Suzuki SV-7GX: Το οδηγούμε στη Γαλλία - Το SV επέστρεψε Sport Touring!

Made in Japan, δοκιμασμένο πλαίσιο και αναρτήσεις - 74,8 ίπποι από τον αθάνατο V2
Παρουσίαση Suzuki SV-7GX Αποστολή στη Γαλλία
Από το

motomag

26/8/2026

Περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η καταγωγή της μοτοσυκλέτας, ιδιαίτερα σε αυτή την κατηγορία, γίνεται από μόνης λόγος επιλογής. Πάνω σε αυτό πάτησε η Suzuki για να αναστήσει μία μοτοσυκλέτα που είχε στείλει στον κάδο ανακύκλωσης, δίχως να κάνει πολλά περισσότερα. Υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, αυτό ήταν αρκετό, εδώ που έχουμε φτάσει!

Του Θάνου-Αμβροσιάδη Φελούκα | Φωτογραφίες: Suzuki France

Η Suzuki άνοιξε το μαγικό βαλιτσάκι της, εκεί όπου ρίχνει κάθε μοντέλο που τελειώνει την καριέρα του, και έβγαλε το SV650, μαζί και δύο σχεδιαστές που αγνοούνταν από την εποχή της Hayabusa, γεννώντας έτσι ένα νέο μοντέλο που ουδεμία μεγάλη διαφορά δεν έχει από το SV650. Από όλους τους Ιάπωνες κατασκευαστές, μόνο η Suzuki έχει ένα τέτοιο μαγικό βαλιτσάκι για να σβήνει μοντέλα, χωρίς όμως ποτέ να γίνεται οριστική διαγραφή. Ανά πάσα ώρα και στιγμή γίνεται ανάκτηση, όπως αποδεικνύεται στην προκειμένη περίπτωση. Μεταλλάσσοντας τα V-Strom από μοτοσυκλέτες με τον αειθαλή V2 κινητήρα σε νέα τελείως μοντέλα με δικύλινδρο εν σειρά, το τμήμα marketing, δηλαδή οι Ιάπωνες στο διπλανό γραφείο από το μονίμως άδειο τμήμα σχεδιασμού, έσπασαν το κεφάλι τους να βρουν με ποιον τρόπο θα κρατήσουν το όνομα. Η Suzuki είναι η μόνη εταιρεία από τις τέσσερις στην Ιαπωνία που δεν έχει γραφείο στην Ευρώπη, άρα ούτε και τμήμα marketing στελεχωμένο με Ευρωπαίους για την αγορά εδώ, που είναι η πιο απαιτητική και η πιο δύσκολη αγορά μοτοσυκλέτας στον κόσμο. Τελικά αποφάσισαν πως τα νέα V-Strom θα εκφράζουν το Versatility της εταιρείας και έτσι το V παρέμεινε. Σημειώστε επίσης πως το Versatility πράγματι εκφράζει τα V-Strom σε καμία περίπτωση όμως δεν εκφράζει τη Suzuki ως εταιρεία που έχει τις μεγαλύτερες αγκυλώσεις από τους τέσσερις εκ Ιαπωνίας μεριά. Κομμάτι όμως των αγκυλώσεων αυτών είναι η πραγματική αιτία για την τεράστια αξιοπιστία τους, που αυτή την στιγμή ξεπερνά με μεγάλη διαφορά όλους τους υπόλοιπους. Μπορώ να ισχυριστώ, πως με βάση τα δικά μας στοιχεία στο MOTO, εδώ και 41 χρόνια, ότι αυτή την στιγμή η Suzuki είναι η πιο αξιόπιστη μάρκα μοτοσυκλέτας σε ολόκληρο τον κόσμο, έχοντας ξεπεράσει κατά πολύ την Honda αλλά και την Yamaha. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η Honda έχει πολλαπλάσιες πωλήσεις από την Suzuki παγκοσμίως, αλλά ακόμη και αναλογικά η Suzuki κερδίζει με διαφορά. Ας μην ξεχνάμε επίσης πως στο μεταξύ είναι η Νο.1 εταιρεία της Κίνας σε πωλήσεις, καθώς εδώ και 20 χρόνια ακριβώς, έχει κοινοπραξία με την Haojue από όπου μας είχε έρθει το υπέροχο V-Strom 250.

Για εμένα προσωπικά το μικρό V-Strom που ήταν το πρώτο με λάθος όνομα, (τώρα είναι όλα τους) θα είναι για πάντα ο ορισμός του “δεν σπάει”, έχοντας υπάρξει το μόνο που μου αντιστάθηκε. Το βάλαμε να γράψει 1.200 χιλιόμετρα με στάσεις μόνο για βενζίνη και σε κάθε ευθεία, που δεν ήταν λίγες από Αθήνα μέχρι Βουκουρέστι, έκανε αυστηρό slipstreaming κόβοντάς του τον αέρα. Κοίταζα μέσα στο τελικό της εξάτμισης και έβλεπα σκέτη λάβα περίπου στις 8 το βράδυ που είχε σκοτεινιάσει, κι ενώ είχαμε μπροστά μας ακόμη τριακόσια χιλιόμετρα που φυσικά τα έβγαλε με τον ίδιο τρόπο. Δεν είναι δηλαδή μόνο το “Made in Japan” εκείνο που χαρακτηρίζει την Suzuki ως αξιόπιστη, αλλά ακόμη καλύτερα την ακολουθεί και στα υπόλοιπα εργοστάσιά της ανά τον κόσμο. Για αυτό κατάφερε να κερδίσει την μεγαλύτερη -τότε- αγορά του κόσμου και τον απαιτητικό σε θέματα αξιοπιστίας Κινέζο εργαζόμενο, που επέλεξε κάποιο από τα δίκυκλά της ως το μοναδικό όχημα για όλη την οικογένεια. Πλέον ο ίδιος Κινέζος είναι σε θέση να έχει και δεύτερο αυτοκίνητο σε μία τεράστια κοινωνική αλλαγή που έγινε μέσα σε μία γενιά και δεν χρειάστηκε 2-3, όπως σε άλλες χώρες, για αυτόν και δεν ξεχνά εύκολα από που ξεκίνησε. Ακόμη και κοντή μνήμη να έχει όμως κάποιος που το βιοτικό του επίπεδο ανέβηκε 4 φορές στη διάρκεια της ζωής του, δύσκολα θα ξεχάσει πως το πρώτο σκούτερ που κατασκευάστηκε στην Κίνα ήταν της Suzuki, το Mulan 50 το μακρινό 1987 στην πρώτη κοινοπραξία που έκαναν τότε οι Ιάπωνες. Αυτό το σκούτερ έκανε δεκάδες εκατομμύρια πωλήσεων και εξακολουθεί να υπάρχει και τώρα, 8 γενιές μοντέλων μετά!

