Οδηγούμε Piaggio Beverly 300 & 400 2021: Ένα όνομα δύο προσωπικότητες

Με τον αέρα του Best Seller
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

12/3/2021

Το 2020 ήταν η πιο επιτυχημένη εμπορικά χρονιά για το Beverly 300, όπου με την βοήθεια της επιθετικής τιμολογιακής πολιτικής της Piaggio ανακηρύχτηκε best seller της ελληνικής αγοράς. Αντίστοιχα πολύ καλή εμπορική πορεία είχε και η premium έκδοση των 350 κυβικών, έστω κι αν η τιμή του ήταν αρκετά μεγαλύτερη από του 300.

Για το 2021, η ιταλική εταιρεία εκμεταλλεύεται με τον καλύτερο τρόπο την αναγκαστική προσαρμογή των κινητήρων της στις προδιαγραφές Euro 5, παρουσιάζοντας την τρίτη ουσιαστικά γενιά των Beverly, όπου τα τελευταία 10 χρόνια έχουν ξεπεράσει τις 450.000 πωλήσεις! Όπως καταλαβαίνετε, εδώ δεν έχουμε άλλο ένα νέο scooter που μπαίνει στην αγορά, αλλά έναν βασικό παίχτη της αγοράς, που αποτελεί το μέτρο σύγκρισης του ανταγωνισμού στην κατηγορία του. Επίσης ένα τόσο δημοφιλές μοντέλο συγκεντρώνει το ενδιαφέρον και ενός μεγάλου κοινού με πρόθεση αγοράς. Με αυτό το “βάρος” στις πλάτες μας βρεθήκαμε στο Livorno της Ιταλίας για την παρουσίαση της νέας γενιάς των Beverly 300 και 400.

Όπως προσέξατε, είπαμε ήδη πως η Piaggio  “εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο την υποχρεωτική προσαρμογή στις προδιαγραφές Euro 5”. Τι σημαίνει όμως αυτό;

Πρώτα απ’ όλα οι νέοι κινητήρες είναι πιο δυνατοί και πιο οικονομικοί σε κατανάλωση βενζίνης από πριν. Συγκεκριμένα η έκδοση των 300 κυβικών έχει 23% περισσότερη δύναμη (25,8 ίππους στις 8.000 στροφές) και 15% περισσότερη ροπή.

Η έκδοση των 400 κυβικών με τον κινητήρα της σειράς HPE (High Performance Engine) έχει πλέον 35,4 ίππους στις 7.500 στροφές και 3,8kg/m ροπής στις 5.500 στροφές. Σε σχέση με τον κινητήρα των 350 κυβικών που αντικαθιστά, η ροπή και η ιπποδύναμη κορυφώνονται σε χαμηλότερες στροφές, βοηθώντας την μείωση της κατανάλωσης στις πραγματικές συνθήκες οδήγησης μέσα στην πόλη.

Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο που αφορά την συνέχιση της εμπορικής επιτυχίας των νέων Beverly είναι πως ο εξωτερικός σχεδιασμός δεν είναι ανατρεπτικός, αλλά μοιάζει περισσότερο σαν facelift. Αυτό το λέμε, διότι η εμπορική αξία των προηγούμενων μοντέλων στην αγορά των μεταχειρισμένων δεν θα επηρεαστεί αρνητικά από την άφιξη των νέων μοντέλων, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις όπου υπάρχει δραματική αλλαγή στην εμφάνιση των νέων μοντέλων. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό στοιχείο για αυτή την κατηγορία scooter και το λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους  όσοι σκοπεύουν να τα αγοράσουν.  Έτσι, ενώ κάθε κομμάτι πλαστικού πάνω στα νέα Beverly είναι εντελώς καινούριο, αν παρκάρεις δίπλα τους το προηγούμενο μοντέλο, δεν μοιάζει σαν να είναι ξεπερασμένο. Με αυτό τον τρόπο η αγορά ενός Beverly έχει λιγότερο ρίσκο, αφού όλα τα μοντέλα διατηρούν την εμπορική αξία τους και δεν μοιάζουν σαν αντίκες όταν θα έρθει η στιγμή να τα πουλήσεις.

Φυσικά η νέα γενιά έχει πολλές βελτιώσεις σε όλους τους τομείς. Τα φώτα LED είναι σαφώς πιο ισχυρά και σύμφωνα με τους ανθρώπους της Piaggio, η απόδοσή τους συγκρίνεται μόνο με τα καλύτερα φώτα των μοτοσυκλετών.

Βελτιωμένη είναι και η άνεση, χάρη στο νέο πιρούνι της Showa των 35mm και τα νέα διπλά αμορτισέρ πίσω με ρύθμιση προφόρτισης. Ταυτόχρονα η σέλα έχει δύο διαφορετικής σκληρότητας αφρώδες υλικό, ενώ οι πλατφόρμες που ακουμπούν τα πόδια σου έχει μεγαλώσει σε μήκος και πλάτος.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, οι σχεδιαστές έχουν πετύχει μια ισορροπημένη εργονομία της θέσης οδήγησης που θα βολέψει όλα τα αναστήματα. Πατάς πανεύκολα στο έδαφος και την ίδια στιγμή έχεις άφθονο χώρο για τα πόδια και αντίστοιχα άφθονο αποθηκευτικό χώρο κάτω από την σέλα.

Γενικά τα Beverly ήταν πάντα το υπόδειγμα της κατηγορίας στους τομείς της εργονομίας και της πρακτικότητα και η νέα γενιά συνεχίσει αυτή την παράδοση.

 

Οι νέοι διακόπτες στο τιμόνι είναι περισσότεροι σε αριθμό, καθώς πλέον έχει μπει στη ζωή μας το Bluetooth και θέλουμε να χειριζόμαστε το smartphone εν κινήσει.

Μέσω του App MIA (το Bluetooth είναι στάνταρ στο 400, έξτρα στο 300) μπορείς να έχεις πρόσβαση στις λειτουργίες του smartphone σου και σε δεκάδες άλλες πληροφορίες που περιλαμβάνει η συγκεκριμένη εφαρμογή.

Για πρώτη φορά σε Piaggio έχουμε key-less σύστημα και ηλεκτρομαγνητικές κλειδαριές για τη σέλα και την τάπα της βενζίνης που βρίσκεται στην ποδιά. Μάλιστα το τηλεχειριστήριο/κλειδί έχει τρία κουμπιά για ξεκλείδωμα της σέλας, της τάπας βενζίνης, αλλά και της έξτρα μπαγκαζιέρας εξ αποστάσεων. Γενικά δεν χωνεύουμε τα συστήματα key-less γιατί είναι μόνο ποζεριά και μηδέν πρακτικότητα, αλλά σε σχέση με όσα έχουμε δοκιμάσει έως τώρα, της Piaggio είναι από τα πιο εύχρηστα, κυρίως επειδή ξεκλειδώνει και την μπαγαζιέρα.

 

Ευτυχώς υπάρχει επαρκέστατος χώρος κάτω από την σέλα για να μην χρειαστεί να αγοράσεις την μπαγκαζιέρα, που όπως ξέρουμε, έχει πάντα αρνητικές επιπτώσεις στη συμπεριφορά σε κάθε είδους δίκυκλο και εμποδίζει τον συνεπιβάτη να ανέβει και να κατέβει από τη σέλα του.

Και μιας και μιλάμε για πιθανή παρουσία δεύτερου ατόμου, στο νέο Beverly τα μαρσπιέ του συνεπιβάτη έχουν σχεδιαστεί για να μπορείς να τα ανοίξεις με την φτέρνα του ποδιού σου.

 

Από αυτό το σημείο θα πρέπει να σταματήσουμε να λένε “το νέο Beberly” και να αρχίσουμε να μιλάμε για το 300 και το 400 σαν να είναι δύο διαφορετικά μοντέλα και όχι απλά δύο διαφορετικές εκδόσεις κυβισμού.

Η συμπεριφορά τους στο δρόμου είναι αρκετά διαφορετική, με το 300 να έχει πιο ανάλαφρη και γλυκιά αίσθηση, ενώ το 400 μοιάζει περισσότερο με ένα συμπιεσμένο Sport-GT. Οι εξωτερικές διαστάσεις είναι φυσικά ολόιδιες (μόνο η εξάτμιση είναι ελαφρώς μικρότερη στο 300) αλλά το 400 δείχνει πιο ογκώδες όταν το οδηγείς. Επίσης ο κινητήρας του 400 σου δίνει την εντύπωση ενός μεγάλου μονοκύλινδρου που του αρέσει να δουλεύει στις μεσαίες με την ροπή του, ενώ του 300 μοιάζει με τους πολύστροφους που βιάζονται να ανεβάσουν στροφές.

Το μόνο κοινό στοιχείο που έχουν είναι η ρύθμιση της αυτόματης μετάδοσης CVT που δεν αμολάει απότομα στις χαμηλές ταχύτητες και έχει ομαλό “άπλωμα” στις επιταχύνσεις από στάση και εν κινήσει. Γενικά δεν πατινάρει άσκοπα και δεν στέλνει χωρίς λόγο τις στροφές του κινητήρα στα ουράνια κάθε φορά που χουφτώνεις το γκάζι. Για τον χαρακτήρα του Beverly νομίζουμε πως έχουν κάνει άριστη επιλογή στη ρύθμισή του κι ας χάνουν λίγο σε επιταχύνσεις σε σχέση με τα σπορ scooter της κατηγορίας.  

Όλες οι εκδόσεις έχουν traction control που απενεργοποιείται (μπράβο Piaggio) και φυσικά δικάναλο ABS. Τα φρένα ακολουθούν την παράδοση της Piaggio, δηλαδή θέλουν δύο δάκτυλα στη μανέτα για να δείξουν τη δύναμή τους και δεν σκίζουν από αίσθηση στις χαμηλές ταχύτητες.

 

Κάναμε αρκετά χιλιόμετρα στους λόφους έξω από το Livorno, αλλά ελάχιστα χιλιόμετρα μέσα στο κέντρο της πόλης, οπότε αναγκαστικά θα πρέπει να περιμένουμε να το οδηγήσουμε πολλές μέρες στην Ελλάδα για να μιλήσουμε εις βάθος για τις ικανότητες των νέων Beverly 300 και 400.

Οπότε σταματάμε εδώ με την πρώτη γεύση από την οδήγηση στους δρόμους της Ιταλία, που χωρίς αμφιβολία ήταν θετική, καθώς η Piaggio κινήθηκε προς την σωστή κατεύθυνση σε όλους τους τομείς που έκανε αλλαγές. Μένει να δούμε πως θα τα πάνε στη ζούγκλα των ελληνικών πόλεων όπου θα περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους όσα έρθουν στη χώρα μας.      

  

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες