Honda: 50 χρόνια στην κορυφαία κατηγορία των GP

Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

14/10/2016

Ο φετινός αγώνας Motul Gran Prix of Japan στο Motegi είναι ένας αγώνας-ορόσημο για την Big-H, καθώς σηματοδοτεί μισό αιώνα παρουσίας της εταιρείας στην κορυφαία κατηγορία των GP. Κατά τη διάρκεια των 50 αυτών ετών (η Honda δεν συμμετείχε στο πρωτάθλημα μόνο το 1968 και το 1978) οι αγώνες αποτέλεσαν ένα μεγάλο σχολείο για τους μηχανικούς και τους αναβάτες της Honda, οι οποίοι μέσα από εκεί έμαθαν τι σημαίνει μοτοσυκλετιστικός σχεδιασμός και εξέλιξη. Εκτός όμως από… παιδαγωγικό χαρακτήρα, η μεγάλη κατηγορία έφερε πολλές και σημαντικές επιτυχίες στο εργοστάσιο: 270 νίκες και 38 παγκόσμια πρωταθλήματα στα 500cc και στα MotoGP, τόσο σε επίπεδο αναβατών όσο και κατασκευαστών.
Η Honda έκανε το ντεμπούτο της στα 500cc το 1966, εφτά χρόνια αφού είχε μπει στο παγκόσμιο πρωτάθλημα το 1959 στο Isle of Man TT με 125cc. Από τότε η εταιρεία έχει επιτύχει πάνω από 700 νίκες συνολικά σε όλες τις κατηγορίες (MotoGP/500cc, 350cc, 250cc, 125cc και 50cc). Από το 1961, 31 αναβάτες έχουν κερδίσει αγώνες στην κορυφαία κατηγορία για λογαριασμό της Honda, η οποία μάλιστα έχει και το ρεκόρ των περισσότερων νικών μέσα σε μια σεζόν στην μεγάλη κατηγορία: 15 νίκες το 1997 και το 2003, 14 νίκες το 2002 και το 2014 και 13 νίκες το 1996, το 1998 και το 2011.


Γι' αυτό το λόγο, ως φόρο τιμής σ' εκείνη την πρώτη προσπάθεια πριν από 50 χρόνια, η οποία καρποφόρησε με τον καλύτερο τρόπο για την Honda, το εργοστάσιο έφερε στα πιτς της εργοστασιακής ομάδας Repsol Honda το αυθεντικό RC181, με τους Marquez και Pedrosa να συναντούν ένα κομμάτι της Ιστορίας της οποίας την συνέχεια γράφουν οι ίδιοι.

RC181: Η ιστορία της πρώτης μοτοσυκλέτας για την μεγάλη κατηγορία της Honda

Η πρώτη νίκη της Honda στην κατηγορία έγινε τον Μάιο του 1966. Δεδομένων των εξωτικών μελών της υπόλοιπης οικογένειας των αγωνιστικών μοτοσυκλετών της Honda –που συμπεριελάμβανε το εξακύλινδρο 250 RC166 και το πεντακύλινδρο RC149 των 125 κυβικών- το RC181 ήταν μια σχετικά απλή μοτοσυκλέτα, η οποία ενσωμάτωνε την τυπική αρχιτεκτονική των κινητήρων της Honda: τετρακύλινδρος εν σειρά με ελαφριά κλίση προς τα εμπρός, ο οποίος διέθετε εκκεντροφόρους που έπαιρναν κίνηση από γρανάζια για να ελέγξουν 16 βαλβίδες (τέσσερις ανά κύλινδρο). Στην πρώτη του έκδοση, με αναβάτη τον Jim Redman, απέδιδε 85 ίππους στις 12.500 στροφές με μέγιστη τελική τα 170km/h.
Ο Redman ξεκίνησε την καριέρα της Honda στην μεγάλη κατηγορία με στιλ, κερδίζοντας τον Giacomo Agostini (με MV Agusta) στο Hockenheim στις 22 Μαΐου του 1966. Έχοντας δεχθεί μια τόσο μεγάλη ήττα, η MV Agusta κατασκεύασε μια υπερκυβισμένη έκδοση του ελαφριού τρικύλινδρου κινητήρα των 350cc για το ολλανδικό GP που ακολουθούσε, όπου ο Redman οδήγησε αριστοτεχνικά νικώντας ξανά τον Ιταλό αναβάτη. Όλα έδειχναν ότι ο Redman ήταν στο σωστό μονοπάτι για την πραγματοποίηση του ονείρου της Honda να κατακτήσει την κατηγορία των 500.
Μια εβδομάδα όμως αργότερα, στο Spa-Francorchamps, ο Redman είχε μια πτώση στο βρεγμένο GP του Βελγίου. "Υπήρχε μια λίμνη με νερό, η μοτοσυκλέτα έκανε υδρολίσθηση και έπεσα με πάνω από 250 χιλιόμετρα την ώρα", δήλωσε ο Redman ο οποίος τραυματίστηκε αρκετά από αυτή την πτώση και λίγο αργότερα ανακοίνωσε πως αποσύρεται.
Με τον Redman εκτός, η Honda έριξε όλο το βάρος της στον Mike Hailwood, ο οποίος είχε ήδη εμπειρία από τις κατηγορίες των 125, 350 και 500. Στο Assen o Hailwood έπεσε ενώ ήταν μπροστά και στο Spa δεν κατάφερε να κερδίσει εξαιτίας προβλήματος στο κιβώτιο. Στο Brno κατάφερε μια εμφατική νίκη απέναντι στον Ago, αλλά στην Imatra της Φιλανδίας τερμάτισε δεύτερος μετά από μια έξοδο που είχε. Ο Hailwood ξανακέρδισε στο Ulster και στο Isle of Man, οπότε αν πετύχαινε ακόμη μια νίκη στο φινάλε της σεζόν στην Ιταλία, ο τίτλος θα πήγαινε στην Honda κι ας είχε χάσει τους τρεις πρώτους αγώνες. Ο Hailwood κι ο Ago έδωσαν σκληρές μάχες στην Monza μέχρι που στο RC181 έσπασε μια βαλβίδα εξαγωγής.
Η κόντρα μεταξύ της Honda και της MV ήταν πλέον στο "κόκκινο", αλλά παρά τον έντονο ανταγωνισμό οι δύο ομάδες ανέπτυξαν δεσμούς αμοιβαίας εμπιστοσύνης που εξελίχθηκαν σε δεσμούς φιλίας. "Μερικές φορές ανταλλάσσαμε και δώρα", θυμάται ο team leader της Honda, Michihiko Aika. "Η MV μας έδινε ιταλικό κρασί κι εμείς του δίναμε αποξηραμένα φύκια από την Ιαπωνία".

O Mike Hailwood με το RC181 του 1967


Μπορεί ο Hailwood να απέτυχε να κερδίσει τον τίτλο στην μεγάλη κατηγορία, αλλά το 1966 ήταν η χρονιά που το εργοστάσιο κατάφερε ένα μοναδικό επίτευγμα, κερδίζοντας και τα πέντε παγκόσμια πρωταθλήματα κατασκευαστών (στα 500cc, στα 350cc, στα 250cc, στα 125cc και στα 50cc), ενώ ο Hailwood πήρε τον τίτλο σε επίπεδο αναβατών στις κατηγορίες των 350 και 250, κι ο Ελβετός Luigi Taveri στα 125.
"Εκείνη η σεζόν ήταν η χρυσή εποχή μας, αν και είχαμε ελάχιστους ανθρώπους στην ομάδα μας", λέει ο Aika. "Οι περισσότεροι που είχαμε ήταν 12 στο Isle of Man, συμπεριλαμβανομένων των σχεδιαστών του κινητήρα και του πλαισίου, μαζί με τους μηχανικούς. Δεν είχαμε οδηγούς ή βοηθούς. Τα κάναμε όλα μόνοι μας, φροντίζοντας 30 μοτοσυκλέτες, έξι για την κάθε κατηγορία".
Η τιτάνια αυτή προσπάθεια για συμμετοχή και στα πέντε παγκόσμια πρωταθλήματα παράλληλα με την συμμετοχή στη F1 με αυτοκίνητα είχε ένα τεράστιο κόστος, οπότε η Honda αποφάσισε να αποσυρθεί από τις κατηγορίες 125 και 50cc πριν την έναρξη της σεζόν του 1967. Η Honda είχε μπει για πρώτη φορά στην F1 το 1964, κέρδισε για πρώτη φορά το 1965 και σχεδίασε μια ολοκληρωτική επίθεση για το 1967 με οδηγό τον πρώην αναβάτη αγώνων και παγκόσμιο πρωταθλητή, John Surtees, πίσω από το τιμόνι ενός τρίλιτρου V12 Honda.
Ο Aika ξεκίνησε την σεζόν του 1967 με ελάχιστα μέλη στην ομάδα και με τον Hailwood να διεκδικεί το στέμμα στα 250, στα 350 και στα 500 μόνος του. Το RC181 βελτιώθηκε τη δεύτερη χρονιά της θητείας του, με 10 κυβικά επιπλέον φτάνοντας έτσι στα 499cc, για ακόμη περισσότερη δύναμη. Παρόλα αυτά, ο στρόφαλος παρέδωσε πνεύμα στον πρώτο αγώνα του Hockenheim, ενώ ο Hailwood βρισκόταν πολύ μπροστά από την MV του Agostini. Τον επόμενο μήνα ο Βρετανός πήρε μια θρυλική νίκη απέναντι στον Ago στο Isle of Man TT, πετυχαίνοντας και ρεκόρ γύρου που παρέμεινε για πάρα πολλά χρόνια. Ο Ago έκανε την αντεπίθεσή του κερδίζοντας τους δύο επόμενους αγώνες στο Spa και στο Sachsenring και στη συνέχεια ο Hailwood νίκησε τον Ιταλό στο Brno με διαφορά 17 δευτερολέπτων. Στην Imatra είχε μια πτώση και στην Monza ήταν μπροστά όταν αναγκάστηκε να κόψει ρυθμό εξαιτίας προβλημάτων στο κιβώτιο. Κέρδισε ξανά στο φινάλε της σεζόν στον Καναδά, αλλά αυτή η νίκη δεν ήταν αρκετή. Ο Ago πήρε το πρωτάθλημα τερματίζοντας στην δεύτερη θέση.
Τον Φεβρουάριο του 1968 η Honda ανακοίνωσε την απόσυρσή της από όλες τις κατηγορίες των GP, ώστε να επικεντρωθεί στην εξέλιξη πιο κερδοφόρων μοτοσυκλετών, όπως το τετρακύλινδρο CB750, και στην F1 με στόχο την αγορά των αυτοκινήτων. Το CB750 ήταν η πρώτη superbike μοτοσυκλέτα στον κόσμο και παρουσιάστηκε το 1969, όταν η ετήσια παραγωγή της Honda έφτασε στο 1,5 εκατομμύριο μονάδες για πρώτη φορά στην Ιστορία της.

Ετικέτες

MotoGP: Joan Mir - Τώρα επέστρεψα στο φυσικό μου στυλ

H επιστροφή της Honda στα MotoGP έφερτε τον Joan Mir στο φυσικό του στυλ φρεναρίσματος
Joan Mir
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

19/12/2025

Ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής του μιλά για τη δύσκολη διαδρομή, το σημείο καμπής της σεζόν 2025 και γιατί νιώθει ξανά ο εαυτός του πάνω στη Honda RC213V.

Ο Joan Mir επέστρεψε φέτος στο βάθρο του MotoGP με τη Honda, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την τελευταία του παρουσία με τη Suzuki. Μια επιστροφή που για καιρό έμοιαζε αβέβαιη, αν αναλογιστεί κανείς ότι στα δύο πρώτα του χρόνια με τη Honda είχε καταφέρει μόλις δύο τερματισμούς εντός δεκάδας.

Η σεζόν 2025 ξεκίνησε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, ο Mir τερμάτισε μόλις σε έναν από τους έξι πρώτους αγώνες, με την κακοτυχία, τα συμβάντα και το υπερβολικό ρίσκο να συνεχίζουν να τον ταλαιπωρούν.

"Στο πρώτο μέρος της χρονιάς, το καλύτερο που μπορούσες να κάνεις με αυτή τη μοτοσυκλέτα ήταν μια έβδομη θέση", εξήγησε, "Αν κάποιος έκανε κάτι παραπάνω, ήταν λόγω συνθηκών ή περίεργων καταστάσεων. Αλλιώς, το πραγματικό δυναμικό ήταν να τα βάλεις όλα κάτω και να πάρεις μια έβδομη θέση.

"Στο Aragon ήμασταν έβδομοι. Αλλά εκτός αν έλειπε κάποιος, ήταν πολύ δύσκολο να κάνεις κάτι καλύτερο".

Ακολούθησε μια έκτη θέση στην Αυστρία, ανάμεσα σε νέες εγκαταλείψεις, όμως το πραγματικό σημείο καμπής ήρθε μετά την εισαγωγή των τελευταίων αεροδυναμικών και μηχανολογικών αναβαθμίσεων της RC213V στη Βαρκελώνη.

"Μετά τη Βαρκελώνη βελτιώσαμε λίγο την αεροδυναμική και τον κινητήρα. Αυτό ήταν κάτι που με ενοχλούσε πάρα πολύ. Και εκεί έκανα το 'κλικ'", είπε ο Mir.

Δύο αγώνες αργότερα, όλα έδεσαν στην Ιαπωνία. Στο Motegi, ο Mir χάρισε στην εργοστασιακή Honda το πρώτο της βάθρο στο MotoGP μετά τον Marc Marquez στο ίδιο σιρκουί το 2023, προσθέτοντας τη δική του επιτυχία σε μια σεζόν που είχε ήδη δει νίκη και βάθρο από τον Johann Zarco με την δορυφορική LCR Honda.

Joan Mir

Ο Ισπανός επανέλαβε το κατόρθωμα και στη Sepang, σε έναν αγώνα που ο ίδιος θεωρεί τον καλύτερό του για το 2025.

"Για το ίδιο το δυναμικό της μοτοσυκλέτας", εξήγησε. "Η Sepang παραδοσιακά δεν είναι καλή πίστα για αυτή τη μοτοσυκλέτα. Και αυτό που κάναμε εκεί ήταν κάτι πολύ σημαντικό.

"Κανονικά δυσκολευόμαστε με την πρόσφυση. Και η Sepang είναι μια πίστα με πολύ χαμηλό grip.

"Για να το αντισταθμίσουμε, έπρεπε απλώς να φρενάρουμε πάρα πολύ, ρισκάροντας περισσότερο από τους άλλους. Έπεσα στο sprint, οπότε δεν ήθελα να κάνω το ίδιο λάθος ξανά.

"Διαχειρίστηκα την κατάσταση πολύ καλά. Οπότε θα πω ότι η Sepang ήταν ο καλύτερός μου αγώνας".

Στη Μαλαισία, ο Mir ενθουσίασε τους φιλάθλους με τα θεαματικά, πολύ αργά φρεναρίσματά του, ένα φυσικό του χαρακτηριστικό που είχε αναγκαστεί να περιορίσει στα χρόνια της Suzuki.

"Με τη Suzuki αυτό δεν ήταν το στυλ", παραδέχτηκε. "Έπρεπε να προσαρμοστώ στη μοτοσυκλέτα, να κυλάω περισσότερο, να φρενάρω λίγο νωρίτερα και να αφήνω τα φρένα πιο νωρίς. Γιατί αυτή η μοτοσυκλέτα απαιτούσε τέτοιο στυλ.

Joan Mir

"Τώρα με τη Honda επέστρεψα στο φυσικό μου στυλ. Όπως το είχα στη Moto3 και στη Moto2. Είναι κάτι που απολαμβάνω πολύ, να φρενάρω πολύ δυνατά και να 'ρίχνω' πραγματικά τη μοτοσυκλέτα στο έδαφος, αλλά είναι πολύ δύσκολο, γιατί ρισκάρω περισσότερο από τους άλλους και πρέπει να βρεις το όριο και την αυτοπεποίθηση.

"Μπορεί να προκαλέσει κάποιες πτώσεις, αλλά αν μπορέσω να οδηγώ με λίγο περισσότερο περιθώριο, μπορούμε να το ελέγξουμε".

Παρά τα βάθρα, ο υψηλός αριθμός μηδενικών αποτελεσμάτων, 21 στους 44 αγώνες, άφησε τον Mir μόλις 15ο στο πρωτάθλημα, πίσω από τον Zarco και τον team-mate του στη Honda, Luca Marini.

Ωστόσο, η συνολική "στροφή" στην απόδοση, που αποτυπώθηκε και στην άνοδο της Honda από το rank D στο C στο σύστημα παραχωρήσεων, του δίνει αισιοδοξία για το 2026.

"Ήταν μια χρονιά-κλειδί", κατέληξε. "Μια χρονιά όπου μπορέσαμε να γυρίσουμε την κατάσταση, από το λιγότερο στο περισσότερο.

"Ίσως περίμενα λίγο περισσότερο απ’ όσο ήλπιζα. Είχαμε πολλή κακοτυχία και καμία συνέπεια. Αλλά σε ό,τι αφορά την απόδοση, το δυναμικό του αναβάτη και το δυναμικό της Honda να αντιστρέψει την κατάσταση, ήταν μια πολύ θετική σεζόν.

"Τώρα χρειαζόμαστε ακόμη ένα 'κλικ', για να βρούμε περισσότερη συνέπεια και λίγο περισσότερες δυνατότητες. Γιατί αν πρέπει να πηγαίνω πάντα έτσι, στο όριο, θα είναι δύσκολο.

"Αλλά ελπίζω του χρόνου να ξεκινήσουμε από εδώ και να ανέβουμε".