Το παράδειγμα με τους Κινέζους είναι σκόπιμο γιατί αυτούς θέλουν να χτυπήσουν τώρα οι Ιάπωνες της Suzuki ανασταίνοντας το SV650 με την μορφή του SV-7GX. Επίσης η Yamaha άφησε κενό στην γκάμα αναβαθμίζοντας το Tracer7 οδηγικά αλλά και τιμολογιακά. Σε μία σπάνια στιγμή για την Suzuki, κατάφεραν να φτιάξουν και μία όμορφη μοτοσυκλέτα με σύγχρονη εμφάνιση, ακολουθώντας την σχεδιαστική γραμμή από το χιλιάρι ώστε να δημιουργήσουν οικογένεια crossover μοντέλων. Την σύγχρονη εμφάνιση εννοείται πως χαλά το συμβατικό πιρούνι. Εννοείται επίσης πως είναι λιγότεροι από όσους το σχολιάζουν αρνητικά, εκείνοι που θα μπορούσαν πραγματικά να αξιοποιήσουν μία καλύτερη ανάρτηση εμπρός. Αν πάντως το Tracer 7 της Yamaha δεν είχε ανανεωθεί, τότε το SV-7GX θα κέρδιζε την μεταξύ τους διαμάχη με ευκολία. Μέχρι να αλλάξει το Tracer 7, είχε δεχτεί και αυτό δριμεία κριτική για το συμβατικό του πιρούνι. Εμείς το είχαμε προχωρήσει φυσικά, λέγοντας πως το μόνο που χάνεται είναι η ενεργητική ασφάλεια σε περιπτώσεις ελιγμού αποφυγής κτλ διότι η υπόλοιπη μοτοσυκλέτα δεν υποστηρίζει την σπορ οδήγηση στον βαθμό που η εμπρός ανάρτηση γίνεται τροχοπέδη. Άρα και με καλύτερο πιρούνι εμπρός, δεν θα πήγαινε κανείς και πολύ πιο γρήγορα. Το SV-7GX όμως είναι μία άλλη περίπτωση γιατί πλαίσιο και κινητήρας υποστηρίζουν εύκολα τον πιο γρήγορο ρυθμό. Πίσω στο 2016, γράφαμε πως η ανάρτηση του SV650 είναι εξαιρετικά ποιοτική μπρος-πίσω, όπως και το πλαίσιο εκπληκτικό για τις ανάγκες μίας βολτάδικης μοτοσυκλέτας που εστιάζει και στην καθημερινή χρήση. Για τα δεδομένα του 2016 τα σχόλιά μας ήταν σωστά. Δέκα χρόνια μετά έχουμε το ίδιο πλαίσιο με τις ίδιες αναρτήσεις με λίγη περισσότερη δύναμη και διαφορετική στάση του σώματος επάνω τους. Τα πράγματα έχουν προχωρήσει εμπρός, όμως αυτό δεν σημαίνει πως το καλό του 2016 δεν έχει εφαρμογή στο σήμερα. Η χώρα μας ίδια έμεινε, δεν έλυσε κανένα από τα προβλήματα της, οπότε και οι δρόμοι ίδιοι είναι καθιστώντας αστείο να λέμε πως δεν επαρκούν οι ίδιες λύσεις. Άλλαξε όμως πολύ η κατηγορία και ακόμη περισσότερο η προσφορά που υπάρχει σε αυτή. Πριν από 10 χρόνια σχολιάζαμε στο MOTO την αλλαγή υλικών του SV650 για να παραμείνει μία προσιτή οικονομικά μοτοσυκλέτα διατηρώντας το Made in Japan. Δέκα χρόνια μετά το σχόλιο είναι πως χωρίς την παραμονή του σε αυτά, δεν θα μπορούσε να έχει αυτή την τιμή ή αυτή την προέλευση. Θα έπρεπε να χάσει ένα από τα δύο.

Suzuki SV7-GX - Αποστολή Γαλλία MOTO Magazine

Ναι, υπάρχουν αλλαγές για τεχνική ανάλυση
Υπάρχουν ορισμένες καίριες αλλαγές, κυρίως στην τροφοδοσία για βελτίωση της καύσης προς χάρη των νέων προδιαγραφών και φυσικά στην προσθήκη ηλεκτρονικών καθώς και οθόνης με δυνατότητα συνδεσιμότητας. Το τελευταίο αποτελεί ρηξικέλευθο βήμα για την Suzuki που στην εποχή μας μπορεί να την γλιτώσει αν δεν βάλει ανεστραμμένο πιρούνι, αλλά δεν έχει καμία τύχη χωρίς οθόνη με συνδεσιμότητα. Ανεξαρτήτως τι λέει κανείς στην παρέα του ή σχολιάζει στο ίντερνετ, το πρώτο πράγμα που κοιτά ένας ενδιαφερόμενος όταν πηγαίνει σε ένα μαγαζί, είναι η οθόνη που έχουν τα μοντέλα και οι επιλογές συνδεσιμότητας. Δύο είναι οι μεγάλες διαφορές του SV-7GX έναντι του SV650, ξεκινώντας από την αναπνοή του κινητήρα, όπου νέο τελείως είναι το φιλτροκούτι ενώ έχουν αλλάξει οι αυλοί της εισαγωγής. Έγιναν πιο κάθετοι και κόντυναν σε μήκος, ο εμπρός κατά 7% και ο πίσω κατά 5% για να επιταχύνουν την ροή του μίγματος προς τον θάλαμο καύσης. Αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στους ρύπους καθώς βελτιώνεται η καύση στον κινητήρα και αυξάνεται η ευστροφία του. Δεν θα το έκανε αυτό η Suzuki αν δεν είχε την γκιλοτίνα των νέων προδιαγραφών και για αυτό μπήκε δεύτερος λάμδα μετά τον συλλέκτη πριν το τελικό, για να κάνει έναν τελευταίο έλεγχο στους ρύπους και αντίστοιχα να επεμβαίνει. 

Η άλλη μεγάλη αλλαγή έρχεται με την ηλεκτρονική οδήγηση του γκαζιού που επιπρόσθετα απελευθερώνει τις πεταλούδες καθώς τώρα έχει κάθε μία το δικό της μοτεράκι και έτσι η ECU αποκτά ακριβέστερο έλεγχο σε κάθε κύλινδρο ξεχωριστά. Προηγουμένως οι πεταλούδες ήταν μηχανικά συνδεδεμένες. Με το ηλεκτρονικό γκάζι τα σώματα λειτουργούν πλέον ανεξάρτητα. 

