Πιο αργά τα δίχρονα V4 GP 500 από τα μονοκύλινδρα τετράχρονα της Moto3
Ούτε ο Valentino Rossi δεν θα μπορούσε να τα περάσει!
Από τον
Μπάμπη Μέντη
4/3/2024
Δύσκολο να το πιστέψεις, αλλά τα χρονόμετρα δεν ενδιαφέρονται για το τί πιστεύουμε εμείς. Τα χρονόμετρα ενδιαφέρονται μόνο για το ποιος θα περάσει πρώτος τη γραμμή τερματισμού και με ψυχρούς αριθμούς αποτυπώνουν την μία και μοναδική αλήθεια. Ακριβώς αυτό έκαναν και στις τελευταίες επίσημες δοκιμές της Moto3 στην πίστα της Jerez, όπου ο νεαρός αναβάτης David Alonso, γύρισε στο 1:43,315 διαλύοντας στην κυριολεξία το 1:43,674 που ήταν ο χρόνος της Pole Position που είχε πετύχει ο Alex Crivillé με την δίχρονη Honda NSR 500 το 2001 στην ίδια πίστα! Κι αν ο Alex Crivillé δεν σας φαίνεται για πολύ γρήγορος αναβάτης, τί θα λέγατε αν μαθαίνατε πως ο 9 φορές παγκόσμιος πρωταθλητής Valentino Rossi με την NSR 500 είχε πετύχει καλύτερο χρόνο αγώνα στο 1:43,739!
Μιλάμε για την τελευταία γενιά των δίχρονων V4 500 μοτοσυκλετών του MotoGP με βάρος κάτω από 135 κιλά και ιπποδύναμη πάνω από 200 ίππους. Μαζί με έναν αναβάτη 68-75 κιλών έχουμε συνολικό βάρος 210 κιλά το πολύ και αναλογία κιλών ανά ίππο στο 1,05 το πολύ. Κι όμως ένα μονοκύλινδρο, τετράχρονο 250 των 55-60 ίππων με ελάχιστο επιτρεπόμενο από τους κανονισμούς συνολικό βάρος 152 κιλών (μοτοσυκλέυα+αναβάτης), που μας δίνει αναλογία κιλών/ίππο στην καλύτερη των περιπτώσεων 2,55, κατάφερε στην πίστα της Jerez να είναι πάνω από 3 δέκατα πιο γρήγορη.
Και μην ξεχνάμε πως η αναλογία κιλών ανά ίππο παίζει ρόλο στις επιταχύνσεις μόνο. Για να επιτύχεις υψηλή τελική ταχύτητα χρειάζεσαι μεγάλες ποσότητες ιπποδύναμης για να υπερνικήσεις την αεροδυναμική αντίσταση. Το χαμηλό βάρος δεν παίζει κανένα ρόλο στην τελική, οπότε πέρα από το μειονέκτημα της αναλογίας κιλών ανά ίππο που έχει μια μοτοσυκλέτα της Moto3 έναντι ενός δίχρονου V4 500, έχει και ελάχιστη ιπποδύναμη για να σημειώσει υψηλή τελική ταχύτητα στις ευθείες.
Βέβαια η πίστα της Jerez δεν έχει μεγάλες ευθείες και στα MotoGP σημειώνονται από τις μικρότερες τελικές ταχύτητες του πρωταθλήματος. Όμως ακόμα κι έτσι, το γεγονός πως μια μονοκύλινδρη τετράχρονη των 250 κυβικών, στα χέρια ενός πιτσιρικά 18 ετών, μπορεί να ξεφτιλίσει μια δίχρονη V4 500, ακόμα κι αν την οδηγεί ο Valentino Rossi στα καλύτερά του, δείχνει πόσο έχει προχωρήσει το άθλημα στο σύνολό του (τεχνολογικά και οδηγηκά) και πόσο απαιτητικό είναι σε κάθε λεπτομέρεια, για τους αναβάτες, τις μοτοσυκλέτες και τις ομάδες. Όσοι λοιπόν νοσταλγούν την δίχρονη εποχή και νομίζουν πως τα GP 500 ήταν γρήγορες μοτοσυκλετες, ας αναθεωρήσουν…
MotoGP: Στα 850 κυβικά η κυριαρχία των V4 θα αμφισβητηθεί ξανά, όπως παλιά!
Αντίθετα με την εξέλιξη έως σήμερα όπου έπεσε ακόμη και το κάστρο της Yamaha
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
16/12/2025
Ο πρώην test rider της Suzuki, Sylvain Guintoli, εξηγεί γιατί τα MotoGP οδηγήθηκαν στη κυριαρχία των V4 κινητήρων, αλλά και γιατί το πλεονέκτημα αυτό ίσως να μην είναι δεδομένο στην εποχή των 850cc.
Για πρώτη φορά από την αρχή της τετράχρονης εποχής τους, το 2002, τα MotoGP θα έχουν από την σεζόν του 2026 μοτοσυκλέτες αποκλειστικά με V4 κινητήρες, τώρα που έπεσε και το κάστρο της Yamaha.
Στις περισσότερες από τις 24 σεζόν που πέρασαν από την κατάργηση των δίχρονων 500cc, ο ανταγωνισμός μεταξύ V και Inline κινητήρων ήταν σχετικά ισορροπημένος.
Σε επίπεδο τίτλων αναβατών, 14 έχουν κατακτηθεί από V-κινητήρες, δύο με τον V5 της Honda. Ενώ οι υπόλοιποι δώδεκα με V4 των Honda και Ducati.
Οι εν σειρά κινητήρες μετρούν δέκα παγκόσμια πρωταθλήματα, εννέα από την Yamaha και ένα από την Suzuki, όταν ο Joan Mir κατέκτησε τον τίτλο το 2020.
Ο Fabio Quartararo χάρισε στη Yamaha τον πιο πρόσφατο τίτλο της το 2021, πριν η Suzuki αποχωρήσει με στυλ, κερδίζοντας δύο από τους τρεις τελευταίους αγώνες της το 2022. Αυτές έμελλε να είναι και οι τελευταίες νίκες εν σειρά κινητήρων, μέχρι νεοτέρας, με τη Yamaha να επιβεβαιώνει ότι από το 2026 θα περάσει και εκείνη σε V4, ακολουθώντας τις Ducati, Aprilia, KTM και Honda.
Η ίδια η ιστορία της Suzuki στο MotoGP δείχνει πόσο δραστικά έχει αλλάξει το τοπίο. Η ιαπωνική εταιρεία είχε δυσκολευτεί στο παρελθόν με τον V4 GSV-R, πριν επιστρέψει το 2015 με τετρακύλινδρο εν σειρά κινητήρα.
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της GSX-RR που κατέκτησε τίτλο έπαιξε ο πρώην αναβάτης του MotoGP και πρωταθλητής WorldSBK, Sylvain Guintoli, ως εργοστασιακός δοκιμαστής και με wild-card συμμετοχές.
"Η Suzuki έτρεχε με V4 πριν από πολλά χρόνια, αλλά όταν επέστρεψε, επέλεξε εν σειρά διάταξη, την περίοδο που ήμουν κι εγώ εκεί", δήλωσε ο Guintoli που πλέον εκτελεί χρέη σχολιαστή MotoGP ενώ ακόμα αγωνίζεται στην κατηγορία EWC με την BMW.
"Προφανώς λειτούργησε πολύ καλά, γιατί κερδίσαμε τον τίτλο το 2020. Και μετά ο Fabio πήρε τον τίτλο το 2021. Άρα είχαμε δύο συνεχόμενους τίτλους με εν σειρά κινητήρες.
"Μετά από αυτό ξεκίνησε η κυριαρχία των V4".
Στην ερώτηση τι προκάλεσε τη στροφή προς τους V4, ο Guintoli απάντησε. "Σίγουρα η αεροδυναμική, σε συνδυασμό με την υπεροχή σε ίππους του V4. Τους χρειάζεσαι αυτούς τους ίππους, γιατί έχεις όλη αυτή την αντίσταση από τα φτερά και τις αεροδυναμικές συσκευές στις ευθείες.
"Με τις συσκευές ρύθμισης ύψους, οι μοτοσυκλέτες είναι πλέον πιο “drag”, κάτι που βοηθά στο να περάσει όλη αυτή η δύναμη στο έδαφος."
"Όταν χαμηλώνεις την ανάρτηση πίσω σύστημα και μάλιστα αυτό μπορείς να το κάνεις δυναμικά, μέσα στην στροφή, τότε έχεις μεγαλύτερες δυνατότητες από αυτές που υπήρχαν παλαιότερα για να χρησιμοποιήσεις την ισχύ. Πάντα σε σχέση με μια συμβατική αγωνιστική μοτοσυκλέτα, όπου ο μόνος τρόπος που έχεις να ελέγξεις την δύναμη, είναι απλά να περιορίζεις το άνοιγμα της γκαζιέρας μέχρι να μπεις ουσιαστικά στην τέταρτη σχέση."
"Η αεροδυναμική, οι συσκευές ρύθμισης ύψους και η συνολική πρόσφυση μαζί με την συμβολή των ηλεκτρονικών, επέτρεψαν τις μοτοσυκλέτες να γίνουν πιο αποδοτικές, και στους αναβάτες να χρησιμοποιούν περισσότερη ισχύ από ποτέ. Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται αυτό το μικρό πλεονέκτημα του V4".
Σύμφωνα με τον Guintoli, το πλεονέκτημα αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν πέφτει η πρόσφυση των ελαστικών στη διάρκεια του αγώνα.
"Σε συνθήκες αγώνα, όταν μειώνεται η πρόσφυση, δεν μπορείς να διατηρήσεις την ίδια ταχύτητα στη στροφή", εξηγεί.
"Με έναν V4 όμως μπορείς να φρενάρεις και να στρίψεις πιο γρήγορα στην κορυφή της στροφής και μετά να χρησιμοποιήσεις όλη τη δύναμη μόλις σηκώσεις τη μοτοσυκλέτα.”
"Έτσι χάνεις λιγότερο χρόνο σε σχέση με το να προσπαθείς να διατηρήσεις την ταχύτητα μέσα στη στροφή, που είναι το δυνατό σημείο ενός εν σειρά.
"Γι’ αυτό, κατά τη γνώμη μου, τα πράγματα πήγαν προς τα εκεί… Αλλά δεν είναι δεδομένο ότι αυτό θα ισχύει και με τους νέους κανονισμούς του 2027!".
Με το MotoGP να περνά στα 850cc από το 2027, να καταργεί τις συσκευές ρύθμισης ύψους και να αλλάζει σε ελαστικά Pirelli, το σημερινό πλεονέκτημα του V4, που βασίζεται στη μέγιστη αξιοποίηση του πίσω Michelin, μπορεί να εξαφανιστεί.
"Θα δούμε, αλλά το 2027 θα έχουμε πιο ‘φυσικές’ μοτοσυκλέτες, χωρίς συσκευές ρύθμισης ύψους, με λιγότερη αεροδυναμική. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα."
"Ίσως ένας Ι4 να μην είναι κακή ιδέα!".
Δεν είναι τυχαίο ότι Kawasaki, Yamaha και BMW με κινητήρες εν σειρά έχουν κατακτήσει τέσσερις από τους έξι τελευταίους τίτλους στο WorldSBK με ελαστικά Pirelli.
Ωστόσο, με τόση γνώση και δεδομένα πλέον χτισμένα γύρω από τον V4, και ακόμη και τη Yamaha να αλλάζει φιλοσοφία αναζητώντας περισσότερη πρόσφυση πίσω, κανένας κατασκευαστής των MotoGP δεν δείχνει προς το παρόν διατεθειμένος να εξετάσει σοβαρά έναν Ι4 κινητήρα. Το αντίθετο μάλιστα, η Yamaha καίει την σεζόν που έρχεται ως προετοιμασία για να χτίσει εμπειρία με την διάταξη, ενώ ταυτόχρονα προετοιμάζει τον Toprak.