H αναβίωση της Breganze SF750

Από το

Μαύρο Σκύλο

6/2/2012

Η Breganze, μια μικρή ιταλική εταιρεία, έχει προέλθει από την φημισμένη Laverda που έφτιαχνε μοτοσυκλέτες επιδόσεων έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν και υπέκυψε στον ανταγωνισμό. Το 2000 την αγόρασε η Aprilia και παρουσίασε ένα πρωτότυπο με το λογότυπο της εταιρείας και τον κινητήρα της RSVMille, με το όνομα SFC, το 2003 στην EICMA του Μιλάνο. Συνέχεια, όμως, δεν δόθηκε μετά από την εξαγορά της Aprilia από την Piaggio το 2004. Τo όνομα της Laverda ανήκει ακόμη μέχρι και σήμερα στην Piaggio και για αυτόν τον λόγο η μοντέρνα SF750 ονομάστηκε Breganze, την πόλη που έχει την έδρα της η μικρή εταιρεία που επιμένει στην αναβίωσή της.
Στην έκθεση Motor Bike Expo, που έγινε στη Verona της Ιταλίας, παρουσιάστηκε η τελική μορφή της μοτοσυκλέτας, πριν αρχίσει να κατασκευάζεται, έναν χρόνο μετά την παρουσίασή της σαν πρωτότυπη στη ίδια έκθεση.
Αισθητικά οι αναφορές στην Laverda SF750 της δεκαετίας του ’70 είναι έντονες, με το μακρύ ρεζερβουάρ και τα number plates στην ουρά. Ο κινητήρας είναι δικύλινδρος σε σειρά, με τέσσερις βαλβίδες σε κάθε κύλινδρο, υγρόψυκτος, με τροφοδοσία από ψεκασμό, κιβώτιο έξι ταχυτήτων και αποδίδει 85 ίππους στις 8.300 στροφές, με τη μέγιστη ροπή των 7,6 χιλιογραμμομέτρων να κορυφώνεται στις 7.200 στροφές, ενώ καλύπτει και τις προδιαγραφές Euro 3. Το πλαίσιο είναι ανοικτό σωληνωτό, κατασκευασμένο από αλουμίνιο. Ποιοτικά εξαρτήματα έχουν επιλεχθεί για τις αναρτήσεις της, με ένα ανεστραμμένο πιρούνι της Ohlins 43 χιλιοστών, ενώ πίσω υπάρχουν δυο πλήρως ρυθμιζόμενα αμορτισέρ της ίδιας εταιρείας. Οι ομοιότητες με την παλιά SF750 συνεχίζονται και στους τροχούς, όπου ναι μεν έχουν διάμετρο 17 ιντσών, αλλά διαθέτουν τις ακτίνες της παλιάς εποχής. Η μοτοσυκλέτα ζυγίζει 170 κιλά στεγνή και πρόκειται για μια 100% “Made in Italy” café racer με πολύ υψηλή ποιότητα κατασκευής που καταφέρνει να διατηρήσει με μεγάλη πιστότητα την εικόνα της αρχικής SF, έστω και χωρίς το όνομα Laverda πάνω της.

Η Breganze έχει ιστοσελίδα στην διεύθυνση www.breganzemotorcycles.it.


Veloce Ethereal: Δίχρονη V4 café racer 500 κυβικών με 145 ίππους από τη Βρετανία

Με νέο τετρακύλινδρο κινητήρα "L4", μονόμπρατσο ψαλίδι και παραγωγή μόλις 48 μοτοσυκλετών
Veloce Ethereal
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

30/6/2026

Μετά την εντυπωσιακή Aperion των 1.000 κυβικών και των 276 ίππων, η βρετανική Veloce Motorcycles παρουσιάζει τη δεύτερη δημιουργία της. Η νέα Ethereal υιοθετεί έναν ολοκαίνουργιο δίχρονο τετρακύλινδρο κινητήρα 500 κ.εκ. με απόδοση έως 145 ίππους, διατηρώντας την ίδια ιδιαίτερη φιλοσοφία σχεδίασης και κατασκευής.

Η Veloce Motorcycles από την Οξφόρδη έγινε γνωστή πριν από λίγες εβδομάδες παρουσιάζοντας την εντυπωσιακή Aperion, μια περιορισμένης παραγωγής μοτοσυκλέτα με δίχρονο οκτακύλινδρο κινητήρα 1.000 κ.εκ. και ισχύ 276 ίππων. Τώρα η βρετανική εταιρεία αποκαλύπτει το δεύτερο μοντέλο της, την Ethereal, μια κάπως πιο “προσιτή” πρόταση, χωρίς όμως να χάνει την τεχνολογική της ιδιαιτερότητα.