Προσθέτοντας το quickshifter άλλαξε και ο μοχλός του λεβιέ που εξαιτίας του ήθελες περισσότερη δύναμη για τις αλλαγές, παρόλο που το κιβώτιο του SV ήταν πάντοτε άψογο για τα δεδομένα δικύλινδρης V-90 μοτοσυκλέτας. Η αμεσότητα που φέρνει το διπλής κατεύθυνσης quickshifter απαιτεί και μία μικρή αναπροσαρμογή στα γρανάζια του κιβωτίου. Η Suzuki δεν έκανε καμία αλλαγή στην αναλογία τους, όμως πείραξε τα δόντια εμπλοκής για να κομπλάρουν καλύτερα, τα έκανε πιο φαλτσοκομμένα ώστε να τραβά την ταχύτητα μέσα και να μην την πετά εύκολα, ιδιαίτερα όταν ο αναβάτης πατήσει μισό τον λεβιέ, ένα συνηθισμένο πρόβλημα με τα quickshifter. Όλες οι υπόλοιπες αλλαγές που έχει ο κινητήρας είναι τώρα στην ηλεκτρονική διαχείριση και σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις των ηλεκτρονικών βοηθημάτων. Πάντως για τον χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας και με την προσθήκη ηλεκτρονικής διαχείρισης του γκαζιού, είναι απλά λάθος να μην μπει cruise control καθώς είναι απλά λογισμικό στην ECU σε αυτό το στάδιο, χωρίς άλλες απαιτήσεις. 
Ευτυχώς έχει γίνει σωστός διαχωρισμός των συνολικά τριών χαρτογραφήσεων όπου αυτό οφείλεται και στην Akrapovic που ανέλαβε να φτιάξει την χαρτογράφηση του κινητήρα και για την εργοστασιακή εξάτμιση, όχι μόνο για το δικό της τελικό που δίνει πλέον στον πρόσθετο εξοπλισμό της μοτοσυκλέτας, κατόπιν της μεταξύ τους συμφωνίας. Η χαρτογράφηση Α έχει πιο απότομη απόκριση και φτάνει νωρίτερα στο τέρμα γκάζι, έχοντας κομμάτι της περιστροφής της γκαζιέρας σε πλάτωμα δύναμης. Η Β φτάνει στην ίδια ουσιαστικά ιπποδύναμη αλλά με διαφορετικό βήμα περιστροφής και έπειτα η C νιώθεις πως έφυγε ο ένας κύλινδρος τελείως, τόσο διαφορά έχει στο γκάζι με τη μέγιστη ισχύ να περιορίζεται στους 60 ίππους. Ο στόχος της τρίτης χαρτογράφησης είναι να μην χρειάζεται ούτε το traction control να εμπλακεί, και έτσι την χρησιμοποιείς μόνο σε συνθήκες μεγάλης μείωσης της πρόσφυσης. Επειδή ο έλεγχος της γκαζιέρας είναι εξαιρετικός χωρίς μπερδέματα, χωρίς εκπλήξεις με κορυφές και κοιλάδες, όσο γκάζι ζητήσεις, τόσο θα πάρεις. Ένας έμπειρος αναβάτης δεν θα αλλάξει ποτέ χαρτογράφηση, θα αφήσει απλά την Α και το γεγονός πως επιβραβεύεται το αυτονόητο είναι σημείο των καιρών με τα προβλήματα που έχουν επιστρέψει στη ζωή μας με τον ερχομό των Κινέζων. Οι οποίοι Κινέζοι αν δεν είχαν ρίξει τιμές και ανεβάσει την μπάρα της προσφοράς, δεν θα είχαμε και το SV-7GX στην γκάμα της Suzuki, για να μην ξεχνιόμαστε. 

Η απόκριση του νέου γκαζιού δουλεύει άψογα και μπορείς επίσης άμεσα να απενεργοποιείς και το traction control. Αν δεν το κάνεις πάλι μπορείς να ανοίξεις γενναία το γκάζι στις εξόδους όσο η μοτοσυκλέτα είναι υπό κλίση και δεν θα κόψει απότομα στην πρώτη σκάλα, την λιγότερο παρεμβατική. Ενεργεί στην τροφοδοσία πολύ ομαλά και ελεγχόμενα, αποτελώντας παράδειγμα για την κατηγορία αλλά έχει και εύκολη δουλειά ως σύστημα καθότι η απόδοση είναι εξαιρετικά γραμμική. Το quickshifter επιτρέπει κατέβασμα με πολλές στροφές, ώστε να έχεις φρένο κινητήρα στην είσοδο. Δεν είναι ένα στυλ οδήγησης για όλους, όμως είναι αυτό που χρησιμοποιούμε αρκετοί σε δημόσιους δρόμους με καλή άσφαλτο αξιοποιώντας την αδράνεια της μοτοσυκλέτας για να την σηκώσουμε στην έξοδο. Όσο πιο καλό είναι το quickshifter τόσο πιο άμεσα μπορείς να κάνεις τις αλλαγές αυτές και να πάρεις την πλέον σπορ συμπεριφορά από την μοτοσυκλέτα. Στην τεχνική ανάλυση ας βάλουμε και τον βάρους 500γρ κεντρικό LED προβολέα που έχει εσωτερικό ανακλαστήρα. 

Όπως συμβαίνει πάντα στις αποστολές, τα φώτα είναι κάτι για το οποίο ούτε γεύση δεν μπορεί να πάρει κανείς, μέχρι την δοκιμή σε ελληνικό έδαφος. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα φώτα που έρχονται από την Taiwan, όπως και η νέα οθόνη, ο προβολέας αυτός φτιάχνεται στην Ιαπωνία και ο στόχος είναι να περιορίζει την όχληση των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα, την ίδια στιγμή που μόλις η μοτοσυκλέτα πλαγιάσει, φωτίζει καλύτερα το εσωτερικό της στροφής. Επειδή δεν έχουμε εδώ πολύπλοκα κινούμενα τμήματα, η Suzuki έχει προσαρμόσει την βέλτιστη δέσμη για τις 30ο κλίσης, που σημαίνει πως στις μεταξύ 45 και 50 που είναι η σπορ οδήγηση πάλι φωτίζεις καλύτερα το εσωτερικό, απλά ενοχλείς περισσότερο τον απέναντι. Λογικά όμως θα διασταυρωθείτε και για πολύ μικρότερο χρόνο…

Suzuki SV7-GX - Αποστολή Γαλλία MOTO Magazine

Μιας και πιάσαμε την καταγωγή εξαρτημάτων, ο κινητήρας είναι 100% "Made in Japan", όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των υπόλοιπων εξαρτημάτων. Το πιρούνι έρχεται από την Ταϊλάνδη και η ζελατίνα από το Βιετνάμ ενώ οι ζάντες είναι κινέζικες, από τον ίδιο μάλιστα προμηθευτή που χρησιμοποιεί η Honda για το νέο CB1000GT. Οι Ιάπωνες της Suzuki δεν έκαναν κάποιο σχόλιο για αυτόν, όμως από την πλευρά της Honda μου είχαν πει πως είναι απίστευτο εργοστάσιο γιατί η ποιότητα είναι γιαπωνέζικη αλλά η τιμή ασυναγώνιστη και δεν αφήνει καμία επιλογή πλέον. Είχα ζητήσει διευκρίνηση μάλιστα για το θέμα της ποιότητας συγκριτικά με τις γιαπωνέζικες OEM ζάντες, γιατί τα αγγλικά τους καμιά φορά αλλοιώνουν τόσο πολύ το νόημα που καταλήγεις να μιλάς για διαφορετικό θέμα και η απάντηση που πήρα από την Honda ήταν “better, better”. Αφήνοντας έτσι ελάχιστο περιθώριο για παρερμηνείες. Αν αντιπαραβάλεις τώρα το γεγονός πως η Ducati Multistrada V4 που κοστίζει όσο τρία SV είναι 58% Made in Italy, τότε αντιλαμβάνεσαι πόσο αμελητέο είναι το ποσοστό εδώ.

