4κύλινδρο Streetfighter με το σύνολο να φτάνει στα 45 κιλά!
Το πλαίσιο και το ψαλίδι προέρχονται επίσης από το Panigale με το πρώτο να είναι λιγότερο στιβαρό σε σχέση με το προηγούμενο κατά 39% αναφορικά με την πλευρική του στιβαρότητα ώστε να προσφέρει περισσότερη πρόσφυση στους τροχούς υπό κλίση και να διατηρεί πιο εύκολα την τροχιά που έχει επιλέξει ο αναβάτης. Πιο ενδοτικό πλευρικά είναι και το συμβατικό ψαλίδι σε σχέση με το μονόμπρατσο του προηγούμενου για τον ίδιο λόγο.
Οι Ιταλοί έδωσαν προσοχή και στην απομάκρυνση του ζεστού αέρα από το ψυγείο που φέρει πλαστικό πλαίσιο που μοιάζει με καρίνα αλλά και αεροδυναμικά σχεδιασμένα πλαστικά πίσω από αυτό.
Η μοτοσυκλέτα έρχεται με τέσσερα στάνταρ προγράμματα λειτουργίας για τα ηλεκτρονικά της συστήματα και τη διαχείριση του κινητήρα τα Race, Sport, Road και Wet, με τον αναβάτη να πληροφορείται για οτιδήποτε σχετικό από τη νέα οριζόντιας διάταξης ορθογώνια παραλληλόγραμμη οθόνη των 6,9 ιντσών. Η οθόνη μπορεί να παρουσιάζει τις πληροφορίες με δύο διαφορετικούς τρόπους, για χρήση στον δρόμο ή την πίστα ώστε να καλύπτει κάθε φορά τις διαφορετικές ανάγκες.
Το πλήρες ηλεκτρονικό οπλοστάσιο συστημάτων υποβοήθησης του αναβάτη αποτελείται από τα Ducati Traction Control (DTC), Slide Control (DSC), Wheelie Control (DWC), Power Launch (DPL), Quick Shift (DQS) 2.0, Engine Brake Control (EBC) και το Ducati Vehicle Observer (DVO) που αξιοποιεί 70 συνολικά αισθητήρες για να βελτιώσει τη λειτουργιά των συστημάτων ανάλογα με τις συνθήκες και το στιλ οδήγησης.
Αναφορικά με τα φρένα και αυτά προέρχονται από το superbike της εταιρείας με νέες δαγκάνες Hypure της Brembo (αντικαθιστούν τις Stylema) και αναβαθμισμένο σύστημα ABS της Bosch το οποίο διαθέτει τεχνολογία Race eCBS και συνδυάζει ηλεκτρονικά το εμπρός με το πίσω φρένο στον βαθμό που χρειάζεται.
Το πλουσιότερα εξοπλισμένο Streetfighter V4S ξεχωρίζει από το στάνταρ και από τις ηλεκτρονικά ελεγχόμενες αναρτήσεις Smart EC3.0 της Ohlins, με ανεστραμμένο ΝΙΧ-30 πιρούνι και TTX 36 αμορτισέρ, όπως και τις σφυρήλατες ζάντες αλουμινίου.
Στο στάνταρ μοντέλο το πιρούνι είναι το BPF της Showa και το αμορτισέρ προέρχεται από τη Sachs όπως και το σταμπιλιζατέρ του τιμονιού, ενώ εδώ η μπαταρία είναι μολύβδου και όχι ιόντων λιθίου όπως είναι στο S.