Τεχνική ανάλυση Yamaha MT-09 2021: Με τεχνολογία από την R1
Άλλαξε επίπεδο
Από τον
Μπάμπη Μέντη
29/10/2020
Το νέο MT-09 δεν είναι η αναβαθμισμένη έκδοση του προηγούμενου μοντέλου, με σκοπό να προσαρμοστεί στις προδιαγραφές Euro5, αλλά μια εντελώς νέα μοτοσυκλέτα που απλώς χρησιμοποιεί ως βάση τον τρικύλινδρο κινητήρα CP3. Το πλαίσιο, το υποπλαίσιο, το ψαλίδι και οι αναρτήσεις είναι εντελώς καινούρια. Τα ηλεκτρονικά είναι επίσης εντελώς καινούρια και φυσικά ο αγαπημένος μας τρικύλινδρος κινητήρας έχει πάρα, μα πάρα πολλές αλλαγές. Καθώς το MT-09 είναι η βάση για το νέο Tracer 900, που επίσης έρχεται, αποκτά ιδιαίτερη σημασία να δούμε τι άλλαξε η Yamaha αλλά και τους λόγους που το έκανε. Όσοι έχετε διαβάσει τα τεστ του ΜΟΤΟ που αφορούν τα MT-09 και τα Tracer 900, θα διαπιστώσετε πως η Yamaha ασχολήθηκε με τα σημεία που ΜΟΝΟ εμείς είχαμε εντοπίσει και αναδείξει στις αντίστοιχες δοκιμές.
Το κοινό μειονέκτημα όλων των μοντέλων με τον τρικύλινδρο κινητήρα CP3 ήταν η απόκριση στο γκάζι, κυρίως στα μικρά ανοίγματα του γκαζιού και όποτε χρειαζόταν να κάνεις λεπτούς χειρισμούς (π.χ. σούζες διαρκείας). Στην τελευταία γενιά είχαν κάνει πρόοδο αλλάζοντας το λογισμικό του ψεκασμού ride by wire, όμως δεν ήταν αρκετό και το γράψαμε στο συγκριτικών των Crossover του τεύχους 611. Για το 2021 έρχονται να λύσουν εντελώς αυτό το πρόβλημα αλλάζοντας το hardware. Όπως ακριβώς στο R1 του 2020, έτσι και εδώ έβαλαν μια νέας γενιάς ηλεκτρονική γκαζιέρα, που μεταφέρει με μεγαλύτερη ακρίβεια την κίνηση του χεριού στην κεντρική μονάδα και φυσικά συνοδεύεται από ένα νέο λογισμικό.
Κρίνοντας από το νέο R1, που όντως απέκτησε καλή απόκριση στο γκάζι, μπορούμε να πούμε πως ανάλογη βελτίωση περιμένουμε και στην περίπτωση του τρικύλινδρου κινητήρα. Φυσικά η τροφοδοσία δεν ήταν το μόνο που έχει αλλάξει. Ο κυβισμός ανέβηκε στα 889 κυβικά από τα 847 που ήταν έως τώρα. Μαζί άλλαξε ολόκληρη η εξάτμιση που πλέον έγινε 3 σε 1 σε 2 και το σύνολο κινητήρα-εξάτμισης είναι 1,7 κιλά ελαφρύτερο από το προηγούμενο μοντέλο. Εδώ να πούμε πως αποτελεί επίτευγμα η μείωση του βάρος σε κινητήρα και εξάτμιση, καθώς οι προδιαγραφές Euro5 απαιτούν διπλούς καταλύτες και πολλά υποσυστήματα γύρω από τον κινητήρα. Τα πάντα μέσα στον κινητήρα είναι διαφορετικά, δηλαδή έχει νέα έμβολα, μπιέλες, εκκεντροφόρους, νέα κάρτερ και νέο ride by wire ψεκασμό που μειώνει 9% την κατανάλωση! Το αποτέλεσμα είναι να αυξηθεί η ιπποδύναμη κατά 4 ίππους φτάνοντας τους 119 στις 10.000 στροφές και με αντίστοιχη αύξηση της ροπής στα 9,5kg/m στις 7.500 στροφές. Δηλαδή η κορύφωση της ροπής έρχεται 1.500 στροφές πιο χαμηλά.
Το κιβώτιο ταχυτήτων έχει επανασχεδιαστεί, με την 1η και 2η σχέση να είναι πιο μακριές, αλλά και με νέο σύστημα επιλογέα για περισσότερη ακρίβεια στις αλλαγές ταχυτήτων. Ταυτόχρονα έχουμε νέο μονόδρομο και υποβοηθούμενο συμπλέκτη (πιο ανθεκτικό λόγω αύξησης της ροπής λέει η Yamaha).
Το πλαίσιο των MT-09 έχει δεχτεί την πιο αυστηρή κριτική από εμάς, κυρίως όταν χρησιμοποιήθηκε αυτούσιο στο Tracer 900. Τα γυμνά MT-09 που είναι πιο χαμηλά, έχουν λιγότερο βάρος και λόγω απουσίας φαίρινγκ δεν μπορείς να πας - έτσι κι αλλιώς - για πολύ ώρα με υψηλές ταχύτητες, οπότε ο “παιχνιδιάρικος” και “ατίθασος” χαρακτήρας του δικαιολογούσε εν μέρει τη συμπεριφορά του όταν το πίεζες. Στο ψηλότερο Tracer 900 τα πράγματα ήταν πιο ζόρικα, εμφανίζοντας αστάθεια στις υψηλές ταχύτητες, αποδεικνύοντας πως δεν αρκεί μόνο η κατανομή του βάρους 50/50 για να έχεις το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η Yamaha φρόντισε να επιληφθεί του θέματος στη δεύτερη γενιά, προσθέτοντας την έκδοση SP στο MT-09 με τις πολύ καλύτερες αναρτήσεις και μακραίνοντας το ψαλίδι και το μεταξόνιο στα Tracer 900. Τώρα όμως βάζει βαθιά το νυστέρι, σχεδιάζοντας ένα ολοκαίνουριο πλαίσιο και υποπλαίσιο, που όχι μόνο είναι ελαφρύτερο αλλά έχει διαφορετική θέση ο κινητήρας, φορτίζοντας περισσότερο τον εμπρός τροχό. Σε αυτό βοηθά και το νέο πιρούνι, που έχει μικρότερο μήκος κατά 30mm.
Το νέο πλαίσιο είναι 50% πιο άκαμπτο και σύμφωνα με την ίδια την Yamaha, οι αλλαγές αυτές βελτιώνουν τη σταθερότητα στις ευθείες. Το σύνολο πλαίσιο/υποπλαίσιο/ψαλίδι είναι 2,3 κιλά ελαφρύτερο, κάτι που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη χρήση αλουμινίου αντί για ατσάλι στο υποπλαίσιο (-1,5kg), αλλά και στην κατάργηση της βαριάς μεταλλικής κατασκευής για τη βάση της πινακίδας στο ψαλίδι, που είχε το προηγούμενο μοντέλο. Οι αναρτήσεις είναι της KYB και φυσικά είναι εντελώς καινούργιες. Τόσο το upside-down πιρούνι των 41mm, όσο και το πίσω αμορτισέρ που διαθέτει επανασχεδιασμένο σύστημα μοχλισμού, ρυθμίζονται πλήρως.
Τα εμπρός φρένα έχουν τώρα μια μεγαλύτερη ακτινική τρόμπα της Nissin και οι ζάντες είναι το ίδιο ανθεκτικές αλλά με λεπτότερα τοιχώματα κατά 2mm, που τις κάνουν 700gr ελαφρύτερες για μείωση των επιπτώσεων του γυροσκοπικού φαινομένου και του μη-αναρτώμενου βάρους. Πίσω η μείωση βάρους της ζάντας αγγίζει το 11%, αλλά τώρα το πίσω ελαστικό είναι πιο μεγάλο και βαρύ έχοντας διάσταση 180/70-17 αντί 180/55-17. Να πούμε εδώ πως το 70άρι προφίλ του πίσω ελαστικού είναι ασυνήθιστο σε αυτή την κατηγορία μοτοσυκλετών στις μέρες μας.
Ηλεκτρονικά: Στο ρυθμό της νέας τεχνολογίας
Όλα τα MT-09 και Tracer 900 ήταν και είναι ακόμα, από τις δυνατότερες μοτοσυκλέτες στην κατηγορία τιμής/κυβισμού που ανήκουν. Τώρα έγιναν ακόμα πιο γρήγορα, οπότε τα ηλεκτρονικά έπρεπε να αναβαθμιστούν καθώς ήταν υποδεέστερα του ανταγωνισμού και κυρίως των δυνατοτήτων του κινητήρα. Το νέο MT-09 απέκτησε πλέον IMU έξι αξόνων σαν του R1 και αντίστοιχης τεχνολογίας ηλεκτρονικά βοηθήματα. Το συμβατικό ABS έγινε τώρα cornering ABS και το συμβατικό traction control έγινε δυναμικό, έχοντας την δυνατότητα προληπτικής επέμβασης, επεμβαίνοντας στην τροφοδοσία, ενώ ρυθμίζεται σε τρία επίπεδα ευαισθησίας. Νέα για την οικογένεια των MT-09 είναι η προσθήκη των wheelie ψontrol και του quick shifter Up/Down στη βασική έκδοση. Τα όργανα είναι μεν μια έγχρωμη TFT οθόνη συμβατή με το app “MyRide” της Yamaha για Adroid και iOS τηλέφωνα, αλλά μόλις 3,5 ίντσες σε μέγεθος.
Για φέτος, το νέο MT-09 θα διατίθεται σε τρία χρώματα: Το κλασικό μαύρο “Tech Black”,το γκρι-πορτοκαλί “Storm Fluo” και το μπλε-γκρι “Icon Blue”. Οι πρώτες μοτοσυκλέτες θα βρίσκονται στα καταστήματα τον Μάρτιο του 2021.
Το άρθρο συνοδεύεται από ένα πλούσιο photo gallery του νέου MT-09
Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
Από τον
Παύλο Καρατζά
29/5/2026
Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.
Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.
Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.
Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.
Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.
Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.
Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:
Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)
Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.
Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.
Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)
Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.
Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.
Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.
Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.
Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)
Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.
Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)
Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.
Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.
XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)
Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.
Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.
Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)
Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.
Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.
Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.
Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.
Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)
Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.
Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.
Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.
Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)
Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.
Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.
Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.
Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.
Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.
Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.
Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)
Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.
Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.
Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.
Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.