Αντί για τον οκτακύλινδρο κινητήρα της Aperion, η Ethereal χρησιμοποιεί έναν άλλο δίχρονο τετρακύλινδρο κινητήρα 500 κυβικών εκατοστών, ο οποίος αποδίδει έως 145 ίππους στις 12.000 στροφές ανά λεπτό. Πρόκειται για έναν V4 κινητήρα που η Veloce χαρακτηρίζει ως L4, καθώς οι τέσσερις κύλινδροι είναι τοποθετημένοι σε δύο ζεύγη υπό γωνία 90 μοιρών και χρησιμοποιούν δύο ξεχωριστούς στροφαλοφόρους άξονες, στην ίδια αρχιτεκτονική που συναντάται και στον μεγαλύτερο κινητήρα της Aperion.

Veloce Ethereal

Η εταιρεία συνεχίζει να επενδύει στις ιδιαίτερες μηχανολογικές λύσεις. Η έξοδος της μετάδοσης βρίσκεται ανάμεσα στους δύο στροφαλοφόρους και πάνω από το κιβώτιο ταχυτήτων, ενώ το μονόμπρατσο ψαλίδι είναι εξ ολοκλήρου κατεργασμένο από μασίφ αλουμίνιο. Αντίστοιχα ξεχωριστή είναι και η εξάτμιση, με τέσσερις θαλάμους διαστολής, έναν για κάθε κύλινδρο, οι οποίοι κατασκευάζονται από αλουμίνιο με κοπή laser και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της αισθητικής της μοτοσυκλέτας.

Η Ethereal κατά τα άλλα, ακολουθεί τις γραμμές μιας κλασικής café racer, με λιτή σιλουέτα, μονόσελο και σωληνωτό ατσάλινο πλαίσιο. Ένα ακόμη ιδιαίτερο στοιχείο είναι η θέση του ψυγείου. Αντί να βρίσκεται μπροστά από τον κινητήρα, έχει τοποθετηθεί κάτω από την ουρά, θυμίζοντας τη λύση που είχε χρησιμοποιήσει η Benelli Tornado Tre 900 στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ο αέρας οδηγείται προς το ψυγείο μέσω αεραγωγών που βρίσκονται κάτω από το ρεζερβουάρ.

Veloce Ethereal

Για τις αναρτήσεις και τα φρένα, η Veloce επιλέγει σύγχρονα περιφερειακά, με ανεστραμμένο πιρούνι εμπρός, χωρίς όμως να έχει ανακοινώσει ακόμη τους προμηθευτές ή τα πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά.

Η εταιρεία δεν έχει δημοσιοποιήσει ακόμη το βάρος της Ethereal ούτε τις πλήρεις επιδόσεις της, ωστόσο οι πρώτες εικόνες δείχνουν μια ιδιαίτερα συμπαγή κατασκευή, με στόχο να προσφέρει μια πιο "φιλική" εμπειρία σε σχέση με την ακραία Aperion.

Veloce Ethereal

Μισός κινητήρας, διπλή παραγωγή

Όπως και το πρώτο μοντέλο της εταιρείας, έτσι και η Ethereal θα παραχθεί σε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό. Η παραγωγή προβλέπεται να περιοριστεί σε 48 μοτοσυκλέτες, με τις πρώτες παραδόσεις να προγραμματίζονται για το 2027. Η Veloce έχει ήδη ξεκινήσει να δέχεται κρατήσεις μέσω της ιστοσελίδας της, χωρίς όμως να ανακοινώνει επίσημη τιμή. Το μόνο που αναφέρει είναι ότι θα κοστίζει λιγότερο από την Aperion, η οποία τιμολογείται στις 78.000 λίρες, δηλαδή περίπου 90.000 ευρώ.

Όπως συμβαίνει και με την Aperion, η Ethereal προορίζεται να αποκτήσει άδεια κυκλοφορίας στη Μεγάλη Βρετανία μέσω της διαδικασίας Motorcycle Single Vehicle Approval (MSVA), που επιτρέπει την ταξινόμηση οχημάτων μικρής παραγωγής. Αντίθετα, εάν οι προτάσεις της Veloce σας είχαν δελεάσει, μάλλον θα απογοητευτείτε να μάθετε ότι η έγκρισή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρείται πρακτικά αδύνατη, καθώς ο δίχρονος κινητήρας υψηλών επιδόσεων δεν πληροί τις ισχύουσες προδιαγραφές εκπομπών ρύπων Euro5+ και δεν διαθέτει υποχρεωτικά συστήματα ασφαλείας, όπως το ABS, για να λάβει τη σχετική έγκριση τύπου.

Veloce Ethereal

Με την Ethereal, η Veloce αποδεικνύει ότι η Aperion δεν ήταν μια μεμονωμένη τεχνολογική και κατασκευαστική άσκηση, αλλά η αρχή μιας σειράς ιδιαίτερων μοτοσυκλετών που επιχειρούν να επαναφέρουν τον δίχρονο κινητήρα στο προσκήνιο, μέσα από σύγχρονες και εξαιρετικά περιορισμένης παραγωγής κατασκευές.