Πλήρης τεχνική ανάλυση Harley Davidson Pan America 1250/ Pan America Spacial 2021: Με τεχνολογία αιχμής

Κάνει τον ανταγωνισμό να φαίνεται… ντεμοντέ!
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

23/2/2021

Αναρτήσεις που αυτόματα χαμηλώνουν και ψηλώνουν τη μοτοσυκλέτα, αυτορυθμιζόμενες υδραυλικές βαλβίδες που δεν χρειάζονται ποτέ service, ενεργά φώτα LED και όργανα με οθόνη touch-screen, είναι μόνο μερικές από τις εντυπωσιακές τεχνολογίες της Harley Davidson Pan America 1250/ Pan America 1250 Special. Α! Και με βάρος 228 κιλά (242 κιλά με 21,2 λίτρα βενζίνης και 4,5 λάδι στον κινητήρα) τα 150 άλογα στις 9.000 στροφές δεν χρειάζονται περισσότερα από 4,9 λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα, χαρίζοντας αυτονομία 530 χιλιομέτρων!

Το είχαν πει και τελικά το έκαναν πράξη. “Ξέρουμε πως μπαίνουμε σε μια άκρως ανταγωνιστική κατηγορία όπου δραστηριοποιούνται οι κορυφαίοι κατασκευαστές του κόσμου” ήταν τα λόγια του πρώην πρόεδρου της Harley Davidson, ο οποίος οραματίστηκε την φιλοσοφία More Roads, της οποίας παιδί είναι και η Pan America. Δυστυχώς δεν είναι πλέον στο τιμόνι της αμερικάνικης εταιρείας για να απολαύει τους καρπούς των κόπων του. Και τι αποτέλεσμα! Θα ξεκινήσουμε από την μεγαλύτερη “πρωτιά” της Panamerica διότι δεν αφορά μόνο την κατηγορία των on-off αλλά ολόκληρη την βιομηχανία δικύκλων γενικώς. Μιλάμε φυσικά για τις αυτορυθμιζόμενου ύψους και ημί-ενεργητικές αναρτήσεις της Showa που έχει η έκδοση Special και είχε παρουσιάσει η ιαπωνική εταιρεία στην τελευταία έκθεση τεχνολογίας του Τόκιο πάνω σε μια Honda Africa Twin. Με δεδομένο πως η Showa είναι από τους μεγαλύτερους προμηθευτές της Honda και η Honda έχει μετοχές της Showa, οι φήμες τότε ήθελαν να δούμε αυτές τις αναρτήσεις πάνω στην Africa Twin 1100 που θα παρουσιαζόταν μερικούς μήνες αργότερα.

Όμως η ιστορία θέλει την Harley Davidson να είναι εκείνη που τις χρησιμοποιεί για πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα παραγωγής. Η λειτουργία τους είναι αυτόματη ή manual. Στην αυτόματη λειτουργία η μοτοσυκλέτα χαμηλώνει όταν είναι σταματημένη και σηκώνεται όταν κινείται. Το εύρος που μεταβάλλεται είναι περίπου 17mm. Μαζί με την δυνατότητα ρύθμισης του ύψους της ίδιας της σέλας, η έκδοση Special έχει ύψος σέλας από μόλις 772mm έως 830mm και είναι η χαμηλότερη στην κατηγορία της. Μόνο η BMW προσφέρει το R1250 Adventure με τόσο χαμηλή σέλα, αλλά με το κόστος της μόνιμα μικρότερης ωφέλιμης διαδρομής των αναρτήσεων και με μια σέλα που έχει ελάχιστο αφρώδες υλικό. Τέτοιοι συμβιβασμοί δεν υπάρχουν στην Pan America.

Στη βασική έκδοση χωρίς τις αυτορυθμιζόμενες αναρτήσεις το εύρος του ύψους της σέλας είναι 772mm-869mm. Το πλεονέκτημα του συστήματος είναι προφανές. Εν κινήσει το χαμηλότερο σημείο της μοτοσυκλέτας απέχει 210mm από το έδαφος, ενώ όταν πρέπει να πατήσεις τα πόδια σου γερά κάτω στο φανάρι, η μοτοσυκλέτα χαμηλώνει μόνη της. Επίσης αυτές οι αναρτήσεις της Showa μπορούν να κρατούν διαρκώς σταθερό το ύψος της μοτοσυκλέτας ανεξάρτητα αν κάθεται πίσω συνεπιβάτης ή αν είναι οριακά φορτωμένη η μοτοσυκλέτα.

