Και… φτηνότερη έκδοση για το Triumph Rocket III 2020

Το βρετανικό κτήνος των 2500 κυβικών
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

30/5/2019

Η ιδέα για ένα γιγαντιαίο Power Cruiser με άφθονα κυβικά και ροπή τανκς προφανώς και δεν είναι καινούρια. Ξεκίνησε από τις πίστες dragster των ΗΠΑ, όπου το γκάζι πραγματικά δεν είναι ποτέ αρκετό, κάπου στις αρχές των 70ies. Τα μαστόρια έπαιρναν ολόκληρες τις τετρακύλινδρες αερόψυκτες κυλινδροκεφαλές των ιαπωνικών superbike και φτιάχνοντας δικά τους κάρτερ και στροφάλους, δημιουργούσαν κινητήρες V8 με 1500 (CB 750 X 2) ή ακόμα και 1800 κυβικά (Ζ 900 Χ 2). Η πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής που εμπνεύστηκε από εκείνες τις κατασκευές ήταν φυσικά η Yamaha V-Max 1200, όπου χάρη στην αποτυχία του τουριστικού Venture να ανταγωνιστεί το Goldwing, η Yamaha βρέθηκε με τις αποθήκες της γεμάτες V4 κινητήρες.

Το αστείο σε αυτή την εμπορική κόντρα μεταξύ των μοντέλων της Yamaha και της Honda, είναι πως το V-Max κατάφερε να αφήσει σε όλο τον πλανήτη το στίγμα του ιστορία του μοτοσυκλετισμού, ενώ ο ανταγωνιστικό Valkyrie της Honda έμεινε στη σκιά του, παρά το γεγονός πως είχε τον εξακύλινδρο boxer κινητήρα της διάσημης Goldwing! Κι ενώ η κατηγορία αυτών των γιγαντιαίων Power Cruiser έμοιαζε να φτάνει στο τέλος της, η Triumph εμφάνισε το δικό της κτήνος, με διαμήκη τρικύλινδρο κινητήρα και 2300 κυβικά! Ήταν ένα πραγματικό κτήνος σε διαστάσεις, κυβικά και… βάρος, αφού ζύγιζε πάνω από 310 κιλά άδειο και είχε μήκος 2,5 μέτρα!!!! Η ιπποδύναμή του ήταν όμως “μόλις” 145 ονομαστικούς ίππους, όσους δηλαδή είχαν και τα “ανοιχτά” V-Max 1200.

Από την άλλη μεριά όμως, το νούμερο που εντυπωσίαζε ήταν φυσικά τα 20kg/m ροπής, που καμία άλλη μοτοσυκλέτα παραγωγής δεν έχει πλησιάσει μέχρι σήμερα. Οι πωλήσεις ήταν συμπαθητικές, όμως γρήγορα φάνηκε πως το κοινό που σκόπευε να αγοράσει μια τέτοια μοτοσυκλέτα  ήθελε περισσότερες ανέσεις και τουριστικές δυνατότητες. Έτσι χρόνο με τον χρόνο, η σέλα μεγάλωνε για να χωράει πιο άνετα έναν χοντρό Αμερικάνο και την αντίστοιχα υπέρβαρη γυναίκα του και η ιπποδύναμη έπεσε στους 100 ίππους. Το 2007 η Yamaha προσπάθησε να ζωντανέψει ξανά τον θρύλο των Power Cruiser και την σχέσης τους με τα dragster, παρουσιάζοντας τη δεύτερη γενιά της V-Max, η οποία αυτή τη φορά είχε εντελώς δικό της V4 κινητήρα 1800 κυβικών.

Η Honda απάντησε με μάλλον χλιαρό τρόπο, εκμοντερνίζοντας εμφανισιακά την Valkiery και βαφτίζοντάς τη Gold Wing Valkiery, για να δείξει πως είναι απλώς μια γυμνή έκδοση της Gold Wing και όχι αντίπαλος της V-Max.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση που ακολούθησε ήταν η ταφόπλακα για αυτού του είδους τις μοτοσυκλέτες, όχι τόσο γιατί ο κόσμος στον οποίο απευθύνονταν δεν είχε τα χρήματα να τις αγοράσει, όσο διότι κανείς δεν ήθελε να κυκλοφορεί δημόσια με μοτοσυκλέτα 1800 κυβικών ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν χάσει τις δουλειές τους…  

Σήμερα η Triumph επαναφέρει την ιδέα των γνήσιων Power Cruiser και μάλιστα επενδύει σε αυτή την ιδέα, σχεδιάζοντας από την αρχή, έναν ολοκαίνουριο κινητήρα 2500 κυβικών και αλουμινένιο πλαίσιο. Η ιπποδύναμη που ανακοινώνουν οι Βρετανοί είναι και πάλι δυσανάλογα μικρή ως προς τον κυβισμό, φτάνοντας μόλις τους 170 ίππους.

