Συνδυάζοντας τις αρετές των GT Scooter με την άνεση και την ασφάλεια των μεγάλων τροχών!
Από τον
Κώστα Γκαζή
23/6/2022
Το νέο SYM Joyride 300 με τροχούς 16 ιντσών έφτασε στην Ελλάδα, συνδυάζοντας με μοναδικό τρόπο τα πλεονεκτήματα των μεγάλων τροχών (ασφάλεια και άνεση) με τις μεταφορικές δυνατότητες, τους χώρους και την προστασία από τα στοιχεία της φύσης που προσφέρει η GT κατηγορία.
To Joyride είχε αφήσει εποχή και στην Ελλάδα, σε μικρότερους κυβισμούς όπως το δημοφιλέστατο Joyride 200, και με μικρότερους τροχούς 13 και 12 ιντσών.
Τώρα, το Joyride ανεβάζει τόσο τον κυβισμό του, όσο και τη διάμετρο των τροχών του δημιουργώντας μια μοναδική πρόταση στα 300άρια scooter της αγοράς.
Το Joyride αποτελεί μια σαφώς πιο οικονομική λύση από το έτερο 300άρι GT scooter της SYM, το Cruisym a 300 TCS, και θα δελεάσει τόσο το αγοραστικό κοινό που ενδιαφέρεται για το μέγιστο value for money στην κατηγορία, όσο και για εκείνους που θέλουν να έχουν ένα ξεχωριστό scooter με 16άρηδες τροχούς με μεγάλο επίπεδο προστασίας από αέρα και βροχή.
Το scooter της SYM έρχεται με σύγχρονο design και τη γνωστή κορυφαία ποιότητα κατασκευής της εταιρείας, διαθέτοντας LED φώτα αλλά και DRL LED φώτα που το κάνουν να διακρίνεται, και να ξεχωρίζει, από μακριά.
Σημειώστε πως τα φώτα ημέρας (DRL) αποτελούνται από 28 LED που σχηματίζουν δύο συστοιχίες, οι οποίες σχηματίζουν μια άκρως εντυπωσιακή εμφάνιση. Αντίστοιχα πίσω, έχουμε 18 LED λαμπτήρες που σχηματίζουν ένα εντυπωσιακό σχήμα.
Από τα δυνατά χαρτιά του Joyride 300 16’’ είναι ο μεγάλος αποθηκευτικός χώρος κάτω από τη σέλα του, με χωρητικότητα που ξεπερνά τα 35 λίτρα. Ο χώρος είναι ελαφρώς μικρότερος από ότι των παραδοσιακών GT Scooter με μικρούς τροχούς (πχ. Cruisym a 300 TCS στα 47 λίτρα), όμως οι δυνατότητες φόρτωσης του Joyride δεν σταματούν εκεί, καθώς διαθέτει στο στάνταρ εξοπλισμό του σχάρα για την τοποθέτηση βαλίτσας, ενώ κάτω από το τιμόνι υπάρχει ξεχωριστή θήκη για το κινητό του αναβάτη με θύρα USB, που ανεβάζει ακόμη υψηλότερα τα επίπεδα πρακτικότητας του Joyride.
Πέρα όμως από την πρακτικότητα, σε πολύ υψηλότερο επίπεδο από τα παραδοσιακά GT Scooter βρίσκεται η άνεση, η ποιότητα κύλισης και η ασφάλεια που προσφέρει το Joyride 300 με τους μεγάλους αλουμινένιους τροχούς των 16 ιντσών -αντί για τους παραδοσιακούς 14 ιντσών μπροστά και 13 πίσω.
Το πακέτο των αναρτήσεων αποτελείται από ένα τηλεσκοπικό πιρούνι μπροστά και δύο ρυθμιζόμενα ως προς την προφόρτιση αμορτισέρ πίσω, με διαδρομές 115mm και 100mm αντίστοιχα, που μπορούν να αντιμετωπίσουν κάθε εμπόδιο ή κακής ποιότητας οδόστρωμα, χάρη στην προοδευτική τους λειτουργία και τη σταθερότητα στην απόδοση, με σύμμαχους τους μεγάλους τροχούς που απορροφούν με τη σειρά τους μέρος των κακοτεχνιών του δρόμου.
Στα όργανα βρίσκουμε μια LCD οθόνη, με μαύρο φόντο και ευανάγνωστες λευκές/πράσινες ενδείξεις, η οποία προβάλει όλες τις χρήσιμες πληροφορίες που χρειάζεται ο αναβάτης του, ελαχιστοποιώντας τις αντανακλάσεις ακόμη και στο έντονο φως του ήλιου.
Στον στάνταρ τεχνολογικό εξοπλισμό συμπεριλαμβάνεται και το σύστημα keyless 2.0 δεύτερης γενιάς, με ιδιαίτερα εύχρηστη και απλοποιημένη διαδικασία εκκίνησης, το οποίο διαθέτει και λειτουργία έκτακτης ανάγκης για την εκκίνηση του κινητήρα, ακόμη και όταν η μπαταρία του πομπού βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα.
Η μεγάλη και άνετη μονοκόμματη σέλα δύο επιπέδων φτάνει τα 850mm μήκος και τα 440mm πλάτος, προσφέροντας άπλετο χώρο σε αναβάτη και συνεπιβάτη, με το εργονομικά σχεδιασμένο σχήμα της να τους διατηρεί άνετους και ξεκούραστους, ακόμη και μετά από πολύωρη παραμονή πάνω της.
Για την προστασία από τον αέρα φροντίζει μια μεγάλη και ρυθμιζόμενη σε δύο θέσεις ζελατίνα, που καλύπτει ένα μεγάλο εύρος σωματότυπων, με σχεδίαση που αποτρέπει τη δημιουργία φαινομένων υποπίεσης.
Στην πέδηση το Joyride διαθέτει δισκόφρενο 260mm και τετραέμβολη δαγκάνα μπροστά, κι έναν ακόμα δίσκο240mm και δαγκάνα δύο εμβόλων πίσω. Το πακέτο συμπληρώνεται από δικάναλο ABS της CONTINENTAL.
Όσον αφορά στις επιδόσεις, ο μονοκύλινδρος υγρόψυκτος κινητήρας του Joyride 300 αποδίδει 26 ps (25,63 hp) στις 8.000 στροφές και 2.65 Kgm ροπής στις 6.000 αντίστοιχα, με το επίσημο νούμερο της κατανάλωσης να κάνει λόγο για 3,6 λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα, προσφέροντας έτσι αυτονομία που ξεπερνά τα 300 χιλιόμετρα μικτής χρήσης.
Η τιμή του νέου Joyride 300 16’’ είναι στα €4.695 και είναι διαθέσιμο στο επίσημο δίκτυο συνεργατών της Γκοργκόλης Α.Ε.
Aprilia RSV4 - Με ηλεκτρονικά αλά MotoGP - Αλλάζουν τη λειτουργία τους σε κάθε στροφή!
"Μαθαίνουν" τον αναβάτη και την πίστα - Προβλέπουν την παρέμβαση πριν καν χρειαστεί! - Και για το Tuono V4
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
16/7/2025
Για το περιβάλλον της πίστας η Aprilia έχει προχωρήσει στο επόμενο επίπεδο αναφορικά τα ηλεκτρονικά συστήματα υποβοήθησης του αναβάτη που μπορούν να προσαρμόσουν τη λειτουργία τους στροφή-στροφή και να "μάθουν" από το στιλ οδήγησής του.
Για πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα παραγωγής, το σύστημα χρησιμοποιεί δεδομένα GPS, σε συνδυασμό με ενσωματωμένους αισθητήρες και αλγορίθμους προγνωστικού λογισμικού, ώστε να εφαρμόζει προρυθμισμένο φρενάρισμα κινητήρα, traction control και wheelie control σε κάθε στροφή της πίστας αυτόματα, χωρίς καμία παρέμβαση από τον αναβάτη.
Αυτό αποτελεί μέρος του Race Pack της Aprilia και προσφέρει δυνατότητες προσαρμογής επιπέδου MotoGP σε απλούς αναβάτες, χαρακτηριστικό που σίγουρα θα “κεντρίσει” το ενδιαφέρον όσων αρέσκονται στα track days, ενώ μέχρι στιγμής δεν υπάρχει άλλος κατασκευαστής που να διαθέτει τόσο προηγμένο "πακέτο" για τις sport μοτοσυκλέτες του.
