Σε απόγνωση ο Jorge Lorenzo

Πέρασε τα χειρότερα γενέθλια της ζωής του
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

6/5/2019

Το γεγονός πως στα ελεύθερα δοκιμαστικά της Παρασκευής πήγε να παρκάρει την Honda του στο box της… Ducati, δείχνει πόσο μεγάλη ψυχολογική πίεση είχε βάλει στις πλάτες του ο Jorge Lorenzo για τον αγώνα της Jerez. Από την αρχή της χρονιάς είχε δηλώσει πως στον αγώνα της Jerez θα είναι πανέτοιμος, τόσο σε ό,τι αφορά την αποκατάσταση της φυσικής του κατάστασης μετά τον τραυματισμό του, όσο και σε ό,τι αφορά την προσαρμογή του στη μοτοσυκλέτα της Honda. Μέσα σε όλα αυτά προσθέστε πως η Jerez είναι στην πατρίδα του την Ισπανία (έδρα της Repsol) και πως το Σάββατο ήθελε να γιορτάσει τα γενέθλιά του με ένα καλό αποτέλεσμα στα χρονομετρημένα. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έγινε όπως θα τα ήθελε. Πτώσεις την Παρασκευή και το Σάββατο και φυσικά οι χρόνοι και ο ρυθμός του κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικοί ήταν. Την ώρα που οι μισοί αναβάτες έσπαγαν το ρεκόρ πίστας ο ένας μετά τον άλλον, εκμεταλλευόμενοι την καινούρια άσφαλτο και τα εξελιγμένα ελαστικά της Michelin, ο Jorge Lorenzo έσπαγε τα φαίρινγκ της Honda. “Προφανώς είμαι απογοητευμένος. Μπορείς να το δεις στο πρόσωπό μου. Δεν είναι ένα χαρούμενο πρόσωπο αυτό”, δήλωσε μετά τον αγώνα στους δημοσιογράφους. Το ερώτημα φυσικά είναι να μάθουμε σε τι οφείλεται αυτό το κακό αποτέλεσμα. Κακό όχι μόνο ως προς τις προσδοκίες του ίδιου του Lorenzo, αλλά και ως προς τις δυνατότητες της μοτοσυκλέτας και της ομάδας του, η οποία είδε τη μία μοτοσυκλέτα της να κυριαρχεί όλο το τριήμερο και να κερδίζει “για πλάκα” τον αγώνα και την άλλη να χάνει τη μία θέση μετά την άλλη έως τον τελευταίο γύρο.

Η αλήθεια είναι ότι ο διπλός τραυματισμός του Lorenzo (ουσιαστικά έχασε τους τελευταίους αγώνας του 2018 λόγω σπασμένου ποδιού και έχασε ολόκληρη την προετοιμασία για το 2019 λόγω σπασμένου χεριού) είχε ως αποτέλεσμα να έχει κάνει τις λιγότερες ώρες οδήγησης σε υψηλό ρυθμό από οποιονδήποτε άλλο αναβάτη. Αυτό αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν προσθέσουμε την αλλαγή μοτοσυκλέτας και ομάδας. Μέχρι πέρσι οδηγούσε την ιδιότροπη Ducati, όπου τον ανάγκασε να αλλάξει εντελώς τον τρόπο που οδηγεί (σε σχέση με την Yamaha) για να φτάσει στο σημείο να κερδίζει αγώνες και μάλιστα του πήρε μία ολόκληρη αγωνιστική σεζόν για να το καταφέρει. Τώρα οδηγεί την αντίστοιχα ιδιότροπη Honda, όπου παρά τη σαφή βελτίωση σε σχέση με πέρσι, εξακολουθεί να απαιτεί τη σκληρή γόμμα της Michelin στον εμπρός τροχό σε όλες τις πίστες και σε όλες τις συνθήκες.

Από τότε που οι μοτοσυκλέτες των MotoGP απέκτησαν ξανά κινητήρες 1000cc εκτοξεύοντας την ιπποδύναμη και κυρίως τη ροπή τους, (τρώνε λάστιχα και κάνουν σούζες πιο εύκολα από τα 800cc) η Honda έχει σταθερά πρωταγωνιστικό ρόλο μόνο στα χέρια του Marquez. Όλοι οι άλλοι αναβάτες της Honda δυσκολεύονται να την ανεβάσουν στο βάθρο και για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να τους βοηθήσουν οι συνθήκες, οι συγκυρίες και να ευθυγραμμιστούν οι πλανήτες στον αστερισμό του Κενταύρου.

Σύμφωνα με τον Lorenzo: “Η Honda μεταφέρει υπερβολικό βάρος στον εμπρός στα φρένα και απαιτεί από εμένα να βάζω πολύ δύναμη στα χέρια. Δεν πονάω τόσο πολύ πλέον όταν οδηγώ (σ.σ. λόγω του τραυματισμού στον καρπό) αλλά ακόμα δεν μπορώ να κάνω σωστά τις ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης στο γυμναστήριο.” Και συνεχίζει: “Αυτό (η υπερβολική μεταφορά βάρους εμπρός) μου δημιουργεί μια αίσθηση ανασφάλειας και χάνω πάρα πολύ χρόνο στις εισόδους των στροφών σε σχέση με τον Nakagami, τον Cal και φυσικά τον Marc. Είμαι βέβαιος ότι έχει να κάνει με τη ρύθμιση του φρένου του κινητήρα στο κλείσιμο του γκαζιού, ίσως να σχετίζεται και με το πλαίσιο. Δεν το έχουμε βρει ακόμα. Δεν έχουμε κατανοήσει την ακριβή αιτία του προβλήματος.”

Στην πραγματικότητα όμως, το πρόβλημα του Lorenzo είναι οι υπερβολικές προσδοκίες που είχε δημιουργήσει στον εαυτό του. Όπως όλοι όσοι αρνούνται να αποδεχτούν την σαφή ανωτερότητα του Marquez, νόμιζε πως η μοτοσυκλέτα της Honda είναι – έστω και λίγο – καλύτερη και ευκολότερη από την Ducati. Νόμιζε ότι χρόνος προσαρμογής θα ήταν σχεδόν μηδενικός και ότι το μόνο του πρόβλημα είναι η αποκατάσταση του τραυματισμού του. Γι΄αυτό και είχε δώσει την υπόσχεση πως στον αγώνα της Jerez θα δούμε όλοι τις πραγματικές δυνατότητές του με τη μοτοσυκλέτα της Honda. Ειρωνικά θα λέγαμε, αυτός ήταν ένας από τους χειρότερους αγώνες που έχει κάνει στη μεγάλη κατηγορία.

Ο τραυματισμός δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πλέον ως δικαιολογία. Η πίεση από εδώ και πέρα είναι αφόρητη για τον Ισπανό και το γνωρίζει. “Υπάρχουν μοτοσυκλέτες που τις καβαλάς και πάς γρήγορα από την πρώτη μέρα. Υπάρχουν αναβάτες που προσαρμόζονται γρήγορα στις αλλαγές. Υπάρχουν όμως και μοτοσυκλέτες που θέλουν χρόνο για να τις μάθεις και να τις εμπιστευτείς. Φαίνεται πως ανήκω στη δεύτερη κατηγορία”.

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.