Suzuki SV-7GX: Το οδηγούμε στη Γαλλία - Το SV επέστρεψε Sport Touring!

Made in Japan, δοκιμασμένο πλαίσιο και αναρτήσεις - 74,8 ίπποι από τον αθάνατο V2
Παρουσίαση Suzuki SV-7GX Αποστολή στη Γαλλία
Από το

motomag

26/8/2026

Περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η καταγωγή της μοτοσυκλέτας, ιδιαίτερα σε αυτή την κατηγορία, γίνεται από μόνης λόγος επιλογής. Πάνω σε αυτό πάτησε η Suzuki για να αναστήσει μία μοτοσυκλέτα που είχε στείλει στον κάδο ανακύκλωσης, δίχως να κάνει πολλά περισσότερα. Υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, αυτό ήταν αρκετό, εδώ που έχουμε φτάσει!

Του Θάνου-Αμβροσιάδη Φελούκα | Φωτογραφίες: Suzuki France

Η Suzuki άνοιξε το μαγικό βαλιτσάκι της, εκεί όπου ρίχνει κάθε μοντέλο που τελειώνει την καριέρα του, και έβγαλε το SV650, μαζί και δύο σχεδιαστές που αγνοούνταν από την εποχή της Hayabusa, γεννώντας έτσι ένα νέο μοντέλο που ουδεμία μεγάλη διαφορά δεν έχει από το SV650. Από όλους τους Ιάπωνες κατασκευαστές, μόνο η Suzuki έχει ένα τέτοιο μαγικό βαλιτσάκι για να σβήνει μοντέλα, χωρίς όμως ποτέ να γίνεται οριστική διαγραφή. Ανά πάσα ώρα και στιγμή γίνεται ανάκτηση, όπως αποδεικνύεται στην προκειμένη περίπτωση. Μεταλλάσσοντας τα V-Strom από μοτοσυκλέτες με τον αειθαλή V2 κινητήρα σε νέα τελείως μοντέλα με δικύλινδρο εν σειρά, το τμήμα marketing, δηλαδή οι Ιάπωνες στο διπλανό γραφείο από το μονίμως άδειο τμήμα σχεδιασμού, έσπασαν το κεφάλι τους να βρουν με ποιον τρόπο θα κρατήσουν το όνομα. Η Suzuki είναι η μόνη εταιρεία από τις τέσσερις στην Ιαπωνία που δεν έχει γραφείο στην Ευρώπη, άρα ούτε και τμήμα marketing στελεχωμένο με Ευρωπαίους για την αγορά εδώ, που είναι η πιο απαιτητική και η πιο δύσκολη αγορά μοτοσυκλέτας στον κόσμο. Τελικά αποφάσισαν πως τα νέα V-Strom θα εκφράζουν το Versatility της εταιρείας και έτσι το V παρέμεινε. Σημειώστε επίσης πως το Versatility πράγματι εκφράζει τα V-Strom σε καμία περίπτωση όμως δεν εκφράζει τη Suzuki ως εταιρεία που έχει τις μεγαλύτερες αγκυλώσεις από τους τέσσερις εκ Ιαπωνίας μεριά. Κομμάτι όμως των αγκυλώσεων αυτών είναι η πραγματική αιτία για την τεράστια αξιοπιστία τους, που αυτή την στιγμή ξεπερνά με μεγάλη διαφορά όλους τους υπόλοιπους. Μπορώ να ισχυριστώ, πως με βάση τα δικά μας στοιχεία στο MOTO, εδώ και 41 χρόνια, ότι αυτή την στιγμή η Suzuki είναι η πιο αξιόπιστη μάρκα μοτοσυκλέτας σε ολόκληρο τον κόσμο, έχοντας ξεπεράσει κατά πολύ την Honda αλλά και την Yamaha. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η Honda έχει πολλαπλάσιες πωλήσεις από την Suzuki παγκοσμίως, αλλά ακόμη και αναλογικά η Suzuki κερδίζει με διαφορά. Ας μην ξεχνάμε επίσης πως στο μεταξύ είναι η Νο.1 εταιρεία της Κίνας σε πωλήσεις, καθώς εδώ και 20 χρόνια ακριβώς, έχει κοινοπραξία με την Haojue από όπου μας είχε έρθει το υπέροχο V-Strom 250.

Για εμένα προσωπικά το μικρό V-Strom που ήταν το πρώτο με λάθος όνομα, (τώρα είναι όλα τους) θα είναι για πάντα ο ορισμός του “δεν σπάει”, έχοντας υπάρξει το μόνο που μου αντιστάθηκε. Το βάλαμε να γράψει 1.200 χιλιόμετρα με στάσεις μόνο για βενζίνη και σε κάθε ευθεία, που δεν ήταν λίγες από Αθήνα μέχρι Βουκουρέστι, έκανε αυστηρό slipstreaming κόβοντάς του τον αέρα. Κοίταζα μέσα στο τελικό της εξάτμισης και έβλεπα σκέτη λάβα περίπου στις 8 το βράδυ που είχε σκοτεινιάσει, κι ενώ είχαμε μπροστά μας ακόμη τριακόσια χιλιόμετρα που φυσικά τα έβγαλε με τον ίδιο τρόπο. Δεν είναι δηλαδή μόνο το “Made in Japan” εκείνο που χαρακτηρίζει την Suzuki ως αξιόπιστη, αλλά ακόμη καλύτερα την ακολουθεί και στα υπόλοιπα εργοστάσιά της ανά τον κόσμο. Για αυτό κατάφερε να κερδίσει την μεγαλύτερη -τότε- αγορά του κόσμου και τον απαιτητικό σε θέματα αξιοπιστίας Κινέζο εργαζόμενο, που επέλεξε κάποιο από τα δίκυκλά της ως το μοναδικό όχημα για όλη την οικογένεια. Πλέον ο ίδιος Κινέζος είναι σε θέση να έχει και δεύτερο αυτοκίνητο σε μία τεράστια κοινωνική αλλαγή που έγινε μέσα σε μία γενιά και δεν χρειάστηκε 2-3, όπως σε άλλες χώρες, για αυτόν και δεν ξεχνά εύκολα από που ξεκίνησε. Ακόμη και κοντή μνήμη να έχει όμως κάποιος που το βιοτικό του επίπεδο ανέβηκε 4 φορές στη διάρκεια της ζωής του, δύσκολα θα ξεχάσει πως το πρώτο σκούτερ που κατασκευάστηκε στην Κίνα ήταν της Suzuki, το Mulan 50 το μακρινό 1987 στην πρώτη κοινοπραξία που έκαναν τότε οι Ιάπωνες. Αυτό το σκούτερ έκανε δεκάδες εκατομμύρια πωλήσεων και εξακολουθεί να υπάρχει και τώρα, 8 γενιές μοντέλων μετά!