Στον σχεδιασμό τους οι Ιάπωνες υπολόγισαν αναβάτη 1,75 μ. που είναι ήδη λάθος, όπως τους εξήγησα και εκεί γιατί ο μέσος όρος έχει ανέβει παγκοσμίως και δεν ισχύει πλέον η δικαιολογία πως βλέπουμε τις παγκόσμιες πωλήσεις. Οι υπόλοιποι κατασκευαστές φτιάχνουν την εργονομία για 1,80 και έπειτα στοχεύουν σε μικρό πλάτος της σέλας εμπρός για να πατούν κάτω ευκολότερα και οι πιο κοντοί αναβάτες. Ευτυχώς η crossover σχεδίαση του SV-7GX αφήνει πολλά περιθώρια και έτσι κάθεσαι άνετα έως το 1,85 χωρίς αλλαγή. Η σέλα έχει ήδη 10 χλστ. περισσότερο αφρώδες από πριν και 20 για τον αναβάτη. Υπάρχει και άλλη στον πρόσθετο εξοπλισμό που μεγαλώνει ακόμη περισσότερο την απόσταση μαρσπιέ-σέλα κατά 25 χλστ., ιδανική για τους πιο ψηλούς, ενώ βοηθά και στην άνεση σε μεγαλύτερες αποστάσεις. Συνδυασμένη με την ψηλότερη κατά 80 χλστ. ζελατίνα, η πρώτη εντύπωση είναι πως ακόμη και αναβάτες στο 1,90 θα βολευτούν στο SV-7GX, το οποίο παραμένει μία εξαιρετικά ευέλικτη μοτοσυκλέτα με φανταστική αμεσότητα στις μανούβρες.

Και έγινε crossover
Το τιμόνι έχει έρθει πιο μπροστά και πιο πάνω για να ισορροπήσει την αύξηση της απόστασης από τα μαρσπιέ που έχει το σώμα του αναβάτη και να τον τοποθετήσει σε πιο όρθια και άνετη στάση. Το τιμόνι δημιουργεί έναν σωστό μοχλό, χαρακτηριστική αλλαγή αυτή για την Suzuki τα τελευταία χρόνια, γιατί παλαιότερα ανάγκαζε τους αγκώνες να μετράνε πλευρά στις μανούβρες και με ένα δάχτυλο στο προοδευτικό φρένο και γραμμικότητα στην γκαζιέρα, έχεις τον απόλυτο έλεγχο σε κάθε μικρή κίνηση. Εμπρός έχουμε 125 χλστ. διαδρομής χωρίς καμία ρύθμιση και πίσω 129 χλστ. με 7 βήματα προφόρτισης και την εργοστασιακή ρύθμιση στη θέση 3. Ήθελα να φορτίσω λίγο περισσότερο τον εμπρός τροχό και θα έβαζα εύκολα το αμορτισέρ στην 5η θέση, αλλά για να εκτιμήσει κανείς την ποιότητα της ανάρτησης πρέπει να ανεβαίνει βήμα – βήμα. Αν ακούει από το πρώτο κλικ, τότε έχουμε μία ποιοτική ανάρτηση, όσο «απλή» και αν είναι στα χαρτιά ή εμφανισιακά.

Με το πρόσθετο κλικ στην προφόρτιση κέρδισα καλύτερη σταθερότητα στο άνοιγμα του γκαζιού στην έξοδο και είχα αμεσότερο φρενάρισμα στα πολύ δυνατά φρένα που πατάς μέσα στην στροφή από τις πρώτες μοίρες κλίσης. Αντίστοιχα και στην απελευθέρωση του φρένου το πιρούνι είχε καλύτερη επαναφορά. Σε ρυθμούς βόλτας η πλήρη απουσία ενοχλητικών κραδασμών και η συνέπεια στην ενιαία συμπεριφορά του συνόλου, χωρίς δηλώσεις αυτονομίας από επιμέρους τμήματα, επαναφέρουν στην κατηγορία κάτι που έχει χαθεί με την έλευση των κινέζικων εταιρειών. Κι αν αυτό φαίνεται αμυδρά κινούμενος βάση ορίων στους γαλλικούς δρόμους, λάμπει πλήρως μόλις ανοίξεις το γκάζι και κινηθείς σβέλτα. 

Suzuki SV7-GX - Αποστολή Γαλλία MOTO Magazine

Καταδικασμένο να δέχεται τον σχολιασμό για το συμβατικό πιρούνι και γιατί δεν έχει κάμερες, προβολάκια και άλλα μπλιμπλίκια, πέρα του cruise control που πραγματικά το μετράμε στις παραλείψεις, το SV-7GX θα περάσει απαρατήρητο από όποιον κοιτά τις μοτοσυκλέτες μέσα από λίστα Excell. Προσθέτοντας εξοπλισμό και εστιάζοντας στην τελική τιμή χωρίς άλλο βασικό κριτήριο και παρακολουθώντας δοκιμές που ποτέ δεν λένε τίποτα το αρνητικό, άρα και όλες οι κινέζικες είναι στο ίδιο επίπεδο, τότε μία μερίδα του κοινού θα χάσει την πραγματική αξία αυτής της μοτοσυκλέτας. Ναι είναι παλιά, ναι η Suzuki στην Ιαπωνία λειτούργησε στην συγκεκριμένη περίπτωση τελείως βιομηχανικά, μόνο με βάση το κέρδος, το είπαμε από την αρχή αυτό, όμως το αποτέλεσμα δεν παύει να είναι εξαιρετικό οδηγικά και να ξεπερνά τον ανταγωνισμό, πλην ενός. Τουλάχιστον αυτή είναι η αρχική εντύπωση, αλλά προσπαθώντας με τον πλοηγό μας να ξεφύγουμε από το βλέμμα του Ιάπωνα που βρισκόταν περίπου στην μέση του γκρουπ και γκρίνιαζε όταν άνοιγε πολύ το γκάζι, βρήκαμε την ευκαιρία σε ορισμένα σημεία να εστιάσουμε στην ουσία του SV-7GX. 

Προερχόμενος από την προσωπική φρουρά του Γάλλου Προέδρου, υπηρετώντας 5 ή 7 διαφορετικούς στην διάρκεια της θητείας του που έληξε πριν λίγα χρόνια, ο πλοηγός μας δεν είχε κανένα πρόβλημα να πάρει όλο το γκάζι, αλλά ταυτόχρονα έχει μάθει να ακολουθεί και εντολές άνωθεν. Εξηγώντας στον Ιάπωνα πως δεν γίνεται να μην δούμε τα όρια της μοτοσυκλέτας αν δεν πάρουμε το ελάχιστο ρίσκο που απαιτεί το επάγγελμα, εξαφανιστήκαμε εμπρός σε λίγα σημεία όπου έλαμψε η διάρκεια αυτού του κινητήρα και η ελεγχόμενη ακαμψία του πλαισίου. Ήταν επίσης τα μόνα σημεία που μου έλειψε μία καλύτερη ανάρτηση εμπρός, αλλά μόνο ως αίσθηση κατά των διαδοχικών στροφών με απότομες εναλλαγές κλίσης. Δεν με περιόρισε πουθενά, ούτε χρειάστηκε να κλείσω το γκάζι εξαιτίας του συμβατικού πιρουνιού. Ενδεχομένως όμως σε χειρότερη άσφαλτο η τροχοπέδη αυτή να εμφανιστεί. Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για έναν ρυθμό οδήγησης που αρχίζει να ξεφεύγει από την στόχευση του SV-7GX και να πλησιάζει τις δυνατότητες του GSX-S1000GX. Μία μοτοσυκλέτα με την ευελιξία του 7GX και πιο κοντά στο γκάζι του 1000GX θα ξέφευγε και σε τιμή, οπότε η Suzuki τράβηξε την γραμμή στοχευμένα και δημιούργησε κάτι νέο, από μία μοτοσυκλέτα με μεγάλη παράδοση και αποδεδειγμένη αξιοπιστία, περικλείοντας ένα αρκετά μεγάλο σύνολο αναβατών. Όλους όχι, κανένας άλλωστε δεν στοχεύει σε όλους ανεξαιρέτως…

Εξοπλισμός Αναβάτη
Κράνος: Shoei NXR2 (Τζωρτζόπουλος)
Μπουφάν: IXS Tourster STX 1.0 (Τζωρτόπουλος)
Παντελόνι: IXS (Τζωρτόπουλος)
Γάντια: Nordcode (MotoMarket)
Μπότες: Forma (Moto Market) 

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Μοντέλο:

Suzuki SV-7GX

Αντιπρόσωπος:

ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ ΑΕΒΕΕ

Τιμή:

8.295 ευρώ

Εγγύηση:

6 χρόνια

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΚΙΤΣΟ

Μήκος (mm):

2.160

Ύψος (mm):

1.295

Μεταξόνιο (mm):

1.445

Απόσταση από το έδαφος (mm):

135

Ύψος σέλας (mm):

795

Ίχνος (mm):

106

Γωνία κάστερ (˚):

25

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Ατσάλινο χωροδικτύωμα, ατσάλινο ψαλίδι

Πλάτος (mm):

910

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

- / 211

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, υγρόψυκτος V2 90 μοιρών με 2ΕΕΚ, 4 β/κ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

81 x 62

Χωρητικότητα (cc):

645

Σχέση συμπίεσης:

11,2:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

72,4 / 8.500

Ροπή (kgm/rpm):

6,53 / 6.800

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

112,24

Τροφοδοσία:

RBW ψεκασμός

Σύστημα εξαγωγής:

2 σε 1

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός, πολύδισκος

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια /2.088

Τελική μετάδοση / σχέση:

Αλυσίδα, γρανάζια /3.066

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Τηλεσκοπικό πιρούνι

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

125/41

Ρυθμίσεις:

Καμία

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

17’’ χυτή αλουμινίου

Ελαστικό:

120/70-17 Pirelli Angel GT II

ΦΡΕΝΟ

Δίσκοι 290mm με δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων και ABS

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Αμορτισέρ με μοχλικό

Διαδρομή (mm):

129

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου σε 7 θέσεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

17’’ χυτή αλουμινίου

Ελαστικό:

190/55-17 Pirelli Angel GT II

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 240mm με δαγκάνα δύο εμβόλων

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Έγχρωμη TFT οθόνη 4,2 ιντσών με δυνατότητα συνδεσιμότητας, ενδείξεις για στροφόμετρο, ταχύμετρο, ένδειξη επιλεγμένης σχέσης, αυτονομία, θερμοκρασία λειτουργίας, περιβάλλοντος, μέση και στιγμιαία κατανάλωση, ρολόι και πλήρεις ενδεικτικές λυχνίες. Full LED φώτα, τρία Riding Modes (Active, Basic, Comfort), traction control, ABS, quickshifter, χούφτες, σχάρα με χειρολαβές συνεπιβάτη, θύρα USB-C, πλαϊνό σταντ.

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

17,4 / -

 

Οδηγούμε Aprilia SR GT στην Ιταλία

Το πρώτο “Urban Adventure” σκούτερ της Aprilia
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

28/2/2022

Και κάπως έτσι δημιουργείται μία ολόκληρη νέα κατηγορία! Η Aprilia επενδύει κι αυτή με την σειρά της στα σκούτερ που μπορούν να πατήσουν στο χώμα λίγο πιο εύκολα. Δεν έχει επικρατήσει μέχρι στιγμής συγκεκριμένο όνομα, από το “Urban Adventure” μέχρι σκέτο Adventure και από εκεί στο Crossover Scooter που επέλεξε η Aprilia για την δική της πρόταση, είναι όλα -ακόμη- αποδεκτά για να σημάνουν την διαφορά από την γενική κατηγορία.

Το πρώτο πράγμα που για εμάς κάνει μεγάλη διαφορά και υποδεικνύει και τον βασικό λόγο που πρέπει το ΜΟΤΟ να πηγαίνει στις παρουσιάσεις ώστε να ξεχωρίζει η ουσία, είναι η ειλικρίνεια με την οποία αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι της Aprilia το νέο SR GT, μιλώντας για αυτό χωρίς να κρύβουν ή να υπονοούν κάτι διαφορετικό!

Σε αντίθεση λοιπόν με το αγγλικό δελτίο τύπου που πάντα συντροφεύει κάθε νέο μοντέλο και δεν παύει να χρησιμοποιεί την λέξη Adventure, προσεκτικά επιλεγμένη σε πρόταση με την λέξη Enduro, παρόλο που υπονοεί την εμφάνιση και μόνο, οι άνθρωποι της Aprilia ήταν από κοντά εξαιρετικά ειλικρινείς: Δεν αρνήθηκαν ούτε στιγμή πως πηγή έμπνευσης ήταν το X-ADV της Honda και ήταν σαφείς στο να μην δώσουν καμία χωμάτινη προέκταση στο SR GT. Δικαιολογούν τον όρο crossover και τα χαρακτηριστικά του, στο ότι μπορεί να αντιμετωπίσει πιο άνετα τις ανωμαλίες και τα εμπόδια στην άσφαλτο (π.χ. σαμαράκια, λακκούβες κτλ.). Η θέση της Aprilia είναι πως αξίζει η επένδυση σε ένα τέτοιο, crossover νέο μοντέλο καθώς πρόκειται για επικρατούσα τάση, στην οποία επέλεξαν να απαντήσουν με μετεξέλιξη ουσιαστικά των GT scooters.

Καταρχάς έχουν απόλυτο δίκιο για το τι θέλει ο κόσμος, το διαπιστώσαμε κατά την παρουσίαση του ADV350 της Honda που προέκυψε από απαίτηση του κοινού, ως μία φθηνότερη προσέγγιση στο X-ADV. Σε αυτή την απαίτηση απάντησαν κι άλλες εταιρείες και τώρα που και η Piaggio μπαίνει στην μάχη του ανταγωνισμού, αρχίζει να διαμορφώνεται μία κατηγορία. Για την ιστορία προφανώς και crossover σκούτερ υπήρχαν πάντα και μάλιστα στην Ελλάδα την κατηγορία αυτή την κατοχύρωσε η Piaggio με το θρυλικό Typhoon που ακόμη και τώρα κυκλοφορεί στους δρόμους. Δίχρονο και αργότερα και με τετράχρονη πρόταση το Typhoon ήταν για πολλά χρόνια συνυφασμένο με το ελληνικό καλοκαίρι και τον χωματόδρομο που οδηγεί σε μία καλύτερη παραλία. Καθόλου τυχαία το ελληνικό καλοκαίρι και μία δυσπρόσιτη παραλία στην Ίο ήταν και η έμπνευση πίσω από την δημιουργία του X-ADV, όταν βρέθηκε για διακοπές ένας σχεδιαστής της Honda όπως πολύ αναλυτικά έχουμε εξηγήσει στο ΜΟΤΟ εδώ και χρόνια, και κάπως έτσι ο κύκλος ολοκληρώνεται ξανά πίσω στο SR GT.

Στην συγκεκριμένη κατηγορία της ευρύτερης οικογένειας που η Aprilia ονομάζει Urban Mobility υπάρχουν ήδη τα ηλεκτρικά eSR1 και eSR2 όπως και το κοντινό εμφανισιακά Aprilia SXR 50. Το νέο SR GT βγαίνει σε δύο κυβισμούς, 200-125cc με τον κινητήρα των 200cc να είναι εντελώς καινούργιος και είναι η πρώτη φορά που τοποθετείται σε σκούτερ του Piaggio Group. Σε ερώτησή μας, απάντησαν στο ΜΟΤΟ πως  είναι πολύ πιθανό να τον δούμε και σε σκούτερ άλλων εταιρειών που ανήκουν στο group. Πράγμα ενδιαφέρον ιδιαίτερα όταν ανακοινώνουν πολύ χαμηλή κατανάλωση, της τάξης των 2,5lt/100km, με την πραγματική όπως την υπολόγισε το ΜΟΤΟ να είναι κοντά στο 2,8 με 3 για την έκδοση των 200ων κυβικών. Η κατανάλωση είναι από τα πρώτα πράγματα που θα δούμε και σε μελλοντική δοκιμή στην Ελλάδα, προς το παρόν περιοριζόμαστε στις πρώτες εντυπώσεις κατά την οδήγηση στην Ιταλία.

Ιδιαίτερα θετική πρώτη εντύπωση από την σέλα του SR GT μας άφησε η συναρμογή των πλαστικών χωρίς κενά και τριγμούς, καθώς και η ποιοτική βαφή. Τα πλαστικά που μέσα στην καθημερινότητα μπορεί να τα χειρίζεσαι με περισσότερη ένταση, όπως το ντουλαπάκι για το κινητό με το USB και το καπάκι για την τάπα της βενζίνης, βρίσκονται ποιοτικά ένα επίπεδο πάνω από τα στάνταρ της μεσαίας κατηγορίας των σκούτερ που τελευταία έχουν προσγειωθεί ιδιαίτερα χαμηλά. Σε αυτό το σημείο να τονίσουμε πως το SR GT κατασκευάζεται στο Βιετνάμ που έχει αποδείξει πως το μέσο επίπεδο παραγωγής στα δίκυκλα είναι πιο κοντά σε εκείνο της Ταϊλάνδης, που έχει φτάσει να συγκαταλέγεται στα υψηλότερα της Ασίας και πολλοί Ευρωπαίοι κατασκευαστές να μεταφέρουν εκεί τις γραμμές παραγωγής, όπως η Triumph.

Η προσοχή που έχει δοθεί στις λεπτομέρειες ακολουθεί λοιπόν την επιτηδευμένη και προσεκτικά σχεδιασμένη εμφάνιση με την οποία η Aprilia προίκισε το SR GT. Το Piaggio Group θέλει κάθε μάρκα να είναι ξεχωριστή και να εκφράζει διαφορετικό κοινό, καλύπτοντας έτσι μεγαλύτερο μέρος τις αγοραστικής πίτας, οπότε δεν γινόταν παρά να θέλουν να τονίσουν το μοτοσυκλετιστικό υπόβαθρο της μάρκας. Για αυτό και το μούτρο του SR GT είναι ένα πάντρεμα μοτοσυκλέτας και σκούτερ, ξεκάθαρα εμπνευσμένο από RS. Ευτυχώς αυτό δεν περιορίζεται μόνο στην εμφάνιση αλλά επεκτείνεται και στο πιρούνι που είναι κανονικής μοτοσυκλέτας όπως και το τιμόνι με τα καβαλέτα.

Η διαδρομή εμπρός είναι 122mm από τις μεγαλύτερες της ευρύτερης κατηγορίας των μεσαίων σκούτερ, βασικά μόνο το ADV350 έχει 3mm μεγαλύτερης διαδρομής, ενώ το πιρούνι του Aprilia είναι της Showa με διάμετρο 33mm και η πρώτη εντύπωση που δίνει είναι αρκετά θετική για τις αποσβέσεις συμπίεσης και επαναφοράς με προοδευτική λειτουργία.

Πίσω έχουμε δύο αμορτισέρ επίσης της Showa με διαδρομή 102mm που η Aprilia αναφέρει πως είναι 7% παραπάνω από τον ανταγωνισμό, όπως αντίστοιχα αναφέρει πως η διαδρομή εμπρός είναι 22% παραπάνω από τον ανταγωνισμό. Αυτό είναι κάτι που πράγματι ισχύει αν όμως περιοριστούμε στον κυβισμό του SR GT πριν φτάσουμε για παράδειγμα στο ADV350 μιας και το αντίστοιχο 150 δεν εισάγεται στην Ευρώπη.

Οι διαδρομές αυτές δίνουν στο καλοζυγισμένο σκούτερ των 144 κιλών – 148 κιλά για την έκδοση 200ων κυβικών – μία απόσταση από το έδαφος στα 175mm που είναι εξαιρετικά γενναία και υπόσχεται ανεμπόδιστη διέλευση από κράσπεδα και σκαλοπάτια ακόμη, που στην Ελλάδα μπορεί να είναι αναγκασμένος να περνά ο ιδιοκτήτης για να παρκάρει στον χώρο του. Στον αντίποδα το SR GT είναι ένα ψηλό σκούτερ που σημαίνει πως για να πατά ο αναβάτης στο έδαφος με όλο το πέλμα θα πρέπει να ανήκει στο άνω άκρο του μέσου όρου ύψους για τους αναβάτες στην Ελλάδα ή να είναι και ψηλός, οπότε από 177εκ και πάνω όχι μόνο ο αναβάτης πατά καλύτερα στο έδαφος αλλά απολαμβάνει και άνεση που δεν βρίσκεις στην κατηγορία.

Επιστρέφοντας στον τομέα των αναρτήσεων και συγκεκριμένα με ό,τι έχει να κάνει με την συμπεριφορά τους στον δρόμο, η αρχική εντύπωση είναι πως κρίνονται αρκετά σφιχτές, ευνοώντας την γρήγορη οδήγηση αλλά ευτυχώς όχι σε σημείο που να αρχίσεις να ταλαιπωρείς την μέση σου σε λακκούβες και σαμαράκια. Ούτε από την πραγματικότητα των ιταλικών δρόμων λείπουν τέτοια παραδείγματα, ενώ κι εγώ τρέφω μία ευαισθησία σε ότι αφορά τα κραδασμούς και κοπανήματα που προσπερνούν τις αναρτήσεις και διοχετεύονται στην μέση και ως πρώτη εμπειρία οδήγησης, φαίνεται πως η Aprilia προσπέρασε αυτό τον σκόπελο. Σε κάθε περίπτωση πολύ καλή πρώτη εντύπωση αφήνει και η ισορροπία του SR GT, διότι εκ των πραγμάτων είναι πρόβλημα η κατανομή του βάρους στα σκούτερ, πόσο δε μάλλον σε ένα ψηλό σκούτερ με τέτοια διαδρομή αναρτήσεων και μεγάλη απόσταση από το έδαφος. Παρόλα αυτά το SR έχει πολύ καλή συμπεριφορά και το ζύγισμά του σε βοηθά να διατηρείς τον έλεγχο όσο είναι σταματημένο χωρίς να ζορίζεις τετρακέφαλο και γενικά το πόδι που πατά στον δρόμο, δείχνοντας ότι έχει γίνει δουλειά στο κέντρο βάρους και έχουν προσέξει την κατανομή του προς κάθε άξονα. Φυσικά η αναλυτική δοκιμή στην Ελλάδα θα φανερώσει περισσότερα, κυρίως όμως θα δείξει και με νούμερα τι συμβαίνει, αφού στο MOTO είμαστε οι μόνοι που ζυγίζουμε τις μοτοσυκλέτες που παίρνουμε για δοκιμή.

Κάτω από την σέλα χωρά άνετα ένα jet κράνος ή ένα full face αν δεν έχει πολλές αεροτομές, αν ο αναβάτης δηλαδή δεν χρησιμοποιεί καθημερινά ένα racing κράνος που φορά σε sport μοτοσυκλέτα που έχει μόνο για track days, πράγμα συνηθισμένο τόσο για Ιταλούς γενικά, όσο και για… Apriliaνους ειδικά. Σε αυτή την περίπτωση κανονικού full face κράνους θα χωρέσει κάτω από την σέλα και ένα σετ αδιάβροχα, ώστε παρκάροντας να μπορείς να αποθηκεύσεις τα περισσότερα που σε βαραίνουν.

Η σέλα τώρα κρίνεται σκληρή και το σήκωμα που κάνει στο σημείο που διαχωρίζεται για τον συνεπιβάτη προσφέρει μεν καλή στήριξη αλλά περιορίζει την μετακίνηση του σώματος εμπρός πίσω, πράγμα που δεν θα απασχολήσει ιδιαίτερα όμως, γιατί η γεωμετρία θέσης οδήγησης είναι αρκετά γενναιόδωρη παρόλο που τοποθετεί το σώμα σε μία θέση. Στην πράξη η θέση οδήγησης αφήνει πίσω της τα δεδομένα των σκούτερ και αρχίζει να πλησιάζει εκείνα των μικρών μοτοσυκλετών καθώς τοποθετεί τα χέρια σε πιο ψηλή και φυσική γωνία, με το τιμόνι να μην βρίσκει στα γόνατα, ακόμη και σε αναβάτες πάνω από 1,80μ ύψος. Κι αυτό το διαπιστώσαμε επί τούτου οδηγώντας με έναν Άγγλο συνάδελφο με ύψος 1,95. Καλύτεροι αφρώδες θα ήθελε και η σέλα του συνεπιβάτη, από εκεί και πέρα όμως προσφέρει καλή στήριξη με σωστά τοποθετημένες χειρολαβές και πολύ καλά υπολογισμένη γωνία για τα πόδια.

Άνετος είναι και ο χώρος για τα πόδια στην ποδιά που φτάνει μέχρι και πατούσες-βατραχοπέδιλα. Φυσικά και δεν λείπει η θέση πάνω στην ποδιά για πιο απλωτή στάση, που εξαιτίας του καλού ζυγίσματος, μπορείς να διατηρείς αυτή την στάση ακόμη και με μικρές ταχύτητες και όχι μόνο στον ανοικτό δρόμο.

Η οθόνη είναι μία ευανάγνωστη LCD με μαύρο φόντο και λευκή γραμματοσειρά, αλλά δυστυχώς δημιουργεί πολλές αντανακλάσεις, που θα προβληματίσουν σε έντονο ηλιακό φως. Έχει την δυνατότητα διασύνδεσης μέσω της εφαρμογής Aprilia MIA που ακόμη και σαν after market επιλογή εξοπλισμού, αναγάγει το SR GT σε ένα από τα πιο εξοπλισμένα της κατηγορίας του και όχι μόνο, καθώς εδώ ανταγωνίζεται και προτάσεις μεγαλύτερης κι ακριβότερης κατηγορίας.

Στον εξοπλισμό αξίζει μία αναφορά στα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης, καθώς δεν θα δει κανείς Michelin Anakee για σκούτερ. Παρότι προέρχεται από εργοστάσιο την Ασία, που δικαιολογεί ένα σετ ελαστικών από την περιοχή εκεί, μειώνοντας το υψηλό κόστος κάποιου πιο επώνυμου, το SR GT έχει τα συγκεκριμένα Michelin που κρύβουν αρκετά μεγάλη πορεία εξέλιξης. Είναι εξαιρετικά σε πρόσφυση και αίσθηση με απρόσμενα καλό κράτημα και στο βρεγμένο που το οδηγήσαμε και μένει να δούμε την συμπεριφορά τους στην ελληνική άσφαλτο που η μοναδική σύστασή της αλλάζει πάντα τα δεδομένα για τα ελαστικά και για αυτό δίνουμε ιδιαίτερα μεγάλη προσοχή στις δοκιμές ελαστικών που πραγματοποιούμε στην Ελλάδα.

Στην διάθεσή μας είχαμε και τις δύο εκδόσεις, 200 και το 125 κυβικών, εξοπλισμένες με την after market ψηλότερη ζελατίνα, που προστατεύει εξαιρετικά χωρίς να μπαίνει μέσα στο οπτικό σου πεδίο, που είναι σημαντικό για τα σκούτερ. Παρατυπία ωστόσο το γεγονός πως στο μέγιστο κόψιμο του τιμονιού έρχονται πολύ κοντά οι μανέτες στην ζελατίνα και δεν χωράνε τα δάχτυλά σου.

Ο κινητήρας του 125 είναι ο πιο δυνατός στην κατηγορία και αρκετά εύστροφος που για εμάς είναι εξίσου σημαντικό με την ιπποδύναμη για σκούτερ που κινούνται σε αστικό περιβάλλον, αλλά τόσο στο 125 και περισσότερο στο 200, καταλαβαίνεις κάποιους κραδασμούς οι οποίοι βρίσκουν τον δρόμο τους και φτάνουν μέχρι και το τιμόνι και γίνονται αντιληπτοί στα γκριπ ενώ περνούν και από την σέλα αν και λιγότερο. Η αναφορά είναι περισσότερο συγκριτική καθώς πρόκειται για Piaggio Group που έχει το Medley, ένα Bentley των σκούτερ κυριολεκτικά, ενώ και ο ήχος του κινητήρα είναι περισσότερος στο SR. Αντίστοιχα με το Medley, το SR GT διαθέτει Start & Stop, το γνωστό πλέον RISS (Regulator Inverter Start & Stop System) που σημαίνει πως στην θέση της παραδοσιακής μίζας έχει μπει ένα ηλεκτρικό μοτέρ μειωμένων τριβών (brushless) απευθείας στον στρόφαλο. Εκτός από την αμεσότητα του συστήματος start & stop στα φανάρια, όλες οι εκκινήσεις ακόμη κι ένα κρύο πρωινό όπως αυτό της παρουσίασης, δίνουν αμεσότητα χωρίς κραδασμούς και πολλές περιστροφές. Το Start & Stop σβήνει τον κινητήρα από ένα δευτερόλεπτο μετά την ακινητοποίηση στο φανάρι, μέχρι όμως και πέντε, που είναι αρκετά και σε κάνουν να αναρωτιέσαι αρχικά, αν το έχεις απενεργοποιήσει. Ο αναβάτης δεν έχει παρά να ανοίξει το γκάζι για να πάρει ο κινητήρα αθόρυβα μπροστά και να ξεκινήσει το σκούτερ, χωρίς κραδασμούς, χωρίς τον παραδοσιακό ήχο μίζας, μιας που δεν υπάρχει τέτοια, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο πρώτο που δίδαξε κάτι τέτοιο, το PCX. Κλειδί για την απόφαση της ECU για το πότε θα σβήσει ο κινητήρας είναι η θερμοκρασία του. Σε περίπτωση που είναι ανεβασμένη, το SR GT κρατά τον κινητήρα σε λειτουργεία για να γυρίσει το κύκλωμα ψύξης λίγο περισσότερο. Δεν ζεσταίνεται εύκολα σε φυσιολογικές συνθήκες, αλλά το ζήτημα είναι πως σε προδιαθέτει να κινηθείς γρήγορα μιας και υποστηρίζει την πιο σπορ οδήγηση.

Ταιριάζει όμως στην Aprilia ένας πιο σπορ χαρακτήρας, που γίνεται ακόμη πιο αντιληπτός με την έκδοση των 200 κυβικών και την χαρακτηριστική ευστροφία που επιτρέπει να κυνηγάς μεγαλύτερα σκούτερ όπως το Beverly 300 που είχε ο πλοηγός μας!

Ευτυχώς τα φρένα αφήνουν τις καλύτερες εντυπώσεις σε ένα γρήγορο σκούτερ όπως το SR, έχοντας μονοκάναλο ABS στο 200 που επεμβαίνει μόνο μπροστά, αλλά το κάνει εκεί που πρέπει και χωρίς να αμολά απότομα. Το 125 έχει συνδυασμένη λειτουργία εμπρός και πίσω φρένου, αλλά με ακριβώς ίδιες δαγκάνες και δίσκους με το 200 και φυσικά εξίσου πολύ καλή απόδοση.

Η αρχική τιμή που είπε ο product manager στο ΜΟΤΟ είναι ότι θα ξεκινάει από τα 3.990 για το 125 και 200 ευρώ παραπάνω για το 200. Το πρόβλημα είναι πως εμείς εδώ στην Ελλάδα έχουμε αρκετούς φόρους, υψηλότερο ΦΠΑ και δασμούς που ψαλιδίζουν τα περιθώρια. Επιπρόσθετα το μεταφορικό κόστος είναι υψηλότερο από κάθε άλλη φορά. Η ελληνική αντιπροσωπεία έχει καταφέρει στο παρελθόν να κάνει απίστευτες κινήσεις, όπως τιμή κάτω και από την Ιταλία, αν κι αυτή την περίοδο που επίσης έχει αυξηθεί το μεταφορικό κόστος, κάτι τέτοιο  (με τις διαφοροποιήσεις στις χώρες ανάλογα με τους φόρους κτλ) Από τον Μάρτιο θα είναι διαθέσιμες και οι σπορ εκδόσεις, που θα έχουν τα σπορ χρώματα της Aprilia (κόκκινο μαύρο και κίτρινο μαύρο, με αντίστοιχες εξωτερικές ραφές στη σέλα).

 

Aprilia SR GT 125/200 – Τεχνικά Χαρακτηριστικά

Κινητήρας

Μονοκύλινδρος

Υγρόψυκτος

τετράχρονος

Piaggio i-get με 'Start & Stop'

(SOHC) - 4 balb;idew

Χωρητικότητα

124.7 cc / 174 cc

Διάμετρος  x Διαδρομή

52 mm / 58.7 mm και

61.5 mm / 58.7 mm

Ιπποδύναμη

14,7hp (11 kW) στις 8750 rpm

17,4 (13 kW) στις 8500 rpm

Ροπή

12 Nm στις 6500 rpm

16.5 Nm στις 7000 rpm

Τροφοδοσία

Ηλεκτρονικός Ψεκασμός

Λίπανση

Υγρό κάρτερ

Μετάδοση

Αυτόματο φυγοκεντρικό CVT

με ξηρό συμπλέκτη

Πλαίσιο

Ατσάλινο σωληνωτό μονής δοκού

Ανάρτηση Εμπρός

Τηλεσκοπικό πιρούνι 33 mm διάμετρο

122 mm διαδρομή

Ανάρτηση Πίσω

Υδραυλικό αμορτισέρ dual action

5 θέσεις προφόρτισης 102 mm διαδρομή

Έλεγχος φρένου

Συνδυασμένα / Μονοκάναλο ABS της BOSCH

Φρένο Εμπρός

Δίσκος 260mm με 25.4mm

δαγκάνα δύο εμβόλων

Φρένο Πίσω

Δίσκος 220mm με 22mm πλευστή

δαγκάνα δύο εμβόλων

Ελαστικό Εμπρός

Tubeless 110/80-14”

Ελαστικό Πίσω

Tubeless 130/70-13”

Ύψος σέλας

799 mm

Μεταξόνιο

1350 mm

Βάρος γεμάτο

144 Kg και

148 kg

Ρεζερβουάρ

9 λίτρα