NEA HONDA CBR1000RR FIREBLADE SP & SPII

4/10/2016
1992-2017: Tα Fireblade κλείνουν τα 25 τους χρόνια και η Ηonda το γιορτάζει, με ένα νέο CBR1000RR SP, και μια ακόμα πιο σπέσιαλ έκδοσή του, το SPII. Αλλά... μια στιγμή. Που είναι το... στάνταρ CBR1000RR; Αγνοείται η τύχη του. Αυτό που παρουσίασε η Honda, είναι μια ολοκληρωτική ανανέωσή του, σε έκδοση SP, και το ειδικά σχεδιασμένο για να πάρει έγκριση τύπου για αγώνες, το SPII, που έχει άλλη κεφαλή, άλλα πιστόνια και ζάντες Marchesini.

Όταν είχαμε δει τις πρώτες φωτογραφίες δυσκολευτήκαμε να πιστέψουμε πως πρόκειται για εντελώς νέο μοντέλο. Η Honda όμως δηλώνει πως πάνω από το 90% των εξαρτημάτων του είναι διαφορετικά, με μόνο την διάμετρο επί διαδρομή του κινητήρα να έχει μείνει ίδια. Στην παρουσίασή της στην Intermot, με τους Nicky Hayden και Freddy Foray να ποζάρουν δίπλα στα δύο Fireblade, με παρόντες και τον πρόεδρο της Honda Motor, Tetsuo Suzuki (τι ειρωνεία, να σε λένε Suzuki και να είσαι πρόεδρος της Honda!), αλλά και τον επικεφαλής του τμήματος έρευνας και εξέλιξης Teishiro Goto, η Honda δήλωσε πως με το νέο CBR ανεβάζει την φιλοσοφία του Total Control στο επόμενο επίπεδο.

Ας δούμε συνοπτικά τις αλλαγές: Ο λόγος ισχύος προς βάρος βελτιώθηκε κατά 14%, χάρη στην αύξηση της ιπποδύναμης κατά 10,74 ίππους (189HP/13.000 τώρα) και την μείωση του βάρους κατά 15 κιλά (το βάρος είναι 195 κιλά, με βενζίνη και όλα τα υγρά). Το πλαίσιο είναι νέο, ελαφρύτερο, όπως και το ψαλίδι. Οι αναρτήσεις είναι οι ημιενεργητικές της Ohlins, S-EC, με mode λειτουργίας τόσο για τον δρόμο όσο και για την πίστα (συν manual ρυθμίσεις) ενώ πλέον διαθέτει πλήρη ηλεκτρονικά: Για πρώτη φορά ride by wire, traction control, wheelie control (ελεγχόμενη ανύψωση εμπρός τροχού...), ρυθμιζόμενο φρένο κινητήρα, νέο ABS με έλεγχο ανύψωσης του πίσω τροχού, quickshifter, downshift assist (για πιο ομαλά κατεβάσματα ταχυτήτων), ρυθμιζόμενα επίπεδα ισχύος και χάρτες απόδοσης, με τεχνολογία δανεισμένη από το RC213V-S. Κομβικό σημείο των ηλεκτρονικών είναι η νέα αδρανειακή μονάδα (IMU) των 5 αξόνων, που πληροφορεί την κεντρική μονάδα για την κινητική κατάσταση της μοτοσυκλέτας. Το νέο για την Honda ride by wire έχει και έναν αισθητήρα "επιτάχυνσης", το ανάλογο του TPS, όπως και στο RC213V-S. Ίδια με της εξωτικής V4 είναι και η οθόνη TFT, που έχει τρία διαφορετικά βασικά mode λειτουργίας. Συνολικά, η Honda υπόσχεται περισσότερη δύναμη παντού, και χαμηλά αλλά ειδικά ψηλά, χάρη στην αυξημένη συμπίεση και τον πιο άγριο χρονισμό, τόσο σε διάρκεια όσο και σε βύθισμα. Ο κινητήρας ζυγίζει 2 κιλά λιγότερα, και για περαιτέρω μείωση του βάρους τόσο η εξάτμιση όσο και το ρεζερβουάρ είναι από τιτάνιο (για πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα δρόμου, γιατί ρεζερβουάρ από τιτάνιο έχει και το CRF450R του 2017).
Νέο είναι και το υποπλαίσιο, όπως και όλο το κουστούμι, που είναι πιο μικρών διαστάσεων, και πιο ελαφρύ, με στάνταρ μονόσελο. Tα φώτα είναι led παντού. Τα χρώματά του παραπέμπουν στην αγωνιστική ιστορία της Honda, και ειδικά στις μοτοσυκλέτες endurance που επιμελούνταν το RSC, ο πρόγονος του HRC.
Δεν είναι ξεκάθαρο ακόμα αν θα παραμείνει το μέχρι τώρα CBR1000RR στην γκάμα, αλλά το πιθανότερο είναι πως η Honda δεν θα μπει στον κόπο να το μετατρέψει σε Euro4. Aυτό αφήνει ένα κενό, που παραδοσιακά κάλυπτε το CBR, η αξιοποιήσιμη στο δρόμο superbike.  Mε δεδομένο πως οι τιμές των νέων SP και SP II δεν θα είναι "καθημερινές" αλλά "αγωνιστικές", μένει να δούμε αν η Honda θα καλύψει αυτό το κενό με μια πιο οικονομική πρόταση, χωρίς ημιενεργητικές αναρτήσεις. Ή μήπως το κάνει με ένα V4;