Το παράδειγμα με τους Κινέζους είναι σκόπιμο γιατί αυτούς θέλουν να χτυπήσουν τώρα οι Ιάπωνες της Suzuki ανασταίνοντας το SV650 με την μορφή του SV-7GX. Επίσης η Yamaha άφησε κενό στην γκάμα αναβαθμίζοντας το Tracer7 οδηγικά αλλά και τιμολογιακά. Σε μία σπάνια στιγμή για την Suzuki, κατάφεραν να φτιάξουν και μία όμορφη μοτοσυκλέτα με σύγχρονη εμφάνιση, ακολουθώντας την σχεδιαστική γραμμή από το χιλιάρι ώστε να δημιουργήσουν οικογένεια crossover μοντέλων. Την σύγχρονη εμφάνιση εννοείται πως χαλά το συμβατικό πιρούνι. Εννοείται επίσης πως είναι λιγότεροι από όσους το σχολιάζουν αρνητικά, εκείνοι που θα μπορούσαν πραγματικά να αξιοποιήσουν μία καλύτερη ανάρτηση εμπρός. Αν πάντως το Tracer 7 της Yamaha δεν είχε ανανεωθεί, τότε το SV-7GX θα κέρδιζε την μεταξύ τους διαμάχη με ευκολία. Μέχρι να αλλάξει το Tracer 7, είχε δεχτεί και αυτό δριμεία κριτική για το συμβατικό του πιρούνι. Εμείς το είχαμε προχωρήσει φυσικά, λέγοντας πως το μόνο που χάνεται είναι η ενεργητική ασφάλεια σε περιπτώσεις ελιγμού αποφυγής κτλ διότι η υπόλοιπη μοτοσυκλέτα δεν υποστηρίζει την σπορ οδήγηση στον βαθμό που η εμπρός ανάρτηση γίνεται τροχοπέδη. Άρα και με καλύτερο πιρούνι εμπρός, δεν θα πήγαινε κανείς και πολύ πιο γρήγορα. Το SV-7GX όμως είναι μία άλλη περίπτωση γιατί πλαίσιο και κινητήρας υποστηρίζουν εύκολα τον πιο γρήγορο ρυθμό. Πίσω στο 2016, γράφαμε πως η ανάρτηση του SV650 είναι εξαιρετικά ποιοτική μπρος-πίσω, όπως και το πλαίσιο εκπληκτικό για τις ανάγκες μίας βολτάδικης μοτοσυκλέτας που εστιάζει και στην καθημερινή χρήση. Για τα δεδομένα του 2016 τα σχόλιά μας ήταν σωστά. Δέκα χρόνια μετά έχουμε το ίδιο πλαίσιο με τις ίδιες αναρτήσεις με λίγη περισσότερη δύναμη και διαφορετική στάση του σώματος επάνω τους. Τα πράγματα έχουν προχωρήσει εμπρός, όμως αυτό δεν σημαίνει πως το καλό του 2016 δεν έχει εφαρμογή στο σήμερα. Η χώρα μας ίδια έμεινε, δεν έλυσε κανένα από τα προβλήματα της, οπότε και οι δρόμοι ίδιοι είναι καθιστώντας αστείο να λέμε πως δεν επαρκούν οι ίδιες λύσεις. Άλλαξε όμως πολύ η κατηγορία και ακόμη περισσότερο η προσφορά που υπάρχει σε αυτή. Πριν από 10 χρόνια σχολιάζαμε στο MOTO την αλλαγή υλικών του SV650 για να παραμείνει μία προσιτή οικονομικά μοτοσυκλέτα διατηρώντας το Made in Japan. Δέκα χρόνια μετά το σχόλιο είναι πως χωρίς την παραμονή του σε αυτά, δεν θα μπορούσε να έχει αυτή την τιμή ή αυτή την προέλευση. Θα έπρεπε να χάσει ένα από τα δύο.

Suzuki SV7-GX - Αποστολή Γαλλία MOTO Magazine

Ναι, υπάρχουν αλλαγές για τεχνική ανάλυση
Υπάρχουν ορισμένες καίριες αλλαγές, κυρίως στην τροφοδοσία για βελτίωση της καύσης προς χάρη των νέων προδιαγραφών και φυσικά στην προσθήκη ηλεκτρονικών καθώς και οθόνης με δυνατότητα συνδεσιμότητας. Το τελευταίο αποτελεί ρηξικέλευθο βήμα για την Suzuki που στην εποχή μας μπορεί να την γλιτώσει αν δεν βάλει ανεστραμμένο πιρούνι, αλλά δεν έχει καμία τύχη χωρίς οθόνη με συνδεσιμότητα. Ανεξαρτήτως τι λέει κανείς στην παρέα του ή σχολιάζει στο ίντερνετ, το πρώτο πράγμα που κοιτά ένας ενδιαφερόμενος όταν πηγαίνει σε ένα μαγαζί, είναι η οθόνη που έχουν τα μοντέλα και οι επιλογές συνδεσιμότητας. Δύο είναι οι μεγάλες διαφορές του SV-7GX έναντι του SV650, ξεκινώντας από την αναπνοή του κινητήρα, όπου νέο τελείως είναι το φιλτροκούτι ενώ έχουν αλλάξει οι αυλοί της εισαγωγής. Έγιναν πιο κάθετοι και κόντυναν σε μήκος, ο εμπρός κατά 7% και ο πίσω κατά 5% για να επιταχύνουν την ροή του μίγματος προς τον θάλαμο καύσης. Αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στους ρύπους καθώς βελτιώνεται η καύση στον κινητήρα και αυξάνεται η ευστροφία του. Δεν θα το έκανε αυτό η Suzuki αν δεν είχε την γκιλοτίνα των νέων προδιαγραφών και για αυτό μπήκε δεύτερος λάμδα μετά τον συλλέκτη πριν το τελικό, για να κάνει έναν τελευταίο έλεγχο στους ρύπους και αντίστοιχα να επεμβαίνει. 

Η άλλη μεγάλη αλλαγή έρχεται με την ηλεκτρονική οδήγηση του γκαζιού που επιπρόσθετα απελευθερώνει τις πεταλούδες καθώς τώρα έχει κάθε μία το δικό της μοτεράκι και έτσι η ECU αποκτά ακριβέστερο έλεγχο σε κάθε κύλινδρο ξεχωριστά. Προηγουμένως οι πεταλούδες ήταν μηχανικά συνδεδεμένες. Με το ηλεκτρονικό γκάζι τα σώματα λειτουργούν πλέον ανεξάρτητα. 

Προσθέτοντας το quickshifter άλλαξε και ο μοχλός του λεβιέ που εξαιτίας του ήθελες περισσότερη δύναμη για τις αλλαγές, παρόλο που το κιβώτιο του SV ήταν πάντοτε άψογο για τα δεδομένα δικύλινδρης V-90 μοτοσυκλέτας. Η αμεσότητα που φέρνει το διπλής κατεύθυνσης quickshifter απαιτεί και μία μικρή αναπροσαρμογή στα γρανάζια του κιβωτίου. Η Suzuki δεν έκανε καμία αλλαγή στην αναλογία τους, όμως πείραξε τα δόντια εμπλοκής για να κομπλάρουν καλύτερα, τα έκανε πιο φαλτσοκομμένα ώστε να τραβά την ταχύτητα μέσα και να μην την πετά εύκολα, ιδιαίτερα όταν ο αναβάτης πατήσει μισό τον λεβιέ, ένα συνηθισμένο πρόβλημα με τα quickshifter. Όλες οι υπόλοιπες αλλαγές που έχει ο κινητήρας είναι τώρα στην ηλεκτρονική διαχείριση και σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις των ηλεκτρονικών βοηθημάτων. Πάντως για τον χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας και με την προσθήκη ηλεκτρονικής διαχείρισης του γκαζιού, είναι απλά λάθος να μην μπει cruise control καθώς είναι απλά λογισμικό στην ECU σε αυτό το στάδιο, χωρίς άλλες απαιτήσεις. 
Ευτυχώς έχει γίνει σωστός διαχωρισμός των συνολικά τριών χαρτογραφήσεων όπου αυτό οφείλεται και στην Akrapovic που ανέλαβε να φτιάξει την χαρτογράφηση του κινητήρα και για την εργοστασιακή εξάτμιση, όχι μόνο για το δικό της τελικό που δίνει πλέον στον πρόσθετο εξοπλισμό της μοτοσυκλέτας, κατόπιν της μεταξύ τους συμφωνίας. Η χαρτογράφηση Α έχει πιο απότομη απόκριση και φτάνει νωρίτερα στο τέρμα γκάζι, έχοντας κομμάτι της περιστροφής της γκαζιέρας σε πλάτωμα δύναμης. Η Β φτάνει στην ίδια ουσιαστικά ιπποδύναμη αλλά με διαφορετικό βήμα περιστροφής και έπειτα η C νιώθεις πως έφυγε ο ένας κύλινδρος τελείως, τόσο διαφορά έχει στο γκάζι με τη μέγιστη ισχύ να περιορίζεται στους 60 ίππους. Ο στόχος της τρίτης χαρτογράφησης είναι να μην χρειάζεται ούτε το traction control να εμπλακεί, και έτσι την χρησιμοποιείς μόνο σε συνθήκες μεγάλης μείωσης της πρόσφυσης. Επειδή ο έλεγχος της γκαζιέρας είναι εξαιρετικός χωρίς μπερδέματα, χωρίς εκπλήξεις με κορυφές και κοιλάδες, όσο γκάζι ζητήσεις, τόσο θα πάρεις. Ένας έμπειρος αναβάτης δεν θα αλλάξει ποτέ χαρτογράφηση, θα αφήσει απλά την Α και το γεγονός πως επιβραβεύεται το αυτονόητο είναι σημείο των καιρών με τα προβλήματα που έχουν επιστρέψει στη ζωή μας με τον ερχομό των Κινέζων. Οι οποίοι Κινέζοι αν δεν είχαν ρίξει τιμές και ανεβάσει την μπάρα της προσφοράς, δεν θα είχαμε και το SV-7GX στην γκάμα της Suzuki, για να μην ξεχνιόμαστε. 

Η απόκριση του νέου γκαζιού δουλεύει άψογα και μπορείς επίσης άμεσα να απενεργοποιείς και το traction control. Αν δεν το κάνεις πάλι μπορείς να ανοίξεις γενναία το γκάζι στις εξόδους όσο η μοτοσυκλέτα είναι υπό κλίση και δεν θα κόψει απότομα στην πρώτη σκάλα, την λιγότερο παρεμβατική. Ενεργεί στην τροφοδοσία πολύ ομαλά και ελεγχόμενα, αποτελώντας παράδειγμα για την κατηγορία αλλά έχει και εύκολη δουλειά ως σύστημα καθότι η απόδοση είναι εξαιρετικά γραμμική. Το quickshifter επιτρέπει κατέβασμα με πολλές στροφές, ώστε να έχεις φρένο κινητήρα στην είσοδο. Δεν είναι ένα στυλ οδήγησης για όλους, όμως είναι αυτό που χρησιμοποιούμε αρκετοί σε δημόσιους δρόμους με καλή άσφαλτο αξιοποιώντας την αδράνεια της μοτοσυκλέτας για να την σηκώσουμε στην έξοδο. Όσο πιο καλό είναι το quickshifter τόσο πιο άμεσα μπορείς να κάνεις τις αλλαγές αυτές και να πάρεις την πλέον σπορ συμπεριφορά από την μοτοσυκλέτα. Στην τεχνική ανάλυση ας βάλουμε και τον βάρους 500γρ κεντρικό LED προβολέα που έχει εσωτερικό ανακλαστήρα. 

Όπως συμβαίνει πάντα στις αποστολές, τα φώτα είναι κάτι για το οποίο ούτε γεύση δεν μπορεί να πάρει κανείς, μέχρι την δοκιμή σε ελληνικό έδαφος. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα φώτα που έρχονται από την Taiwan, όπως και η νέα οθόνη, ο προβολέας αυτός φτιάχνεται στην Ιαπωνία και ο στόχος είναι να περιορίζει την όχληση των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα, την ίδια στιγμή που μόλις η μοτοσυκλέτα πλαγιάσει, φωτίζει καλύτερα το εσωτερικό της στροφής. Επειδή δεν έχουμε εδώ πολύπλοκα κινούμενα τμήματα, η Suzuki έχει προσαρμόσει την βέλτιστη δέσμη για τις 30ο κλίσης, που σημαίνει πως στις μεταξύ 45 και 50 που είναι η σπορ οδήγηση πάλι φωτίζεις καλύτερα το εσωτερικό, απλά ενοχλείς περισσότερο τον απέναντι. Λογικά όμως θα διασταυρωθείτε και για πολύ μικρότερο χρόνο…

Suzuki SV7-GX - Αποστολή Γαλλία MOTO Magazine

Μιας και πιάσαμε την καταγωγή εξαρτημάτων, ο κινητήρας είναι 100% "Made in Japan", όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των υπόλοιπων εξαρτημάτων. Το πιρούνι έρχεται από την Ταϊλάνδη και η ζελατίνα από το Βιετνάμ ενώ οι ζάντες είναι κινέζικες, από τον ίδιο μάλιστα προμηθευτή που χρησιμοποιεί η Honda για το νέο CB1000GT. Οι Ιάπωνες της Suzuki δεν έκαναν κάποιο σχόλιο για αυτόν, όμως από την πλευρά της Honda μου είχαν πει πως είναι απίστευτο εργοστάσιο γιατί η ποιότητα είναι γιαπωνέζικη αλλά η τιμή ασυναγώνιστη και δεν αφήνει καμία επιλογή πλέον. Είχα ζητήσει διευκρίνηση μάλιστα για το θέμα της ποιότητας συγκριτικά με τις γιαπωνέζικες OEM ζάντες, γιατί τα αγγλικά τους καμιά φορά αλλοιώνουν τόσο πολύ το νόημα που καταλήγεις να μιλάς για διαφορετικό θέμα και η απάντηση που πήρα από την Honda ήταν “better, better”. Αφήνοντας έτσι ελάχιστο περιθώριο για παρερμηνείες. Αν αντιπαραβάλεις τώρα το γεγονός πως η Ducati Multistrada V4 που κοστίζει όσο τρία SV είναι 58% Made in Italy, τότε αντιλαμβάνεσαι πόσο αμελητέο είναι το ποσοστό εδώ.

Στον σχεδιασμό τους οι Ιάπωνες υπολόγισαν αναβάτη 1,75 μ. που είναι ήδη λάθος, όπως τους εξήγησα και εκεί γιατί ο μέσος όρος έχει ανέβει παγκοσμίως και δεν ισχύει πλέον η δικαιολογία πως βλέπουμε τις παγκόσμιες πωλήσεις. Οι υπόλοιποι κατασκευαστές φτιάχνουν την εργονομία για 1,80 και έπειτα στοχεύουν σε μικρό πλάτος της σέλας εμπρός για να πατούν κάτω ευκολότερα και οι πιο κοντοί αναβάτες. Ευτυχώς η crossover σχεδίαση του SV-7GX αφήνει πολλά περιθώρια και έτσι κάθεσαι άνετα έως το 1,85 χωρίς αλλαγή. Η σέλα έχει ήδη 10 χλστ. περισσότερο αφρώδες από πριν και 20 για τον αναβάτη. Υπάρχει και άλλη στον πρόσθετο εξοπλισμό που μεγαλώνει ακόμη περισσότερο την απόσταση μαρσπιέ-σέλα κατά 25 χλστ., ιδανική για τους πιο ψηλούς, ενώ βοηθά και στην άνεση σε μεγαλύτερες αποστάσεις. Συνδυασμένη με την ψηλότερη κατά 80 χλστ. ζελατίνα, η πρώτη εντύπωση είναι πως ακόμη και αναβάτες στο 1,90 θα βολευτούν στο SV-7GX, το οποίο παραμένει μία εξαιρετικά ευέλικτη μοτοσυκλέτα με φανταστική αμεσότητα στις μανούβρες.

Και έγινε crossover
Το τιμόνι έχει έρθει πιο μπροστά και πιο πάνω για να ισορροπήσει την αύξηση της απόστασης από τα μαρσπιέ που έχει το σώμα του αναβάτη και να τον τοποθετήσει σε πιο όρθια και άνετη στάση. Το τιμόνι δημιουργεί έναν σωστό μοχλό, χαρακτηριστική αλλαγή αυτή για την Suzuki τα τελευταία χρόνια, γιατί παλαιότερα ανάγκαζε τους αγκώνες να μετράνε πλευρά στις μανούβρες και με ένα δάχτυλο στο προοδευτικό φρένο και γραμμικότητα στην γκαζιέρα, έχεις τον απόλυτο έλεγχο σε κάθε μικρή κίνηση. Εμπρός έχουμε 125 χλστ. διαδρομής χωρίς καμία ρύθμιση και πίσω 129 χλστ. με 7 βήματα προφόρτισης και την εργοστασιακή ρύθμιση στη θέση 3. Ήθελα να φορτίσω λίγο περισσότερο τον εμπρός τροχό και θα έβαζα εύκολα το αμορτισέρ στην 5η θέση, αλλά για να εκτιμήσει κανείς την ποιότητα της ανάρτησης πρέπει να ανεβαίνει βήμα – βήμα. Αν ακούει από το πρώτο κλικ, τότε έχουμε μία ποιοτική ανάρτηση, όσο «απλή» και αν είναι στα χαρτιά ή εμφανισιακά.

Με το πρόσθετο κλικ στην προφόρτιση κέρδισα καλύτερη σταθερότητα στο άνοιγμα του γκαζιού στην έξοδο και είχα αμεσότερο φρενάρισμα στα πολύ δυνατά φρένα που πατάς μέσα στην στροφή από τις πρώτες μοίρες κλίσης. Αντίστοιχα και στην απελευθέρωση του φρένου το πιρούνι είχε καλύτερη επαναφορά. Σε ρυθμούς βόλτας η πλήρη απουσία ενοχλητικών κραδασμών και η συνέπεια στην ενιαία συμπεριφορά του συνόλου, χωρίς δηλώσεις αυτονομίας από επιμέρους τμήματα, επαναφέρουν στην κατηγορία κάτι που έχει χαθεί με την έλευση των κινέζικων εταιρειών. Κι αν αυτό φαίνεται αμυδρά κινούμενος βάση ορίων στους γαλλικούς δρόμους, λάμπει πλήρως μόλις ανοίξεις το γκάζι και κινηθείς σβέλτα. 

Suzuki SV7-GX - Αποστολή Γαλλία MOTO Magazine

Καταδικασμένο να δέχεται τον σχολιασμό για το συμβατικό πιρούνι και γιατί δεν έχει κάμερες, προβολάκια και άλλα μπλιμπλίκια, πέρα του cruise control που πραγματικά το μετράμε στις παραλείψεις, το SV-7GX θα περάσει απαρατήρητο από όποιον κοιτά τις μοτοσυκλέτες μέσα από λίστα Excell. Προσθέτοντας εξοπλισμό και εστιάζοντας στην τελική τιμή χωρίς άλλο βασικό κριτήριο και παρακολουθώντας δοκιμές που ποτέ δεν λένε τίποτα το αρνητικό, άρα και όλες οι κινέζικες είναι στο ίδιο επίπεδο, τότε μία μερίδα του κοινού θα χάσει την πραγματική αξία αυτής της μοτοσυκλέτας. Ναι είναι παλιά, ναι η Suzuki στην Ιαπωνία λειτούργησε στην συγκεκριμένη περίπτωση τελείως βιομηχανικά, μόνο με βάση το κέρδος, το είπαμε από την αρχή αυτό, όμως το αποτέλεσμα δεν παύει να είναι εξαιρετικό οδηγικά και να ξεπερνά τον ανταγωνισμό, πλην ενός. Τουλάχιστον αυτή είναι η αρχική εντύπωση, αλλά προσπαθώντας με τον πλοηγό μας να ξεφύγουμε από το βλέμμα του Ιάπωνα που βρισκόταν περίπου στην μέση του γκρουπ και γκρίνιαζε όταν άνοιγε πολύ το γκάζι, βρήκαμε την ευκαιρία σε ορισμένα σημεία να εστιάσουμε στην ουσία του SV-7GX. 

Προερχόμενος από την προσωπική φρουρά του Γάλλου Προέδρου, υπηρετώντας 5 ή 7 διαφορετικούς στην διάρκεια της θητείας του που έληξε πριν λίγα χρόνια, ο πλοηγός μας δεν είχε κανένα πρόβλημα να πάρει όλο το γκάζι, αλλά ταυτόχρονα έχει μάθει να ακολουθεί και εντολές άνωθεν. Εξηγώντας στον Ιάπωνα πως δεν γίνεται να μην δούμε τα όρια της μοτοσυκλέτας αν δεν πάρουμε το ελάχιστο ρίσκο που απαιτεί το επάγγελμα, εξαφανιστήκαμε εμπρός σε λίγα σημεία όπου έλαμψε η διάρκεια αυτού του κινητήρα και η ελεγχόμενη ακαμψία του πλαισίου. Ήταν επίσης τα μόνα σημεία που μου έλειψε μία καλύτερη ανάρτηση εμπρός, αλλά μόνο ως αίσθηση κατά των διαδοχικών στροφών με απότομες εναλλαγές κλίσης. Δεν με περιόρισε πουθενά, ούτε χρειάστηκε να κλείσω το γκάζι εξαιτίας του συμβατικού πιρουνιού. Ενδεχομένως όμως σε χειρότερη άσφαλτο η τροχοπέδη αυτή να εμφανιστεί. Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για έναν ρυθμό οδήγησης που αρχίζει να ξεφεύγει από την στόχευση του SV-7GX και να πλησιάζει τις δυνατότητες του GSX-S1000GX. Μία μοτοσυκλέτα με την ευελιξία του 7GX και πιο κοντά στο γκάζι του 1000GX θα ξέφευγε και σε τιμή, οπότε η Suzuki τράβηξε την γραμμή στοχευμένα και δημιούργησε κάτι νέο, από μία μοτοσυκλέτα με μεγάλη παράδοση και αποδεδειγμένη αξιοπιστία, περικλείοντας ένα αρκετά μεγάλο σύνολο αναβατών. Όλους όχι, κανένας άλλωστε δεν στοχεύει σε όλους ανεξαιρέτως…

Εξοπλισμός Αναβάτη
Κράνος: Shoei NXR2 (Τζωρτζόπουλος)
Μπουφάν: IXS Tourster STX 1.0 (Τζωρτόπουλος)
Παντελόνι: IXS (Τζωρτόπουλος)
Γάντια: Nordcode (MotoMarket)
Μπότες: Forma (Moto Market) 

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Μοντέλο:

Suzuki SV-7GX

Αντιπρόσωπος:

ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ ΑΕΒΕΕ

Τιμή:

8.295 ευρώ

Εγγύηση:

6 χρόνια

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΚΙΤΣΟ

Μήκος (mm):

2.160

Ύψος (mm):

1.295

Μεταξόνιο (mm):

1.445

Απόσταση από το έδαφος (mm):

135

Ύψος σέλας (mm):

795

Ίχνος (mm):

106

Γωνία κάστερ (˚):

25

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Ατσάλινο χωροδικτύωμα, ατσάλινο ψαλίδι

Πλάτος (mm):

910

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

- / 211

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, υγρόψυκτος V2 90 μοιρών με 2ΕΕΚ, 4 β/κ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

81 x 62

Χωρητικότητα (cc):

645

Σχέση συμπίεσης:

11,2:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

72,4 / 8.500

Ροπή (kgm/rpm):

6,53 / 6.800

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

112,24

Τροφοδοσία:

RBW ψεκασμός

Σύστημα εξαγωγής:

2 σε 1

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός, πολύδισκος

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια /2.088

Τελική μετάδοση / σχέση:

Αλυσίδα, γρανάζια /3.066

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Τηλεσκοπικό πιρούνι

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

125/41

Ρυθμίσεις:

Καμία

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

17’’ χυτή αλουμινίου

Ελαστικό:

120/70-17 Pirelli Angel GT II

ΦΡΕΝΟ

Δίσκοι 290mm με δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων και ABS

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Αμορτισέρ με μοχλικό

Διαδρομή (mm):

129

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου σε 7 θέσεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

17’’ χυτή αλουμινίου

Ελαστικό:

190/55-17 Pirelli Angel GT II

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 240mm με δαγκάνα δύο εμβόλων

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Έγχρωμη TFT οθόνη 4,2 ιντσών με δυνατότητα συνδεσιμότητας, ενδείξεις για στροφόμετρο, ταχύμετρο, ένδειξη επιλεγμένης σχέσης, αυτονομία, θερμοκρασία λειτουργίας, περιβάλλοντος, μέση και στιγμιαία κατανάλωση, ρολόι και πλήρεις ενδεικτικές λυχνίες. Full LED φώτα, τρία Riding Modes (Active, Basic, Comfort), traction control, ABS, quickshifter, χούφτες, σχάρα με χειρολαβές συνεπιβάτη, θύρα USB-C, πλαϊνό σταντ.

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

17,4 / -

 

Yamaha Scooters - Παρουσίαση γκάμας

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

20/9/2016

Αν κάτι χαρακτηρίζει την γκάμα των scooters της Yamaha είναι η πληρότητα των εναλλακτικών και οι ολοκληρωμένες, ξεχωριστές και εξειδικευμένες προτάσεις για κάθε ανάγκη και προσδοκία. Μετά και τις περσινές προσθήκες και βελτιώσεις, πλέον η παρουσία της εταιρείας δηλώνεται δυναμικά σε κάθε κατηγορία, διαθέτοντας συγκεκριμένες και ελκυστικές προτάσεις που συνδυάζουν στοιχεία από όλους τους κόσμους

 

"ΜΑΧ" Family

Οι έννοιες scooter και σπορ συμπεριφορά με επιδόσεις είναι πλέον έννοιες ταυτόσημες, χάρη στην παράδοση της οικογένειας "ΜΑΧ" που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Η "ΜΑΧ" οικογένεια της Yamaha επιβεβαιώνει ότι αυτοί οι δύο κόσμοι μπορούν να συνυπάρξουν και το αποτέλεσμα να είναι συναρπαστικό.

ΤΜΑΧ

Σημείο αναφοράς

Μετά από 15 χρόνια από την πρώτη παρουσίασή του στην παγκόσμια αγορά, το ΤΜΑΧ εξακολουθεί να αποτελεί το σημείο αναφοράς για την κατηγορία Mega-Scooters, καθιστώντας το ως το scooter που όλοι θέλουν να ξεπεράσουν. Είναι ακόμη αυτό που καταγράφει εντυπωσιακά νούμερα μέχρι τώρα στις αγορές παγκοσμίως, με πάνω από 200.000 μονάδες να συντροφεύουν αντίστοιχους αναβάτες σε όλο τον κόσμο.

Την περασμένη χρονιά, το εργοστάσιο προχώρησε σε ανανεωτικές πινελιές, κυρίως σχεδιαστικές, που συμπεριλαμβάνουν όμως τις αναρτήσεις και τα φρένα. Ο νέος σχεδιασμός του μπροστινού μέρους με τους δύο δίδυμους προβολείς Led –οι οποίοι αποτελούν και ορόσημο, καθώς για πρώτη φορά τοποθετήθηκαν στο ΤΜΑΧ- σε συνδυασμό με το εντυπωσιακής σχεδίασης μπροστινό φτερό, προσφέρει μια πιο επιθετική εμφάνιση, ενώ μια σημαντική λεπτομέρεια είναι και το διαφορετικό ύψος των καθρεφτών που βοηθά στους ελιγμούς ανάμεσα στα αυτοκίνητα.

Το νέο ανεστραμμένο πιρούνι των 41 χιλιοστών κάνει την διαφορά στην συμπεριφορά του ΤΜΑΧ, καθώς και οι ακτινικές δαγκάνες στα φρένα, που κι αυτές τοποθετήθηκαν για πρώτη φορά σε scooter της εταιρείας, ανεβάζοντας σημαντικά τόσο το επίπεδο της άνεσης και της συμπεριφοράς όσο και της ασφάλειας.

Το σημαντικότερο όμως στοιχείο που χαρίζει στο ΤΜΑΧ την εξαιρετική οδηγική του ποιότητα, είναι αυτό που το έκανε να ξεχωρίζει από την πρώτη στιγμή που παρουσιάστηκε και αυτό που προσπάθησαν να μιμηθούν οι ανταγωνιστές του. Το ΤΜΑΧ ήταν το πρώτο scooter, ανεξαρτήτου κατηγορίας, που διέθετε –και εξακολουθεί να διαθέτει- ξεχωριστό ψαλίδι και τον κινητήρα τοποθετημένο ανάμεσα στο πλαίσιο. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο η συμπεριφορά του είναι ό,τι πιο κοντά υπάρχει σε μοτοσυκλέτα, που σε συνδυασμό με τα μοναδικά χαρακτηριστικά της γεωμετρίας του προσφέρουν στον αναβάτη μια ενιαία αίσθηση και απόλυτη πληροφόρηση της κινητικής του κατάστασης.

Τα αναλογικά όργανα –που αποτέλεσαν και πηγή έμπνευσης για όλη την οικογένεια- προσφέρουν πληρέστατες πληροφορίες και παραμένουν ευανάγνωστα και εντυπωσιακά, ενώ από το 2015 έχει προστεθεί στον στάνταρ εξοπλισμό του ΤΜΑΧ το σύστημα Smartkey. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα σύστημα που επιτρέπει τη λειτουργία του ΤΜΑΧ χωρίς να βρίσκεται το κλειδί πάνω στο διακόπτη, ενώ μπορεί να ελέγξει από απόσταση το κεντρικό κλείδωμα και το immobilizer.

Το ΤΜΑΧ με αναβαθμισμένο πλέον ρόλο, αποτελεί μια από τις πιο ελκυστικές επιλογές, ακόμη και για την κατηγορία Α2 των αδειών οδήγησης.

 

Αριστερά κάτω από το τιμόνι, το ΤΜΑΧ διαθέτει θύρα usb, ιδιαίτερα χρήσιμη για φόρτιση ηλεκτρονικών συσκευών

 

Χάρη στην τεχνολογία Smartkey, το κλειδί του ΤΜΑΧ δεν χρειάζεται να βρίσκεται πάνω στο διακόπτη και όλες οι λειτουργίες γίνονται μέσω των κουμπιών που βρίσκονται κάτω από το τιμόνι

 

Τα όργανα του ΤΜΑΧ παραμένουν ως είχαν, αφού αποτελούν και πηγή έμπνευσης για ολόκληρη σχεδόν την οικογένεια "ΜΑΧ"

 

Η έκδοση LUX MAX είναι μια πιο πολυτελής έκδοση του ΤΜΑΧ και διαθέτει γυαλιστερή γκρι βαφή, ξεχωριστό σχεδιασμό της σέλας, αλουμινένιες πλάκες στο σημείο που πατούν τα πόδια, πλαίσιο από χρώμιο γύρω από τα όργανα και φυσικά το λογότυπο LUX MAX στα πλαστικά του

 

Βαμμένη με μια ιδιαίτερη μαύρη βαφή που χαρίζει μια "ρευστότητα" στο σχήμα του ΤΜΑΧ, η έκδοση IRON MAX, που ήταν και η best seller έκδοση για το ΤΜΑΧ, δέχθηκε αρκετές αναβαθμίσεις για το 2016. Οι τροχοί είναι βαμμένοι χρυσαφί, όπως και το λογότυπου ΤΜΑΧ, ενώ μαύρα είναι βαμμένα το πλαστικό σε σχήμα boomerang στο πλάι όπως και το εσωτερικό τμήμα του ρύγχους. Η ειδικά σχεδιασμένη σέλα, τα μεταλλικά τμήματα στην ποδιά και το μεταλλικό τελείωμα γύρω από τα όργανα, παρέμειναν ως είχαν από το προηγούμενο μοντέλο

 

ΧΜΑΧ 400

Ο ορισμός του ολοκληρωμένου

Το ΧΜΑΧ 400, από τότε που παρουσιάστηκε, προσέφερε ουσιαστικά αυτό που ζητούσε επίμονα μια μεγάλη μερίδα του κοινού η οποία ήθελε καλύτερες επιδόσεις, με μικρές διαστάσεις για πρακτικότητα, αλλά και σπορ σχεδίαση που αποτελεί σήμα κατατεθέν της οικογένειας των "ΜΑΧ" της Yamaha. Ένας δυνατός κινητήρας 400 κυβικών συνδυασμένος με ένα ελαφρύ πλαίσιο, με αποτέλεσμα ένα scooter υψηλών επιδόσεων το οποίο όμως διαθέτει την ευελιξία ενός 250! Πρόκειται για ένα scooter που έχει δημιουργηθεί με γνώμονα τις πραγματικές, καθημερινές συνθήκες αλλά ταυτόχρονα διαθέτει ιδιαίτερα αξιόλογες τουριστικές δυνατότητες, που αντίστοιχες μπορεί να βρει κανείς μόνο σε μεγαλύτερες μοτοσυκλέτες. Διαθέτει έντονα την οικογενειακή ταυτότητα της σειράς "ΜΑΧ", ενώ έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην άνεση, τόσο για την καθημερινή μετακίνηση όσο και για το ταξίδι. Διαθέτει επίσης υψηλή ποιότητα φινιρίσματος και υλικών, η οποία αντλεί έμπνευση από το χώρο των πολυτελών αυτοκινήτων.

Ο μονοκύλινδρος κινητήρας των 400 κυβικών, παράγει 54% περισσότερη δύναμη και 60% περισσότερη ροπή από τον κινητήρα του XMAX 250, χαρίζοντας στο ΧΜΑΧ 400 επιδόσεις και δυνατότητες για ένα ακόμη μεγαλύτερο εύρος χρήσης και απόλαυσης.

 

Ο χώρος κάτω από τη σέλα του ΧΜΑΧ 400 είναι ευρύχωρος και χωρά δύο full face κράνη ή ένα full face κράνος μαζί με αδιάβροχα και ένα μικρό σακίδιο

 

Τα αναδιπλούμενα μαρσπιέ για τον συνεπιβάτη είναι ένα μικρό δείγμα της ποιότητας και της προσοχής στο σχεδιασμό που έχει δοθεί για το ΧΜΑΧ 400

H IRON MAX για το ΧΜΑΧ 400 αντλεί την έμπνευσή της από την αντίστοιχη έκδοση του ΤΜΑΧ, με μαύρη βαφή, μεταλλικά τμήματα στην ποδιά και μεταλλικό πλαίσιο στα όργανα και ένα μοναδικό "dark" στιλ για όσους ψάχνουν κάτι διαφορετικό

 

ΧΜΑΧ 250

Σπορ λειτουργικότητα

Το ΧΜΑΧ 250 είναι ίσως από τα πιο πολυμορφικά και πολυδιάστατα scooter της Yamaha. Οι ανανεωτικές πινελιές που δέχτηκε πριν από δύο χρόνια εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να τονίζουν τα δυνατά του σημεία – που δεν είναι άλλα από την σπορ συμπεριφορά και την πρακτικότητα- ακολουθώντας τα χνάρια του ΧΜΑΧ 400.

Ένα από τα σημαντικά προτερήματά του είναι ο μεγάλος αποθηκευτικός χώρος κάτω από τη σέλα, ο οποίος μπορεί να φιλοξενήσει δύο full-face κράνη, ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο για την κατηγορία των scooter που βρίσκεται ψηλά στην ιεράρχηση της κλίμακας αξιολόγησης των υποψηφίων αγοραστών, ενώ και η άνεση βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα χάρη στις ρυθμιζόμενες αναρτήσεις. Προσφέρει εξαιρετική προστασία από τον αέρα στον αναβάτη του, ενώ η σέλα του παρέχει πολύ καλή στήριξη στη μέση χάρη στο ενσωματωμένο "μαξιλάρι" στο πίσω μέρος. Ουσιαστικά, τονίζει και παρέχει σε… υπερθετικό βαθμό όλες εκείνες τις αρετές που κάνουν ελκυστική σε μεγάλη μερίδα του κοινού την επιλογή ενός scooter.

Το Χ-ΜΑΧ 250 ακολουθεί πλέον ένα πιο επιτυχημένο μονοπάτι, όντας μια από τις πιο ολοκληρωμένες λύσεις στην κατηγορία των μεσαίων κυβικών, κάτι άλλωστε που το επιβεβαιώνει και η εξαιρετικά επιτυχημένη ως τώρα πορεία του στην παγκόσμια και την εγχώρια αγορά.

 

----------------------------

Tricity

Η εναλλακτική προσέγγιση

Ο όρος "New Mobility", που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει "νέοι δρόμοι στην μετακίνηση", έχει γίνει πια συνώνυμο της φιλοσοφίας της Yamaha, που έδωσε ως αποτέλεσμα την κατασκευή του Tricity, του scooter με τους τρεις τροχούς που παρουσιάστηκε πέρσι για πρώτη φορά. Δεν ήταν, φυσικά, ένα concept που το βλέπαμε για πρώτη φορά, αλλά η στην περίπτωση της Yamaha έχουν εξελιχθεί σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν την πρακτική πλευρά του θέματος, όπως το μικρό βάρος, η απλότητα της κατασκευής, η σπορ συμπεριφορά, η ευελιξία και η ευκολία χρήσης.

Το σύστημα για τους δύο τροχούς μπροστά (LMW), έχει σχεδιαστεί από την ίδια την Yamaha με στόχο την σταθερότητα σε συνδυασμό με την ευελιξία και την σπορ συμπεριφορά. Πρόκειται για έναν παραλληλόγραμμο σύνδεσμο που είναι συνδεδεμένος με το μπροστινό τμήμα του πλαισίου και επιτρέπει στους μπροστινούς τροχούς να πλαγιάζουν, διατηρώντας πάντα την μεταξύ τους απόσταση σταθερή. Έτσι, καταφέρνει να μεταφέρει διαρκώς την αίσθηση ότι ο αναβάτης οδηγεί ένα συμβατικό scooter με δύο τροχούς. Το σύστημα επίσης χρησιμοποιεί μια μπροστινή ανάρτηση που διαθέτει δύο καλάμια για τον κάθε τροχό, καθώς το ένα παίζει ρόλο του οδηγού και το άλλο της ανάρτησης που λειτουργούν ανεξάρτητα για τον κάθε τροχό αντίστοιχα.

Οι δύο μπροστινοί τροχοί έχουν διάμετρο 14'', που διασφαλίζουν ότι το Tricity δεν θα αντιμετωπίσει πρόβλημα, ανεξάρτητα από την κατάσταση του οδοστρώματος, ενώ πίσω διαθέτει έναν τροχό 12''. Όπως εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς, η αποτελεσματικότητα του συστήματος αποκτά επιπλέον βάρος σε δρόμους όπως του ελληνικού οδικού δικτύου, με τις λακκούβες να αποτελούν μια μόνιμη πηγή ταλαιπωρίας και κινδύνου για τους μοτοσυκλετιστές. Με το σύστημα όμως του Tricity, ακόμη κι αν ο ένας τροχός πέσει μέσα στη λακκούβα, ο δεύτερος μπροστινός τροχός δίνει τη δυνατότητα να συνεχιστεί απρόσκοπτα η πορεία του σκούτερ, χωρίς να διαταραχθεί η ισορροπία του ή η κατευθυντικότητά του.

Ένα από τα σημαντικά χαρακτηριστικά του Tricity είναι και το συνδυασμένο σύστημα φρένων που διαθέτει (UBS), καθώς όταν ασκηθεί πίεση στην μανέτα του πίσω φρένου, ενεργοποιούνται και οι δαγκάνες των μπροστινών φρένων με τους δίσκους των 220mm, προσφέροντας μια ισορροπημένη συμπεριφορά κατά το φρενάρισμα.

Ο κινητήρας του Tricity είναι ένα τετράχρονος, υγρόψυκτος, μονοκύλινδρος των 125 κυβικών, με έμφαση στην παροχή δύναμης και ροπής από τις πολύ χαμηλές στροφές, με απόδοση 11 ίππων. Ο κύλινδρος έχει χυτευθεί με τεχνολογία που έχει εξελίξει η Yamaha και δεν διαθέτει χιτώνιο, διατηρώντας το βάρος χαμηλά, ενώ παράλληλα επιτυγχάνει και την βέλτιστη κατανομή της θερμότητας.

Το βάρος του τρίτροχου scooter της Yamaha ανέρχεται μόλις στα 152 κιλά με την κατανομή του να βρίσκεται στο ιδανικό 50-50%, ενώ έχει γίνει μεγάλη προσπάθεια στον να είναι συγκεντρωμένες οι μάζες κοντά στο κέντρο βάρους του Tricity, ούτως ώστε να είναι απόλυτα ουδέτερη η συμπεριφορά του στο δρόμο.

Προσοχή έχει δοθεί και στον συνολικό σχεδιασμό, με φουτουριστικές γραμμές αλλά και πρακτικές προεκτάσεις, όπως το αντιολισθητικό κάλυμμα της σέλας και ο επίπεδος χώρος πίσω από την ποδιά για τα πόδια. Για να τονιστεί και η τεχνολογική πλευρά του χαρακτήρα του, το Tricity διαθέτει οθόνη LCD για τα όργανα και Led φώτα πορείας όσο και για το πίσω φανάρι.

 

Παρά τις μικρές διαστάσεις του, κάτω από τη σέλα του Tricity χωρά άνετα ένα full face κράνος

 

Ψηφιακά, μοντέρνα και ευανάγνωστα τα όργανα του Tricity, προσφέρουν κάθε χρήσιμη πληροφορία στον αναβάτη του

 

----------------------------------------------------------------------------

ΝΜΑΧ

Αστικό "όπλο"

Το NMAX αποτελεί την πιο πρόσφατη πρόταση της Yamaha στην κατηγορία των Urban scooters, αυτών δηλαδή που προσανατολίζονται αποκλειστικά στην χρήση εντός των τειχών της πόλης. Στόχος του NMAX, είναι οι νέοι –και όχι μόνο- και δραστήριοι αναβάτες που αναζητούν γρήγορες λύσεις για μετακίνηση μέσα στην πόλη. Για να δελεάσει λοιπόν ένα τέτοιο απαιτητικό κοινό, το ΝΜΑΧ προσφέρει στιλ, πρακτικότητα, άνεση και ευκολία στην οδήγηση.

Ο σχεδιασμός των πλαστικών του αντλεί έμπνευση από την "ΜΑΧ" Family, με τα πλαϊνά τμήματα σχήματος "boomerang", που του προσδίδει μια αεροδυναμική μορφή σα να βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση, ακόμη και όταν είναι σταματημένο. Παράλληλα, προσφέρει μεγάλους χώρους για τα πόδια του αναβάτη, δίνοντάς την επιλογή μάλιστα για παραπάνω από μία θέσεις. Το ίδιο επίπεδο άνεσης παρέχεται και στον συνεπιβάτη, ο οποίος κάθεται λίγο ψηλότερα , ενώ υπάρχει η χειρολαβή πίσω από τη σέλα για την στήριξή του και τα πολύ φαρδιά μαρσπιέ που αποτρέπουν την στενή επαφή με τα πόδια του αναβάτη, ένα σημαντικό στοιχείο για όσους αναμετρώνται καθημερινά με το "τέρας" της κίνησης και τους συνεχείς ελιγμούς ανάμεσα στα σταματημένα αυτοκίνητα.

Κάτω από τη σέλα υπάρχει χώρος για ένα full face κράνος και μικροαντικείμενα, ενώ δεν θα μπορούσαν να λείψουν από το ΝΜΑΧ η full LCD οθόνη για τις ενδείξεις και τα Led φώτα θέσης εμπρός και για το πίσω φανάρι.

Ο κινητήρας του ΝΜΑΧ είναι τετράχρονος, υγρόψυκτος, μονοκύλινδρος, με 125 κυβικά και έχει σχεδιαστεί βάσει της φιλοσοφίας "Blue Core" της Yamaha, η οποία πρεσβεύει μια νέα γενιά μικρών κινητήρων που προσφέρουν οδηγική απόλαυση ταυτόχρονα με οικονομία καυσίμου και περιβαλλοντική ευαισθησία. Μάλιστα, είναι ο πρώτος κινητήρας scooter της Yamaha ο οποίος διαθέτει τετραβάλβιδη κεφαλή και όχι μόνο. Διαθέτει επίσης το σύστημα VVA, το οποίο ενεργοποιεί ή απενεργοποιεί τις δύο από τις τέσσερις βλαβίδες, ανάλογα με τις στροφές του κινητήρα, μέσω ενός μηχανισμού που δρα πάνω στα διαφορετικά έκκεντρα του εκκεντροφόρου. Έτσι επιτυγχάνει την βέλτιστη πλήρωση και καύση ανάλογα με τις συνθήκες, επιδρώντας παράλληλα και στην κατανάλωση. Τα 2,6 λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα που μετρήθηκαν σε πραγματικές συνθήκες δοκιμής στην Ελλάδα, είναι αν μη τι άλλο ένα εντυπωσιακό νούμερο, δίνοντας μάλιστα αυτονομία της τάξης των 253,8 χιλιομέτρων, χάρη στο ρεζερβουάρ χωρητικότητας 6,6 λίτρων. Μεγάλη προσοχή δόθηκε επίσης και στην μείωση των απωλειών, με την offset τοποθέτηση του κυλίνδρου και με την DiASil επίστρωση στο εσωτερικό του, ώστε να μειωθούν στο ελάχιστο οι τριβές. Όλα τα παραπάνω έχουν σαν αποτέλεσμα τις εκπληκτικές, για την κατηγορία, επιδόσεις του ΝΜΑΧ, οι οποίες μπορούν να συγκριθούν μόνο με τις αντίστοιχες των μεγαλύτερων σκούτερ των 150 κυβικών.

Το πλαίσιο του NMAX είναι κατασκευασμένο από ατσάλινους σωλήνες μικρής διατομής για λιγότερο βάρος, αλλά με υψηλά ποσοστά ακαμψίας, ώστε να παρέχει την μέγιστη δυνατή πληροφόρηση στον αναβάτη και να ανταποκρίνεται χωρίς πρόβλημα στη σβέλτη οδήγηση. Οι βάσεις του κινητήρα είναι ελαστικές για μείωση των κραδασμών, ενώ στο κεντρικό του τμήμα φιλοξενείται το ρεζερβουάρ.

Το ΝΜΑΧ είναι επίσης το πρώτο scooter της κατηγορίας που διαθέτει το ABS στον στάνταρ εξοπλισμό του, το οποίο και συνδυάζει με δύο δισκόφρενα των 230mm, εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Οι τροχοί του έχουν διάσταση 13 ιντσών, ενώ την πίσω ανάρτηση έχουν αναλάβει δύο αμορτισέρ που δίνουν διαδρομή 90 χιλιοστών.

Το νέο scooter της Yamaha είναι ένα πάντρεμα διαφορετικών κόσμων, πρεσβεύοντας σε ολόκληρη την κατασκευή του τον συνδυασμό φαινομενικά ασυνδύαστων δυνατοτήτων -όπως τις μικρές εξωτερικές διαστάσεις και το χαμηλό βάρος με την πλούσια άνεση και την ευρυχωρία των αποθηκευτικών χώρων- που φιλοδοξεί να αποτελέσει και το νέο σημείο αναφοράς για την κατηγορία των 125 κυβικά.

 

Ο σχεδιασμός του μπροστινού μέρους του ΝΜΑΧ έγινε με γνώμονα την οικογενειακή ταυτότητα των "ΜΑΧ", έτσι ώστε να θυμίζει οπτικά την σπορ σειρά των scooter της Yamaha

Κομψή και λειτουργικά προσεγμένη η σχεδίαση του ΝΜΑΧ και ο χώρος πίσω από την ποδιά, με πρακτικές θήκες κάτω από το τιμόνι, χώρο για τα πόδια του αναβάτη και ψηφιακά όργανα

 

Παρά τις μικρές διαστάσεις του, η σέλα του ΝΜΑΧ προσφέρει απλόχερα άνεση σε αναβάτη και συνεπιβάτη, χάρη στην ευρύχωρη σέλα του και το μπόλικο αφρώδες που διαθέτει