Όλα όσα είπε ο Joan Mir κατακτώντας τον τίτλο του 2020 στα MotoGP

Οι πρώτες δηλώσεις και συναισθήματα του Mir, ως Παγκόσμιος Πρωταθλητής
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

16/11/2020

Φέτος ήταν μια εντελώς “παράξενη” σεζόν για τα MotoGP. Η πανδημία του κορωνοϊού έκανε ολόκληρη τη χρονιά ένα διαρκές “ροντέο” καταστάσεων και δεδομένων, με αποκορύφωμα την στέψη του Joan Mir με τη Suzuki ως Παγκόσμιου Πρωταθλητή, έναν αγώνα πριν το τέλος της σεζόν, στην δεύτερή του χρονιά στην κορυφαία κατηγορία. Βέβαια, αυτό το τελευταίο ίσως να μην είναι τελικό τόσο “απροσδόκητο” αν δούμε με μια πιο ψύχραιμη ματιά το τι συνέβη όλο αυτό το διάστημα.

Ο Mir πήρε την παρθενική του νίκη στον προηγούμενο αγώνα της Valencia, αλλά χάρη στην συνέπειά του μέσα στην ‘κουτσουρεμένη” και συμπυκνωμένη χρονιά, ήταν αρκετή για να του χαρίσει τον τίτλο και μάλιστα μέσα στην πατρίδα του. Κι αυτό το κατάφερε με ένα εργοστάσιο, την Suzuki, που την τελευταία φορά που πανηγύρισε έναν παγκόσμιο τίτλο ήταν ακριβώς δύο δεκαετίες πριν.

Ο παράγοντας-κλειδί γι’ αυτή την επιτυχία, είναι αυτό που αναφέραμε παραπάνω: η συνέπεια στα αποτελέσματα και τις επιδόσεις του. Για τους λάτρεις των στατιστικών, ο Mir είχε ως μέσο όρο την ένατη θέση (8,7 για την ακρίβεια) στις εκκινήσεις, την στιγμή που οι κυριότεροι αντίπαλοί και διεκδικητές του είχαν ένα εύρος μεταξύ pole position και 18ης θέσης.

Παρ’ όλα αυτά, όπως παραδέχεται κι ο ίδιος, δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι θα γινόταν Παγκόσμιος Πρωταθλητής τόσο νωρίς στην MotoGP πορεία του. Είναι κάτι για το οποίο πάλευα όλη μου τη ζωή, από τότε που ήμουν 10 ετών, δήλωσε αμέσως με τον άθλο του. “Είχα αυτό το όνειρο και δεν σταμάτησα ποτέ να το προσπαθώ, οπότε τι άλλο μπορώ να πω; Ειλικρινά δεν το περίμενα τόσο νωρίς, αλλά τώρα κατακτήσαμε τον τίτλο, είναι δικός μας!”

Όταν ρωτήθηκε τι θα απαντούσε αν το ρωτούσαν πέρσι -στην παρθενική του χρονιά στα MotoGP- ότι θα γινόταν πρωταθλητής το 2020, απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια: Θα έλεγα ότι είσαι τρελός! Σε κάθε αγώνα, χρόνο με το χρόνο, γινόμουν πιο γρήγορος και συνήθιζα γρήγορα τις μοτοσυκλέτες. Είχα μια ταχεία πρόοδο, κάτι που αποτελεί το κλειδί για να κερδίσω τον τίτλο στην δεύτερη χρονιά μου στα MotoGP.

Σχετικά με τον δεύτερο αγώνα στην Valencia όπου στέφθηκε πρωταθλητής, ο Mir παραδέχτηκε ότι το να τερματίσει έβδομος ενώ ξεκίνησε από την δωδέκατη θέση, μαρτυρά πλήρως το πόσο νευρικός ένιωθε εκείνη την ώρα. Πρόσθεσε επίσης ότι το μεγάλο διάστημα που χρειάστηκε για να επανέλθουν οι αναβάτες στις πίστες, εξαιτίας της πανδημίας, δίνει άλλον έναν πόντο στο κατόρθωμά του.

“Έδειχνα ήρεμος και χωρίς πίεση, αλλά δεν ήμουν καθόλου ψύχραιμος και ένιωθα μεγάλη πίεση. Ήμουν… σούπερ νευρικός για την ακρίβεια, αλλά η αλήθεια είναι πως αυτή η χρονιά ήταν δύσκολη. Δεν είχαμε πίεση μόνο μέσα στην πίστα, αλλά και στα σπίτια μας όπου έπρεπε να προσέχουμε μην κολλήσουμε τον ιό. Ήταν δύσκολο να το διαχειριστούμε όλο αυτό. Ευχαριστώ πάρα πολύ την ομάδα μου που τα κατάφερε με όλο αυτό.”

Με τα στατιστικά να αντανακλούν μια αξιοζήλευτη ωριμότητα στην πορεία του για τον τίτλο, ο Mir δήλωσε πως το πρώτο του βάθρο στην Αυστρία, όπως και η μάχη του για την νίκη στον δεύτερο αγώνα του Red Bull Ring, είναι η απόδειξη πως μπορεί να είναι ανταγωνιστικός στο κορυφαίο επίπεδο, έστω κι αν έπρεπε να φτάσει μέχρι τον αγώνα της Βαρκελώνης για να αρχίσει να ονειρεύεται τον φετινό τίτλο.

“Στο Styrian GP ήταν ο αγώνας που ήμουν πολύ ανταγωνιστικός και πάλεψα για τη νίκη, αλλά μετά το Misano και την Barcelona, άρχισα να σκέφτομαι ότι δεν ήμουν απλώς γρήγορος μόνο στην Αυστρία, αλλά μπορώ να συνεχίσω αυτές τις επιδόσεις με την μοτοσυκλέτα. Για μένα, εκείνη ήταν η αποφασιστική στιγμή.”

Βέβαια, η κατάκτηση του τίτλου έχει να κάνει εξίσου και με την εντυπωσιακή εξέλιξη της Suzuki για το GSX-RR. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Mir, η γενναία απόφαση να πάει σε μια εταιρεία που δεν είχε τα διαπιστευτήρια, αντί να κυνηγήσει μία θέση στην Honda, την Ducati και την Yamaha, ή να κάτσει άλλη μια χρονιά στην Moto2, κάνει την κατάκτηση του τίτλου ακόμη πιο γλυκιά.

“Θυσιάσαμε μια χρονιά στην  Moto2, καθώς το φυσιολογικό θα ήταν να παραμείνω δύο χρονιές στην κατηγορία, αλλά έτσι είχε η κατάσταση. Πήραμε την σωστή απόφαση για την μετακίνησή μου στα MotoGP. Για μένα, το να κερδίσω το πρωτάθλημα με οποιοδήποτε εργοστάσιο είναι απίστευτο, αλλά θεωρώ ότι ήταν γενναία κίνηση να πάω στην Suzuki γιατί δεν περίμενα αυτή την προοπτική με την μοτοσυκλέτα, στην δεύτερη χρονιά μου. Η επιτυχία μου με την Suzuki, είναι για μένα είναι κάτι το εξωπραγματικό!”

Ο Mir με την κατάκτηση του φετινού τίτλου, μπήκε στο κλειστό “κλαμπ” με μέλη τους Barry Sheene, Marco Luchnelli, Franco Uncini, Kevin Schwantz και Kenny Roberts Jr, όλοι του πρωταθλητές με την Suzuki. Μάλιστα, ο Kevin Schwantz -για τον οποίο ο Mir έχει δηλώσει ότι είναι ένα από τα δύο ινδάλματά του (ο άλλος είναι ο Rossi)- πόσταρε στο Instagram: Joan Mir, μόλις είδα τον αγώνα, εξασφάλισες το πρωτάθλημα και πας στην Πορτογαλία ως νικητής. Συγχαρητήρια φίλε, έκανες ακριβώς αυτό που έπρεπε σήμερα, δεν πήρες αχρείαστα ρίσκα και είσαι Παγκόσμιος Πρωταθλητής. Συγχαρητήρια!”

Ο Mir όμως απάντησε και σε όλους όσοι θεωρούν πως ο τίτλος έχει μειωμένη αξία, εξαιτίας της απουσίας του Marc Marquez. “Όσοι πιστεύουν κάτι τέτοιο, το πιστεύουν γιατί δεν ξέρουν και πολλά από μοτοσυκλέτες, είπε. “Ο Marc δεν απουσιάζει από τους αγώνες επειδή τον απήγαγαν, Δεν πήγαν κάποιοι σπίτι του και τον άρπαξαν. Ο Marc ήταν παρών στον πρώτο αγώνα, ρισκάροντας για τη νίκη και το πρωτάθλημα, και έκανε ένα λάθος που του κόστισε όλη τη σεζόν. Αυτό συνέβη. Αυτό το γεγονός μειώνει την αξία του τίτλου; Αν είναι έτσι, θεωρητικά, δεν θα έπρεπε να έχουν αξία πολλά πρωταθλήματα άλλων αναβατών στην Ιστορία του αθλήματος, όπου τα φαβορί έπεσαν και δεν στέφθηκαν αυτοί πρωταθλητές. Είναι μέρος του σπορ και των MotoGP. Δεν θεωρώ αυτόν τον τίτλο λιγότερο άξιο λόγω του ότι έλειπε ο Marquez εξαιτίας του τραυματισμού του.”

Να σημειώσουμε μάλιστα εδώ, ότι πέρα από την επίσημη επιβεβαίωση πριν από μερικές μέρες πως ο Marquez δεν θα εμφανιστεί σε κανένα αγώνα της φετινής σεζόν, υπάρχουν νεότεριες εκτιμήσεις που κάνουν λόγο για τρίτη εγχείρηση με πιθανό ενδεχόμενο να χάσει ο Ισπανός αγώνες και από την επόμενη χρονιά!

 

Ετικέτες

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.