Θυμίζουμε πως η Yamaha υποσχόταν 200 ίππους με τη δεύτερη γενιά του V-Max και τότε τα superbike είχαν με το ζόρι 160-170 ίππους. Σήμερα που τα 200-210 άλογα είναι… στραγάλια, μάλλον οι 170 ίπποι του Rocker III δεν θα τρομάξουν κανέναν.

Η πρώτη εμφάνιση του νέου Rocket III έγινε στο ετήσιο dealers-meeting της Triumph, όπου παρουσιάστηκε η ειδική έκδοση TFC, η οποία θα παραχθεί σε μόλις 750 αριθμημένα αντίτυπα. Είχε πάνω της carbon προστατευτικά, ελεύθερες εξατμίσεις της Arrow και τις ακριβές ακτινικές δαγκάνες της Brembo.

Ως αποτέλεσμα, η τιμής της στην Αγγλία ήταν στο φάσμα των 30.000€. Όμως λίγες μέρες πριν άρχισαν να διαρρέουν φωτογραφίες με μια πιο γήινη έκδοση, χωρίς carbon και special εξοπλισμό. Πόση θα είναι η διαφορά στην τιμή, από την αφαίρεση των “εξωτικών” δεν είναι ακόμα γνωστό. Το βέβαιο είναι, πως αν θέλεις να έχεις τη μοτοσυκλέτα με τον μεγαλύτερο σε κυβικά και ροπή κινητήρα που έχει βγει στην παραγωγή, σε λίγους μήνες θα την βρεις στα καταστήματα της Triumph.

Veloce Ethereal: Δίχρονη V4 café racer 500 κυβικών με 145 ίππους από τη Βρετανία

Με νέο τετρακύλινδρο κινητήρα "L4", μονόμπρατσο ψαλίδι και παραγωγή μόλις 48 μοτοσυκλετών
Veloce Ethereal
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

30/6/2026

Μετά την εντυπωσιακή Aperion των 1.000 κυβικών και των 276 ίππων, η βρετανική Veloce Motorcycles παρουσιάζει τη δεύτερη δημιουργία της. Η νέα Ethereal υιοθετεί έναν ολοκαίνουργιο δίχρονο τετρακύλινδρο κινητήρα 500 κ.εκ. με απόδοση έως 145 ίππους, διατηρώντας την ίδια ιδιαίτερη φιλοσοφία σχεδίασης και κατασκευής.

Η Veloce Motorcycles από την Οξφόρδη έγινε γνωστή πριν από λίγες εβδομάδες παρουσιάζοντας την εντυπωσιακή Aperion, μια περιορισμένης παραγωγής μοτοσυκλέτα με δίχρονο οκτακύλινδρο κινητήρα 1.000 κ.εκ. και ισχύ 276 ίππων. Τώρα η βρετανική εταιρεία αποκαλύπτει το δεύτερο μοντέλο της, την Ethereal, μια κάπως πιο “προσιτή” πρόταση, χωρίς όμως να χάνει την τεχνολογική της ιδιαιτερότητα.

Αντί για τον οκτακύλινδρο κινητήρα της Aperion, η Ethereal χρησιμοποιεί έναν άλλο δίχρονο τετρακύλινδρο κινητήρα 500 κυβικών εκατοστών, ο οποίος αποδίδει έως 145 ίππους στις 12.000 στροφές ανά λεπτό. Πρόκειται για έναν V4 κινητήρα που η Veloce χαρακτηρίζει ως L4, καθώς οι τέσσερις κύλινδροι είναι τοποθετημένοι σε δύο ζεύγη υπό γωνία 90 μοιρών και χρησιμοποιούν δύο ξεχωριστούς στροφαλοφόρους άξονες, στην ίδια αρχιτεκτονική που συναντάται και στον μεγαλύτερο κινητήρα της Aperion.

Veloce Ethereal

Η εταιρεία συνεχίζει να επενδύει στις ιδιαίτερες μηχανολογικές λύσεις. Η έξοδος της μετάδοσης βρίσκεται ανάμεσα στους δύο στροφαλοφόρους και πάνω από το κιβώτιο ταχυτήτων, ενώ το μονόμπρατσο ψαλίδι είναι εξ ολοκλήρου κατεργασμένο από μασίφ αλουμίνιο. Αντίστοιχα ξεχωριστή είναι και η εξάτμιση, με τέσσερις θαλάμους διαστολής, έναν για κάθε κύλινδρο, οι οποίοι κατασκευάζονται από αλουμίνιο με κοπή laser και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της αισθητικής της μοτοσυκλέτας.

Η Ethereal κατά τα άλλα, ακολουθεί τις γραμμές μιας κλασικής café racer, με λιτή σιλουέτα, μονόσελο και σωληνωτό ατσάλινο πλαίσιο. Ένα ακόμη ιδιαίτερο στοιχείο είναι η θέση του ψυγείου. Αντί να βρίσκεται μπροστά από τον κινητήρα, έχει τοποθετηθεί κάτω από την ουρά, θυμίζοντας τη λύση που είχε χρησιμοποιήσει η Benelli Tornado Tre 900 στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ο αέρας οδηγείται προς το ψυγείο μέσω αεραγωγών που βρίσκονται κάτω από το ρεζερβουάρ.

Veloce Ethereal

Για τις αναρτήσεις και τα φρένα, η Veloce επιλέγει σύγχρονα περιφερειακά, με ανεστραμμένο πιρούνι εμπρός, χωρίς όμως να έχει ανακοινώσει ακόμη τους προμηθευτές ή τα πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά.

Η εταιρεία δεν έχει δημοσιοποιήσει ακόμη το βάρος της Ethereal ούτε τις πλήρεις επιδόσεις της, ωστόσο οι πρώτες εικόνες δείχνουν μια ιδιαίτερα συμπαγή κατασκευή, με στόχο να προσφέρει μια πιο "φιλική" εμπειρία σε σχέση με την ακραία Aperion.

Veloce Ethereal

Μισός κινητήρας, διπλή παραγωγή

Όπως και το πρώτο μοντέλο της εταιρείας, έτσι και η Ethereal θα παραχθεί σε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό. Η παραγωγή προβλέπεται να περιοριστεί σε 48 μοτοσυκλέτες, με τις πρώτες παραδόσεις να προγραμματίζονται για το 2027. Η Veloce έχει ήδη ξεκινήσει να δέχεται κρατήσεις μέσω της ιστοσελίδας της, χωρίς όμως να ανακοινώνει επίσημη τιμή. Το μόνο που αναφέρει είναι ότι θα κοστίζει λιγότερο από την Aperion, η οποία τιμολογείται στις 78.000 λίρες, δηλαδή περίπου 90.000 ευρώ.

Όπως συμβαίνει και με την Aperion, η Ethereal προορίζεται να αποκτήσει άδεια κυκλοφορίας στη Μεγάλη Βρετανία μέσω της διαδικασίας Motorcycle Single Vehicle Approval (MSVA), που επιτρέπει την ταξινόμηση οχημάτων μικρής παραγωγής. Αντίθετα, εάν οι προτάσεις της Veloce σας είχαν δελεάσει, μάλλον θα απογοητευτείτε να μάθετε ότι η έγκρισή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρείται πρακτικά αδύνατη, καθώς ο δίχρονος κινητήρας υψηλών επιδόσεων δεν πληροί τις ισχύουσες προδιαγραφές εκπομπών ρύπων Euro5+ και δεν διαθέτει υποχρεωτικά συστήματα ασφαλείας, όπως το ABS, για να λάβει τη σχετική έγκριση τύπου.

Veloce Ethereal

Με την Ethereal, η Veloce αποδεικνύει ότι η Aperion δεν ήταν μια μεμονωμένη τεχνολογική και κατασκευαστική άσκηση, αλλά η αρχή μιας σειράς ιδιαίτερων μοτοσυκλετών που επιχειρούν να επαναφέρουν τον δίχρονο κινητήρα στο προσκήνιο, μέσα από σύγχρονες και εξαιρετικά περιορισμένης παραγωγής κατασκευές.