Οι διαφορές του CBR1000RR SPII
Εξωτερικά, ξεχωρίζει από το βάψιμο και τις ζάντες της Marchesini. Εσωτερικά όμως είναι οι σημαντικές αλλαγές για αυτό το homologation special. Έχει διαφορετική κεφαλή με μεγαλύτερες βαλβίδες, που έχουν και άλλη περιεχόμενη γωνία. Διαφορετικές είναι και οι δίοδοι του ψυκτικού γύρω από τους επίσης αλλαγμένους θαλάμους καύσης, που συνεργάζονται με επίσης πιο ανθεκτικά και διαφορετικού σχήματος πιστόνια. Για τους αγώνες θα υπάρχει διαθέσιμο και racing kit, με εκκεντροφόρους που θα μπαίνουν μόνο σε αυτή την κεφαλή. Διαφορετικές είναι και οι ρυθμίσεις των ημι-ενεργητικών αναρτήσεων.
 
 
 
Ετικέτες

Veloce Ethereal: Δίχρονη V4 café racer 500 κυβικών με 145 ίππους από τη Βρετανία

Με νέο τετρακύλινδρο κινητήρα "L4", μονόμπρατσο ψαλίδι και παραγωγή μόλις 48 μοτοσυκλετών
Veloce Ethereal
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

30/6/2026

Μετά την εντυπωσιακή Aperion των 1.000 κυβικών και των 276 ίππων, η βρετανική Veloce Motorcycles παρουσιάζει τη δεύτερη δημιουργία της. Η νέα Ethereal υιοθετεί έναν ολοκαίνουργιο δίχρονο τετρακύλινδρο κινητήρα 500 κ.εκ. με απόδοση έως 145 ίππους, διατηρώντας την ίδια ιδιαίτερη φιλοσοφία σχεδίασης και κατασκευής.

Η Veloce Motorcycles από την Οξφόρδη έγινε γνωστή πριν από λίγες εβδομάδες παρουσιάζοντας την εντυπωσιακή Aperion, μια περιορισμένης παραγωγής μοτοσυκλέτα με δίχρονο οκτακύλινδρο κινητήρα 1.000 κ.εκ. και ισχύ 276 ίππων. Τώρα η βρετανική εταιρεία αποκαλύπτει το δεύτερο μοντέλο της, την Ethereal, μια κάπως πιο “προσιτή” πρόταση, χωρίς όμως να χάνει την τεχνολογική της ιδιαιτερότητα.

Αντί για τον οκτακύλινδρο κινητήρα της Aperion, η Ethereal χρησιμοποιεί έναν άλλο δίχρονο τετρακύλινδρο κινητήρα 500 κυβικών εκατοστών, ο οποίος αποδίδει έως 145 ίππους στις 12.000 στροφές ανά λεπτό. Πρόκειται για έναν V4 κινητήρα που η Veloce χαρακτηρίζει ως L4, καθώς οι τέσσερις κύλινδροι είναι τοποθετημένοι σε δύο ζεύγη υπό γωνία 90 μοιρών και χρησιμοποιούν δύο ξεχωριστούς στροφαλοφόρους άξονες, στην ίδια αρχιτεκτονική που συναντάται και στον μεγαλύτερο κινητήρα της Aperion.

Veloce Ethereal

Η εταιρεία συνεχίζει να επενδύει στις ιδιαίτερες μηχανολογικές λύσεις. Η έξοδος της μετάδοσης βρίσκεται ανάμεσα στους δύο στροφαλοφόρους και πάνω από το κιβώτιο ταχυτήτων, ενώ το μονόμπρατσο ψαλίδι είναι εξ ολοκλήρου κατεργασμένο από μασίφ αλουμίνιο. Αντίστοιχα ξεχωριστή είναι και η εξάτμιση, με τέσσερις θαλάμους διαστολής, έναν για κάθε κύλινδρο, οι οποίοι κατασκευάζονται από αλουμίνιο με κοπή laser και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της αισθητικής της μοτοσυκλέτας.

Η Ethereal κατά τα άλλα, ακολουθεί τις γραμμές μιας κλασικής café racer, με λιτή σιλουέτα, μονόσελο και σωληνωτό ατσάλινο πλαίσιο. Ένα ακόμη ιδιαίτερο στοιχείο είναι η θέση του ψυγείου. Αντί να βρίσκεται μπροστά από τον κινητήρα, έχει τοποθετηθεί κάτω από την ουρά, θυμίζοντας τη λύση που είχε χρησιμοποιήσει η Benelli Tornado Tre 900 στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ο αέρας οδηγείται προς το ψυγείο μέσω αεραγωγών που βρίσκονται κάτω από το ρεζερβουάρ.

Veloce Ethereal

Για τις αναρτήσεις και τα φρένα, η Veloce επιλέγει σύγχρονα περιφερειακά, με ανεστραμμένο πιρούνι εμπρός, χωρίς όμως να έχει ανακοινώσει ακόμη τους προμηθευτές ή τα πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά.

Η εταιρεία δεν έχει δημοσιοποιήσει ακόμη το βάρος της Ethereal ούτε τις πλήρεις επιδόσεις της, ωστόσο οι πρώτες εικόνες δείχνουν μια ιδιαίτερα συμπαγή κατασκευή, με στόχο να προσφέρει μια πιο "φιλική" εμπειρία σε σχέση με την ακραία Aperion.

Veloce Ethereal

Μισός κινητήρας, διπλή παραγωγή

Όπως και το πρώτο μοντέλο της εταιρείας, έτσι και η Ethereal θα παραχθεί σε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό. Η παραγωγή προβλέπεται να περιοριστεί σε 48 μοτοσυκλέτες, με τις πρώτες παραδόσεις να προγραμματίζονται για το 2027. Η Veloce έχει ήδη ξεκινήσει να δέχεται κρατήσεις μέσω της ιστοσελίδας της, χωρίς όμως να ανακοινώνει επίσημη τιμή. Το μόνο που αναφέρει είναι ότι θα κοστίζει λιγότερο από την Aperion, η οποία τιμολογείται στις 78.000 λίρες, δηλαδή περίπου 90.000 ευρώ.

Όπως συμβαίνει και με την Aperion, η Ethereal προορίζεται να αποκτήσει άδεια κυκλοφορίας στη Μεγάλη Βρετανία μέσω της διαδικασίας Motorcycle Single Vehicle Approval (MSVA), που επιτρέπει την ταξινόμηση οχημάτων μικρής παραγωγής. Αντίθετα, εάν οι προτάσεις της Veloce σας είχαν δελεάσει, μάλλον θα απογοητευτείτε να μάθετε ότι η έγκρισή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρείται πρακτικά αδύνατη, καθώς ο δίχρονος κινητήρας υψηλών επιδόσεων δεν πληροί τις ισχύουσες προδιαγραφές εκπομπών ρύπων Euro5+ και δεν διαθέτει υποχρεωτικά συστήματα ασφαλείας, όπως το ABS, για να λάβει τη σχετική έγκριση τύπου.

Veloce Ethereal

Με την Ethereal, η Veloce αποδεικνύει ότι η Aperion δεν ήταν μια μεμονωμένη τεχνολογική και κατασκευαστική άσκηση, αλλά η αρχή μιας σειράς ιδιαίτερων μοτοσυκλετών που επιχειρούν να επαναφέρουν τον δίχρονο κινητήρα στο προσκήνιο, μέσα από σύγχρονες και εξαιρετικά περιορισμένης παραγωγής κατασκευές.