Το σύστημα λειτουργεί μέσω της εφαρμογής Aprilia MIA, η οποία συνδέεται με τη μοτοσυκλέτα μέσω Bluetooth ή Wi-Fi και επιτρέπει πλήρη διαμόρφωση των ρυθμίσεων ανά στροφή, απευθείας από το smartphone του αναβάτη.
Στην καρδιά του συστήματος βρίσκεται μια αναβαθμισμένη ηλεκτρονική μονάδα που βασίζεται στην Magneti Marelli 11MP ECU, σε συνεργασία με αδρανειακή μονάδα (IMU) έξι αξόνων.
Το βασικό πακέτο APRC (Aprilia Performance Ride Control) περιλαμβάνει:
-Traction control με οκτώ επίπεδα, ευαίσθητο σε κλίσεις
-Νέο σύστημα wheelie control με προγνωστική λογική και τρία επίπεδα παρεμβατικότητας
Φρένο κινητήρα σε τρία επίπεδα, το οποίο προσαρμόζεται ανάλογα με την κλίση της μοτοσυκλέτας και το άνοιγμα του γκαζιού
Επιπλέον διαθέτει αμφίδρομο quickshifter (επιτρέπει τόσο ανεβάσματα όσο κατεβάσματα) με auto-blipper, πολλαπλές χαρτογραφήσεις απόδοσης κινητήρα και αναβαθμισμένο slide control που διαχειρίζεται την πλευρική ολίσθηση με βάση τα δεδομένα περιστροφής.
Οι ρυθμίσεις μπορούν να αλλάζουν εν κινήσει μέσω των χειριστηρίων ή σε στάση, μέσω της οθόνης TFT. Αυτό όμως που διαφοροποιεί τις RSV4 και Tuono V4 του 2025 είναι ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζονται τα συστήματα.
Με τη βοήθεια του προαιρετικού GPS telemetry module (στάνταρ στην RSV4 Factory) η μοτοσυκλέτα καταγράφει τη χάραξη της πίστας κατά τον πρώτο γύρο (out-lap).
Ο αναβάτης μπορεί έπειτα, μέσω της εφαρμογής MIA, να αναθέσει συγκεκριμένα επίπεδα ελέγχου πρόσφυσης και wheelie control σε κάθε σημείο της πίστας. Από εκεί και πέρα, η ECU εφαρμόζει αυτόματα τις αντίστοιχες ρυθμίσεις όταν η μοτοσυκλέτα περνάει από κάθε στροφή που έχει οριστεί και παραμετροποιηθεί χάρη στο GPS.
Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά συστήματα που απλώς αντιδρούν σε παραμέτρους όπως γωνία κλίσης ή/και άνοιγμα του γκαζιού, το νέο σύστημα της Aprilia προνοεί, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της μοτοσυκλέτας και εφαρμόζοντας την κατάλληλη παρέμβαση εκ των προτέρων.
Για παράδειγμα, μπορεί να εφαρμόσει μέγιστο traction control σε μια στροφή που υπάρχει υγρασία και ελάχιστη παρέμβαση σε πιο στεγνά και γρήγορα σημεία της πίστας που διαθέτουν καλύτερη πρόσφυση, εξασφαλίζοντας έτσι βέλτιστη επιτάχυνση και ελάχιστο ρίσκο.
Η Aprilia εισάγει επίσης ένα "έξυπνο" σύστημα, προσαρμοστικής μάθησης. Το σύστημα αναλύει τη συμπεριφορά του αναβάτη με την πάροδο του χρόνου, όπως το πόσο έντονα επιταχύνει, πού και πότε φρενάρει, τις γωνίες κλίσης κτλ. και προσαρμόζει τη στρατηγική παρεμβάσεων του ανάλογα!
Όλες οι RSV4 εξοπλίζονται με το πλήρες πακέτο APRC, αλλά μόνο οι εκδόσεις με το GPS module ξεκλειδώνουν τη λειτουργία corner-by-corner.
Μέσω της εφαρμογής, οι αναβάτες μπορούν επίσης να δουν τηλεμετρία μετά τη συνεδρία, όπως την χρήση γκαζιού και φρένου, χρόνους γύρων, χρήση ταχυτήτων και καταγραφές παρεμβάσεων, επιτρέποντας εξαιρετικά ακριβή παραμετροποίηση από γύρο σε γύρο.