Έχουν συνολικά τρία προγράμματα λειτουργίας:

Auto Mode: όπου χαμηλώνει τη μοτοσυκλέτα όσο πιο γρήγορα γίνεται

Sort Delay/Long Delay: σε αυτά τα δύο προγράμματα η μοτοσυκλέτα αρχίζει να χαμηλώνει και παραμένει χαμηλή μόνο όταν η ταχύτητα που κινείσαι είναι σχεδόν πάρα πολύ μικρή (2-5km/h)

Locked Mode: σε αυτό το mode καταργείς ουσιαστικά την λειτουργία του συστήματος και η μοτοσυκλέτα παραμένει σταθερή σε ύψος

 Το λογισμικό λειτουργίας τους έχει εξελιχθεί από την ίδια την Harley Davidson για αυτή τη μοτοσυκλέτα και δεν είναι έτοιμο αγορασμένο από την Showa.

Το upside-down πιρούνι εμπρός έχει διάμετρο 47mm και η διαδρομή των αναρτήσεων είναι τεράστια στα 191mm.  Τα προγράμματα (mode) των ημί-ενεργητικών αναρτήσεων είναι 5  (comfort, balanced, sport, off-road soft, off-road firm).

Τα φρένα είναι της Brembo με ακτινικές δαγκάνες που έχουν τέσσερα μεγάλα έμβολα των 30mm και δίσκους των 320mm. Πίσω ο δίσκο είναι στα 280mm. Φυσικά το ABS είναι cornering, όπως “cornering” είναι και το traction control, δηλαδή λαμβάνει υπόψη του τους αισθητήρες επιτάχυνσης της IMU. Και τα δύο αυτά συστήματα διαφοροποιούν τον τρόπο λειτουργίας τους στα προγράμματα Off-Road Plus και Off-Road Plus Custom ώστε να προσαρμόζονται στις συνθήκες χαμηλής πρόσφυσης των εκτός δρόμου διαδρομών.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ηλεκτρονικά βοηθήματα του Panamerica είναι το Cornering-Engine Brake, όπου ο ride by wire ψεκασμός ρυθμίζει τις στροφές του κινητήρα και δεν αφήνει τον πίσω τροχό να μπλοκάρει αν κατεβάσεις ταχύτητα με την μοτοσυκλέτα πλαγιασμένη.

Στη λίστα με τις πρωτιές της Pan America θα πρέπει να βάλουμε και τον full-led προβολέα, ο οποίος διαθέτει ενεργά cornering lights. Ποια η διαφορά από τα cornering lights των άλλων θα ρωτήσετε; Αυτός ο προβολέας έχει τρία LED σε κάθε άκρη του, όπου το κάθε ένα από αυτά έχει διαφορετική γωνία στόχευσης (συγκεκριμένα το ένα είναι στις 8⁰, το άλλο στις 15⁰ και το άλλο στις 23⁰. Αντί να ανάβουν όλα μαζί όταν πλαγιάζει η μοτοσυκλέτα, στο Panamerica ανάβουν ένα-ένα με τη σειρά ανάλογα με το πόσο έχεις πλαγιάσει, προσφέροντας ομοιογενή φωτισμό σε κάθε είδους στροφή.

Στα στοιχεία άνεσης  και πρακτικότητας να βάλουμε επίσης την ρυθμιζόμενη σε ύψος ζελατίνα, όπου έχει εύρος ρύθμισης 45mm και γίνεται εύκολα με το ένα χέρι σύμφωνα με την Harley.

Ρυθμιζόμενο και μάλιστα χωρίς εργαλεία είναι και το πεντάλ του πίσω φρένου, ώστε να του αλλάζεις εύκολα θέση όταν οδηγάς όρθιος στο χώμα!

Όργανα με touch-screen και zoom-in/zoom-out

Οι touch-screen οθόνες δεν είναι κάτι καινούριο για την Harley Davidson, αφού τις χρησιμοποιεί εδώ και αρκετά χρόνια στις Street Glide / Road Glide και γενικά σε όσα μοντέλα έχουν το infotainment BOOM. Όμως στον κόσμο των mega on-off είναι κάτι νέο και δίνει μεγάλες δυνατότητες επιλογών στον αναβάτη. Όλα γίνονται μέσω bleutooth και του ειδικά σχεδιασμένου App της Harley Davidson. Με αυτό το App στο κινητό σου μπορείς να έχει στην οθόνη των οργάνων navigation που ενημερώνεται αυτόματα και μάλιστα μπορείς να αποθηκεύσεις την διαδρομή που θέλεις να κάνεις σε περίπτωση που βρεθείς σε περιοχές όπου δεν υπάρχει σήμα (δεν έχει κεραία GPS, χρησιμοποιεί του τηλεφώνου σου). Υπάρχουν πολλές επιλογές διαμόρφωσης των ενδείξεων πάνω στην οθόνη, όπου αν το θελήσεις ο χάρτης του navigation μπαίνει στο κέντρο και μπορείς να κάνεις zoom in-out με τα δάκτυλα. Η λειτουργία touch screen είναι εφικτή μόνο όταν η μοτοσυκλέτα είναι ακινητοποιημένη. Εννοείται πως μπορείς να χειρίζεσαι και τις υπόλοιπς λειτουργίες του κινητού σου, όπως να αλλάζεις τραγούδια ή σταθμούς στο ραδιόφωνο και να απαντάς σε τηλεφωνικές κλήσεις.

 

Καθώς έχουμε δοκιμάσει τις αντίστοιχες οθόνες στα Street Glide του 2020, σας βεβαιώνουμε πως δουλεύουν μια χαρά και όταν φοράς γάντια και η ανάλυσή τους είναι κορυφαία, όπως και το τζάμι που μειώνει στο ελάχιστο της αντανακλάσεις.

 

Κινητήρας-Πλαίσιο σχεδιασμένα μαζί

 

Ο υπερσύγχρονος τεχνολογικά V2 κινητήρας Revolution MAX των 1252 κυβικών έχει σχεδιαστεί ως ενιαίο μέρος του πλαισίου, με αποτέλεσμα το βάρος της απλής έκδοσης χωρίς υγρά να είναι μόλις 228 κιλά και της Special με τις ηλεκτρονικές αναρτήσεις στα 239 κιλά.

Η περιεχόμενη γωνία των κυλίνδρων είναι στις 60⁰ για να μειωθεί το μήκος του, όμως τα κομβία του στροφάλου έχουν offset 30⁰ με στόχο τα διαστήματα ανάφλεξης να είναι ίδια με εκείνα των V2 με περιεχόμενη γωνία τις 90, μειώνοντας τους κραδασμούς στις υψηλές στροφές. Η κάθε κεφαλή έχει φυσικά δύο εκκεντροφόρους, όπου διαθέτουν σύστημα μεταβλητού χρονισμού, τόσο οι εισαγωγής, όσο και οι εξαγωγής.

Μάλιστα ο σχεδιασμός της έδρασής τους στις κεφαλές, επιτρέπει την αφαίρεσή τους, χωρίς να είναι αναγκαίο το ξεμοντάρισμα ολόκληρου του συστήματος κίνησής τους.

Από κάτω τους έχουν τέσσερεις βαλβίδες (8 συνολικά) με υδραυλική ρύθμιση του διάκενου που φυσικά δεν χρειάζεται ποτέ service! Πολύ σωστά η Harley Davidson καθορίζει τα διαστήματα service του κινητήρα στα πρώτα 1500km και μετά κάθε 8.000km και δεν πέφτει στην λούμπα των μεγάλων διαστημάτων service των 15.000km που έχουν γίνει της μόδας τα τελευταία χρόνια. Ειδικά σε κινητήρες με σύστημα μεταβλητού χρονισμού εκκεντροφόρων, όπου η πίεση και η άριστη κατάσταση του λαδιού επηρεάζει άμεσα την λειτουργία και την αξιοπιστία τους σε βάθος χρόνου, τα μεγάλα διαστήματα service είναι ρίσκο αν κάνεις πολλά χιλιόμετρα σε αστικό περιβάλλον, όπου τα λάδια γεμίζουν νερό από τις μεταβολές της θερμοκρασίας του αέρα μέσα στα κάρτερ, εξατμίζονται από τις υψηλές θερμοκρασίες λειτουργίας και μαζεύουν κατάλοιπα από τους δίσκους του συμπλέκτη που χρησιμοποιείς διαρκώς σε κάθε φανάρι. Έτσι κι αλλιώς, στα ψηλά γράμματα λένε πως πρέπει να αλλάζεις λάδια κάθε χρόνο ανεξάρτητα τα χιλιόμετρα που έχεις προλάβει να κάνεις, οπότε το όριο των χιλιομέτρων μένει στα λόγια τις περισσότερες φορές.  

Πίσω στο βασικό θέμα μας, που είναι φυσικά ο κινητήρας του Panamerica, όπου η Harley Davidson χρησιμοποιεί μια χρονοβόρα διαδικασία ψύξης των κεφαλών μετά την χύτευσή τους, ώστε να δώσει διαφορετικά χαρακτηριστικά ακαμψίας στα σημεία που συνδέεται με το πλαίσιο, αφού όπως είπαμε ο κινητήρας αποτελεί μέρος του πλαισίου και έχει ενεργή συμμετοχή στη διαχείριση των δυνάμεων στρέψης που του ασκούνται.

Τα εξωτερικά καπάκια των κεφαλών και του κάρτερ είναι κατασκευασμένα από μαγνήσιο για μείωση του βάρους και οι κύλινδροι και τα έμβολα έχουν αντιτριβηκή επικάλυψη.

Τα μπεκ που ψεκάζουν λάδι κάτω από τα έμβολα και το υγρόψυκτο φίλτρο λαδιού, εξασφαλίζουν σταθερή θερμοκρασία λειτουργίας.

Οι διαστάσεις του θαλάμου καύσης είναι υπερτετράγωνες, με διάμετρο εμβόλου στα 105mm και διαδρομή στα 72mm και η θεωρητική σχέση συμπίεσης φτάνει στα 13:1. Παρά την υψηλή συμπίεση, ο κινητήρας μπορεί να κάψει βενζίνη 91 οκτανίων ή ακόμα και χαμηλότερη, χάρη στο knock-sensor που διαθέτει και τον προστατεύει από την καταστροφική προανάφλεξη. Επίσης όταν σβήσει ο κινητήρας, οι ρυθμιστές των εκκεντροφόρων παίρνουν την πιο ήπια θέση χρονισμού για να μειώσουν την συμπίεση και να διευκολύνουν την μίζα στο έργο της.

Το σύστημα λίπανσης ακολουθεί τη φιλοσοφία των V2 της KTM με ένα ημί-ξερο κάρτερ, που συνολικά περιέχει 4,5 λίτρα λαδιού και μειώνει τις απώλειες από το κιβώτιο ταχυτήτων δεν κολυμπά ολόκληρο μέσα στο παχύρευστο λάδι.

                                                                                                                                     

Υπάρχουν δύο μπουζί σε κάθε κύλινδρο που ενεργοποιούνται ανεξάρτητα ανάλογα τις στροφές και το φορτίο του κινητήρα, ενώ η τροφοδοσία γίνεται με δύο σώματα ψεκασμού τεχνολογίας ride by wire.

Το φιλτροκούτι έχει συνολικό όγκο 11 λίτρα και διαθέτει φίλτρο που πλένεται και επαναχρησιμοποιείται, ενώ η σχεδίασή του εμποδίζει τα νερά να εισχωρήσουν εύκολα.

Το κυρίως πλαίσιο αποτελείται από τρία ξεχωριστά κομμάτια που δένουν σταθερά πάνω στον κινητήρα και τα γεωμετρικά του χαρακτηριστικά έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η γωνία κάστερ θυμίζει μοτοσυκλέτα δρόμου με τις 25⁰, όμως το ίχνος των 157mm και το μεταξόνιο των 1.580mm είναι ξεκάθαρα από τον κόσμο των καινούριων mega on-off. Στόχος των σχεδιαστών να χωρέσουν ανάμεσα στους άξονες των δύο τροχών όλο το βάρος του συνεπιβάτη και των πιθανών αποσκευών ενός πολυήμερου ταξιδιού.

Οι τροχοί είναι από χυτό αλουμίνιο και στις δύο εκδόσεις, με τις κλασσικές διαστάσεις των 19” εμπρός και των 17” πίσω. Τα 150 άλογα πρέπει να τιθασεύσουν τα ειδικά σχεδιασμένα ελαστικά της Michelin με το πίσω να έχει πλάτος 170mm. Στα extra υπάρχουν και ζάντες με ακτίνες (tubeless).

 Μετά από όλα αυτά, είναι ξεκάθαρο πως η Harley Davidson δεν ήρθε σε αυτή την κατηγορία για να πάρει τον κωμικό ρόλο στην ταινία. Ήρθε ξεκάθαρα για να κόψει το γέλιο σε όσους έχουν σηκώσει ψηλά την μύτη τους και με τιμή 18.590€ για την έκδοση με τις συμβατικές πινακίδες και 21.990€ για την έκδοση με τις ηλεκτρονικές αυτορυθμιζόμενες αναρτήσεις, το μόνο που μένει είναι να περάσει από το μαρτύριο του Mega Test του ΜΟΤΟ. Ανυπομονούμε!

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες