Νέα Honda CB1000R & CB125R 2021: Αλλαγές σε εμφάνιση, κινητήρα και αναρτήσεις!

Ανανέωση για την σειρά Neo Sports Café!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

10/11/2020

Η Honda ανανεώνει την σειρά Neo Sports Café στα δύο άκρα της: Την ναυαρχίδα CB1000R που έχει μικρές πινελιές εξωτερικά και νέο εξοπλισμό, και την μικρή CB125R που δεν αλλάζει εξωτερικά αλλά έχει νέο κινητήρα και γίνεται η πρώτη μοτοσυκλέτα σε αυτά τα κυβικά με BFF πιρούνι! Η Honda ξέρει πολύ καλά πως η κατηγορία 125 που γνωρίζει άνθηση σε όλη την Ευρώπη εξαιτίας της νομοθεσίας, πλην της Ελλάδας ακόμη, χρειάζεται προτάσεις που στοχεύουν στην οδική ασφάλεια. Η εμπρός ανάρτηση που στο νέο CB125R έγινε BFF είναι μία κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα αυτής της κατηγορίας με BFF πιρούνι! Ο νέος κινητήρας επίσης έχει τον ίδιο στόχο. Ταυτόχρονα οι νέοι ιδιοκτήτες θέλουν να βλέπουν πως το μοντέλο 125 δεν ξεφεύγει σχεδιαστικά από το ταβάνι της κατηγορίας που είναι τα χίλια κυβικά, νιώθοντας πως ανήκουν σε μία συγκεκριμένη οικογένεια. Από αυτή την οπτική, οι αλλαγές στα άκρα της “Neo Sports Café” όπως ονομάζει η Honda τις γυμνές νεορετρό μοτοσυκλέτες της, έχουν στοχεύσει σωστά.

Το CB1000R δέχτηκε μικρές πινελιές στην εμφάνισή του που για να τις προσέξεις θα πρέπει να θυμάσαι το προηγούμενο μοντέλο ή να τα βάλεις δίπλα-δίπλα. Ωστόσο η Honda πέτυχε με τις αλλαγές αυτές να δώσει αυτό το στοιχείο που ήθελε, την εντύπωση δηλαδή πως η μοτοσυκλέτα γέρνει περισσότερο προς τα μπροστά και ο αναβάτης έχει μια πιο σκυφτή θέση οδήγησης. Να ενδυναμώσει δηλαδή την σπορ πλευρά της μοτοσυκλέτας. Στο μεταξύ η εμπρόσθια αυτή πορεία των σχεδιαστικών γραμμών υπήρχε από την πρώτη στιγμή στο 125, που σημαίνει πως δεν χρειαζόταν να αλλάξει κιόλας!

Έτσι λοιπόν το υποπλαίσιο στο CB1000R τονίστηκε αφήνοντας το αλουμίνιο εκτεθειμένο ενώ άλλαξε και σε σχεδιασμό και μαζί τα αλουμινένια καπάκια που αγκαλιάζουν το ψυγείο και κρύωουν τα ηλεκτρονικά. Μαζί του και ο εμπρός προβολέας που μπήκε σε διαφορετική γωνία και δημιούργησε έτσι χώρο για την καινούρια οθόνη, μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές για το νέο CB1000R. Έχουμε λοιπόν λεπτομέρειες που κοιτώντας τες, λαμβάνεις την εντύπωση μίας μοτοσυκλέτας που φορτίζει περισσότερο τον εμπρός τροχό, που θα σε τοποθετήσει περισσότερο σκυμμένο μπροστά, χωρίς να υπάρχουν άλλες σημαντικές αλλαγές στην γεωμετρία.

Οι τροχοί έχουν επίσης αλλάξει με περισσότερα μπράτσα από πριν, είναι σαν να πήρες τις παλιές ζάντες και ανάμεσα στα μπράτσα που υπήρχαν ήδη να έφτιαξες ένα ζευγάρι νέων πιο λεπτών.

Το πλαίσιο λοιπόν αλλά και η κατανομή βάρους μαζί με την γεωμετρία παραμένουν όπως ήταν συντελώντας σε μία μοτοσυκλέτα που δεν θα διαφέρει οδηγικά από τον προκάτοχο. Ο κινητήρας όμως ήταν αναγκαίο να αλλάξει για να υποστηρίζει πλέον τις νέες προδιαγραφές. Και καθώς η Honda δεν τον είχε ζορίσει στραγγίζοντάς τον από άλογα, η αλλαγή ήταν επιφανειακή: Χαρτογράφηση και ρυθμίσεις στον ηλεκτρονικό PGM-Fi ψεκασμό! Δεν χρειαζόταν να ανέβει σε κυβικά για να διατηρήσει τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του, γεγονός που φανερώνει και το περιθώριο που υπήρχε…

Παρά την νεορετρό εμφάνιση το CB1000R είχε ήδη οθόνη από το 2018 και τώρα αυτή γίνεται και καλύτερη, μία έγχρωμη TFT που έχει και συνδεσιμότητα με κινητό τηλέφωνο και θήρα USB. Η ύπαρξη των ηλεκτρονικών απαιτεί οθόνη για να μπορέσεις να τα ρυθμίσεις, οι λάτρεις των αναλογικών θα πρέπει για αυτό τον λόγο να ξεχάσουν τα αναλογικά όργανα. Άλλωστε ο συνδυασμός αναλογικών ενδείξεων και οθόνης ήταν το μεταβατικό στάδιο μέχρι να δεχτούν όλοι τις αλλαγές αυτές, με τις εταιρείες να βλέπουν πως οι πελάτες ζητούν διασύνδεση με κινητά και νέες λειτουργίες. Έτσι το νεορετρό CB1000R αποκτά μία εντελώς μοντέρνα TFT. Η σύνδεση με το παρελθόν γίνεται μέσα από τα γραφικά, που αντιγράφουν τις αναλογικές ενδείξεις…

Στην 5 ιντσών οθόνη βέβαια, η Honda σου δίνει τέσσερις επιλογές γραφικών για τις ενδείξεις αυτές ώστε να ξεφύγεις από την ρετρολαγνεία αν το θέλεις. Η οθόνη ενσωματώνει το HSVC (Honda Smartphone Voice Control) που συνδέει την ενδοεπικοινωνία του αναβάτη με το κινητό του τηλέφωνο ώστε να χειρίζεται τις κλίσεις με φωνητικές εντολές. Βέβαια αυτό ο αναβάτης το έχει έτσι κι αλλιώς, όλα τα κινητά τηλέφωνα δέχονται φωνητικές εντολές από Bluetooth μικρόφωνο, οπότε πρέπει να δούμε σε αυτό το σημείο ποιο είναι το νέο που φέρνει η Honda, πέρα από το να λειτουργεί ως ενδιάμεσος. Το πραγματικό όφελος είναι να μπορείς να χειρίζεσαι τις κλίσεις που λαμβάνεις από τα κουμπιά της μοτοσυκλέτας κι αυτό η Honda το έχει προβλέψει. Για ανθρώπους που χρησιμοποιούν την μοτοσυκλέτα καθημερινά και καλύπτουν αρκετές αποστάσεις, η δυνατότητα αυτή έχει γίνει πλέον προϋπόθεση, είναι κάτι που το ζητούν και το νέο CB1000R έρχεται έτοιμο να το προσφέρει.

Από πλευράς εξοπλισμού έχει προστεθεί το ESS (Emergency Stop Signal) όπου τα φλας αναβοσβήνουν στην απότομη επιβράδυνση, ενώ σβήνουν και αυτόματα μετά από λίγη ώρα ή όταν η μοτοσυκλέτα έχει σταματήσει να στρίβει. Αυτό η Honda το έχει εφαρμόσει εδώ και μερικά χρόνια πριν ακόμη ξεκινήσει η ευρεία εφαρμογή των IMU αισθητήρων που όχι απλά ξέρουν αν στρίβει η μοτοσυκλέτα αλλά παρακολουθούν την θέση της στον χώρο μέσα από έξι άξονες. Μετρώντας την σχετική ταχύτητα των τροχών και με δεδομένο πως όταν η μοτοσυκλέτα στρίβει ο εμπρός τροχός διαγράφει διαφορετικό τόξο από τον πίσω, η Honda πήρε την σχέση αυτή και την χρησιμοποίησε ως μέτρηση. Όταν εξισώνονται οι ταχύτητες και αφού έχει ανάψει ο αναβάτης τα φλας, η ECU αντιλαμβάνεται πως η στροφή έχει ολοκληρωθεί και τα σβήνει.

Ο τετρακύλινδρος κινητήρας των 998 κυβικών αποδίδει 143,4 ίππους στις 10.500 στροφές και 10,6Kg.m στις 8.250 στροφές με κόκκινο στις 11.500 στροφές και κόφτη στις 12.000. Όλα αυτά μένουν ως είχαν από το 2018 όταν και άλλαξε για πρώτη φορά το CB1000R αποκτώντας την νεορετρό εμφάνισή του και αποτινάσσοντάς τον streetfighter χαρακτήρα του. Η Honda λέει πως παραμένει η καμπύλη απόδοσης χωρίς αλλαγές, που έδινε ένα ωραίο σκαλοπάτι μετά τις 6.000 στροφές και με μέγεθος 2.000 στροφών. Τα σώματα ψεκασμού είναι 44mm με το άνοιγμα βαλβίδων να παραμένει στα 8.3mm για την εισαγωγή και 8.1mm για την εξαγωγή, ενεργώντας σε έναν θάλαμο καύσης που υπάρχουν σφυρήλατα αλουμινένια πιστόνια.

Παραμένει και η 4 σε 2 σε ένα εξάτμιση με το μεγάλο και άσχημο τελικό που τροφοδοτείται από τον μεγάλο συλλέκτη και τους καταλύτες. Η Honda λέει πως ο ήχος έχει ενισχυθεί αλλά παραμένει συμμορφωμένος με τις προδιαγραφές, μετά τις 5.500 στροφές και κοντά στο σκαλοπάτι απόδοσης δηλαδή, γίνεται πιο μπάσος και έντονος. Με στόχο να μην ενοχλείς μέσα στις πόλεις οδηγώντας φυσιολογικά, που είναι άλλο ένα πράγμα που δεν συμβαίνει στην Ελλάδα.

Για να γίνουν όλες οι ρυθμίσεις της νέας χαρτογράφησης σε πλήρη στοίχιση με τους Euro5 κανονισμούς, οι αισθητήρες λάμδα αντικαταστάθηκαν από LAF (Linear Air Flow) αισθητήρες που δίνουν πιο ακριβή μέτρηση κι άρα η ECU επεμβαίνει με καλύτερη ακρίβεια στην τροφοδοσία. Αυτό σημαίνει μειωμένους ρύπους και καλύτερη κατανάλωση, χωρίς να επέμβεις στην απόδοση, απλά μεγαλώνεις το κατασκευαστικό κόστος! Η Honda λέει πως η κατανάλωση θα είναι κοντά στα 5,8λ/100χμ, μένει να το μετρήσουμε λοιπόν.

Όπως και πριν, η Honda σου επιτρέπει να ρυθμίζεις το φρένο του κινητήρα, το traction control και φυσικά την απόδοση μέσα από τέσσερις καταστάσεις λειτουργίας με την τέταρτη να είναι εκείνη που αποθηκεύει ξεχωριστά ο αναβάτης. Έχουμε Rain / Standard / Sport και USER όπου στην RAIN η μείωση δύναμης και ροπής ισχύει μέχρι και την τρίτη σχέση στο κιβώτιο, μετά εξισορροπείται με την Standard.

Το μεταξόνιο παραμένει στα 1.455 που καθιστά το CB1000R μία ευέλικτη μοτοσυκλέτα, με το βάρος να είναι στα 212 κιλά, πάνω δηλαδή από αντίστοιχες “streetfighter” του λίτρου αλλά σε καλό επίπεδο παρόλο αυτά, με 51,5% κατανομή μπροστά και 48.5% κατανομή πίσω. Η σέλα είναι στα 830mm ύψος και μπροστά έχουμε ένα Showa SFF-BP πιρούνι, (Separate Function Fork Big Piston) και Showa πίσω αμορτισέρ. Δυστυχώς και το ABS παραμένει ίδιο. Το δικάναλο ABS δεν είχε κάποιο μειονέκτημα βέβαια, πέρα από το γεγονός πως δεν ήταν το καλύτερο εκεί έξω. Με δεδομένο πως το πλαίσιο τιμής του CB1000R είναι πάνω από τον μέσο όρο, περιμένεις να δεις και την καλύτερη μονάδα που υπάρχει σε ένα τέτοιο νευραλγικό σημείο. Θετικό είναι που οι πλευστοί δίσκοι με τις ακτινικές τετραπίστονες δαγκάνες εμπρός και διπίστονες πίσω, δίνουν δυνατό και προοδευτικό φρενάρισμα.

 

Δείτε στο τέλος του άρθρου τεχνικά χαρακτηριστικά και περισσότερες από 170 φωτογραφίες σε μεγάλη ανάλυση για το νέο CB1000R!

 

CB125R – Ίδιο μόνο από έξω!

Τα πράγματα ήταν πιο σύνθετα στην περίπτωση του μικρού Neo Sports Café γιατί πολύ απλά δεν γινόταν να φέρεις αύξηση ιπποδύναμης χωρίς σημαντικές παρεμβάσεις. Νέος κινητήρας και νέα ανάρτηση που αντίστοιχη δεν υπάρχει πουθενά στην μικρή αυτή κατηγορία και μία αλλαγή που δεν θα πρέπει να περάσει στα χαμηλά γιατί το ABS δουλεύει με δεδομένα IMU. Δηλαδή επεμβαίνει γνωρίζοντας την θέση της μοτοσυκλέτας στον χώρο, που σημαίνει πως ξέρει πότε να κόψει το “endo” ή να δώσει πιο ήπια ανάδραση όταν είναι σε κλίση. Μιλάμε για ενεργητική ασφάλεια που δεν υπάρχει σε μεγαλύτερες μοτοσυκλέτες, καθιστώντας τις αλλαγές αυτές «φωτογραφικές» για νέους αναβάτες!

Το προηγούμενο CB125R είχε έναν μονοκύλινδρο κινητήρα με δύο βαλβίδες και έναν επικεφαλή εκκεντροφόρο. Τώρα έχει 4 βαλβίδες και δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους με μία σημαντική (για τα κυβικά αυτά) αύξηση ιπποδύναμης. Τώρα αποδίδει 14,75 άλογα στις 10.000 στροφές από 13.14 στις 8.000 που ήταν πριν. Αντίστοιχα η ροπή είναι στα 1.18Kg.m στις 8.000 στροφές από 1Kg.m στις ίδιες στροφές που ήταν πριν. Με το κιβώτιο έξι σχέσεων η απολύτως μεγαλύτερη τελική είναι στα 105 χιλιόμετρα και καλύπτει τα 0-200 μέτρα σε 11.3 δευτερόλεπτα.

Το CB125R ζυγίζει 129.8 κιλά σύμφωνα με την Honda, γεμάτο, με κατανομή 51.6% εμπρός και 48.4% πίσω. Έχει μεταξόνιο 1.345mm αλλά πάρα πολύ μεγάλο κόψιμο τιμονιού στις 40ο που σημαίνει πως μέσα στα αυτοκίνητα είναι τρομερά ευέλικτο με διάμετρο στροφής τα 2.3 μέτρα. Η σέλα βρίσκεται στα 816mm και με βάση το στενό πλάτος μπροστά, θα είναι άνετη και για ψιλότερους και για πιο κοντούς αναβάτες.

Τα όργανα είναι LCD με μία λεπτή οθόνη, 23.5mm σε πάχος και μόλις 230g σε βάρος με full LED προβολείς, μαζί με LED φλας. Το ρεζερβουάρ μπορεί να χωρά μόλις 10.1 λίτρα, όμως η Honda δίνει 455χμ αυτονομίας εξαιτίας της χαμηλής μέσης κατανάλωσης. Προφανώς και αυτό είναι θέμα μελλοντικής μέτρησης, αλλά μένουμε σε αυτό που δίνει η Honda για τώρα, μόλις 2.2λ για εκατό χιλιόμετρα!

CB1000R – Τεχνικά Χαρακτηριστικά
Κινητήρας
 
Τύπος
Υδρόψυκτος τετρακύλινδρος εν σειρά με δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους
Βαλβίδες ανά κύλινδρο
4
Χωρητιότητα (cm³)
998cc
Διάμετρος επί Διαδρομή (mm)
75mm x 56.5mm
Συμπίεση
11.6:1
Ιπποδύναμη
107kW (143,4hp) / 10,500rpm
Ροπή
104Nm (10,6kg.m) / 8,250rpm
Τροφοδοσία
 
Τύπος
PGM-FI
Ρεζερβουάρ
16.2 litres
Μέση κατανάλωση
17.1km/litre
Εκκίνηση
 
Μίζα
Electric
Μπαταρία
12V/8.6AH
Μετάδοση
 
Συμπλέκτης
Υγρός πολύδισκος
Κιβώτιο
6-speed
Τελική μετάδοση
Αλυσίδα
Πλαίσιο
 
Τύπος
Ατσάλινο μονής ραχοκοκαλιάς
Διαστάσεις
 
Μήκος / Πλάτος / Ύψος (LxWxH)
2120mm x 789mm x 1090mm
Μεταξόνιο
1455mm
Γωνία Κάστερ
25°
Ίχνος
100mm
Ύψος σέλας
830mm
Απόσταση από το έδαφος
135mm
Βάρος γεμάτη
212kg
Αναρτήσεις
 
Εμπρός
Showa SFF-BP USD fork
Πίσω
Showa monoshock (axle travel 131mm)
Τροχοί
 
Ζάντα εμπρός
Χυτές αλουμινίου
Ζάντα πίσω
Χυτές αλουμινίου
Ελαστικά εμπρός
120/70 ZR17
Ελαστικά πίσω
190/55 ZR17
Φρένα
 
ABS
2 channel
Εμπρός
310mm double disc
Πίσω
256mm single disc
Όργανα
 
Οθονη
5” TFT screen
Εμπρός προβολέας
LED
Φώτα Πίσω
LED
 
 
CB125R 2021- Τεχνικά Χαρακτηριστικά
Κινητήρας
 
Τύπος
Υδρόψυκτος τετράχρονος μονοκύλινδρος με έναν επικεφαλής εκκεντροφόρο
Βαλβίδες ανά κύλινδρο
4
Χωρητιότητα (cm³)
124.9cc
Διάμετρος επί Διαδρομή (mm)
57.3mm x 48.4mm
Συμπίεση
11.3:1
Ιπποδύναμη
11.0kW @ 10,000rpm
Ροπή
11.6Nm @ 8,000rpm
Τροφοδοσία
 
Τύπος
 PGM-FI electronic fuel injection
Ρεζερβουάρ
10.1L
Μέση κατανάλωση
45.5km/L (WMTC Mode)
Εκκίνηση
 
Μίζα
 Electric
Μπαταρία
YTZ6V 12V 5Ah MF
Μετάδοση
 
Συμπλέκτης
Υγρός, πολύδισκος με ελατήρια
Κιβώτιο
6-speed
Τελική μετάδοση
Αλυσίδα O-ring sealed
Πλαίσιο
 
Τύπος
Τύπου διαμάντι
Διαστάσεις
 
Μήκος / Πλάτος / Ύψος (LxWxH)
2015mm x 820mm x 1055mm
Μεταξόνιο
 1345mm
Γωνία Κάστερ
24.2°
Ίχνος
90.2mm
Ύψος σέλας
816mm
Απόσταση από το έδαφος
140mm
Βάρος γεμάτη
130kg
Αναρτήσεις
 
Εμπρός
41mm (SFF-BP) USD forks
Πίσω
Single-damper with preload adjustment
Τροχοί
 
Ζάντα εμπρός
17M/C x MT3.00
Ζάντα πίσω
17M/C x MT4.00
Ελαστικά εμπρός
110/70R17M/C 54H
Ελαστικά πίσω
150/60R17M/C 66H
Φρένα
 
ABS
Δικάναλο ABS με χρήση δεδομένων IMU
Εμπρός
296mm πλευστός δίσκος με ακτινική τετραπίστονη δαγκάνα Nissin
Πίσω
220mm δίσκος με δαγκάνα με ένα πιστόνι
Όργανα
 
Οθονη
LCD Οθόνη
Εμπρός προβολέας
LED
Φώτα Πίσω
LED

Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες