Honda CB400F 1975: Μισός αιώνας ιστορίας για την τετρακύλινδρη με τον φανταστικό ήχο

Η τετρακύλινδρη στογγυλοφάναρη Honda με τον εξαιρετικό ήχο
Honda CB400F 1975: Μισός αιώνας ιστορίας για την τετρακύλινδρη με τον φανταστικό ήχο
Από τον

Παύλο Καρατζά

8/1/2026

Η Honda CB400 Four παρουσιάστηκε στο Σαλόνι της Κολωνίας το 1974 και ήταν ουσιαστικά η διάδοχος της CB350 Four που είχε κυκλοφορήσει δύο χρόνια νωρίτερα. Στο ρεζερβουάρ της υπήρχε γραμμένο το “Super Sport” που αναφερόταν στον πιο σπορ χαρακτήρα της, κάτι που συνέβαλε στο να γίνει μια μοτοσυκλέτα πολύ περιζήτητη από τους νέους.

Χωρίς αμφιβολία, στην IFMA (Internationale Fahrrad-und Motorrad-Ausstellung) που πραγματοποιήθηκε στην Κολωνία το 1974, η Honda έκανε μια μεγάλη επίδειξη δύναμης. Πολλοί από τους επισκέπτες που πλησίασαν το περίπτερο που είχε στήσει ο ιαπωνικός κατασκευαστής στην γερμανική Έκθεση Μοτοσυκλέτας εκείνης της χρονιάς, το έκαναν με την ιδέα να δουν από κοντά την GL-1000 Gold Wing, ένα μοντέλο που είχε ήδη παρουσιαστεί προηγουμένως στις Ηνωμένες Πολιτείες.

CB400F

Ωστόσο, η μεγάλη προσδοκία που είχε δημιουργηθεί γύρω από την πρώτη Gold Wing, επισκιάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την CB400 Four, η οποία παρουσιάστηκε ως έκπληξη την ίδια χρονιά στην Κολωνία. Μάλιστα η τετρακύλινδρη 400άρα εμφανιζόταν με την ονομασία Dream CB 400 Four σε πολλά επίσημα έγγραφα της Honda.

Σε σχέση με την CB350 Four του 1972, η τότε πρωτότυπη CB400 Four έφερε νέο πλαίσιο, αυξημένη χωρητικότητα 408 κυβικών και κιβώτιο έξι ταχυτήτων, ενώ η μοτοσυκλέτα θεωρούνταν γρήγορη και τεχνολογικά προηγμένη για την εποχή. Η Honda ανέπτυξε δύο εκδόσεις της CB400, μία 408 cc για το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου και μία 398 cc για την Ιαπωνία και τη Γαλλία για λόγους νομοθεσίας.

CB400F

Με σκοπό να βελτιώσει τις πωλήσεις της στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1977 η Honda ανέπτυξε μια πιο τουριστική έκδοση με ψηλότερο τιμόνι και μαρσπιέ, καθώς και επανασχεδιασμένο ρεζερβουάρ.

Παρά την καλή πρώτη εντύπωση που έκανε το μοντέλο όταν παρουσιάστηκε το 1974, στη συνέχεια δεν πέτυχε την εμπορική επιτυχία που επιθυμούσε η Honda. Όλα δείχνουν ότι η αιτία μπορεί να ήταν η υψηλή τιμή του, καθώς ήταν περίπου 15-20% υψηλότερη από αυτή των άμεσων ανταγωνιστών του.

CB400F

Το κάρτερ της ήταν σχετικά μικρό, αφού προερχόταν από την CB350. Ο κινητήρας της ήταν τετρακύλινδρος σε σειρά, με οκτώ βαλβίδες και έναν εκκεντροφόρο επικεφαλής. Η διαδρομή (50,0 mm) ήταν ίδια με αυτή του προκατόχου της, ενώ η διάμετρος ήταν 4 mm μεγαλύτερη (51,0 mm) για να αυξηθεί ο κυβισμός στα 408 cc όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Την τροφοδοσία ανέλαβαν τέσσερα καρμπιρατέρ Mikuni διαμέτρου 20 mm, ενώ ήταν και η πρώτη μοτοσυκλέτα Honda δρόμου που έφερε κιβώτιο ταχυτήτων έξι ταχυτήτων.

Η ικανότητα του τετρακύλινδρου κινητήρα στο να ανεβάζει στροφές ήταν εξαιρετική για την εποχή, με τον κόφτη να έρχεται μετά από τις 10.000 στροφές και με μέγιστη τιμή τους 37 ίππους στις 8.500 σ.α.λ. και 3,16 kg.m στις 7.500 σ.α.λ. Όσον αφορά την τελική ταχύτητα, η Honda ανακοίνωσε ότι ήταν σε θέση να φτάσει τα 168 km/h. Το σύστημα εξάτμισης ήταν εμπνευσμένο εκείνο της Yoshimura που έφερε το μεγάλο αδερφάκι της, CB750 Four, τύπου 4 σε 1.

Το πλαίσιο ήταν ατσάλινο και απλούστερο από αυτό της CB750 Four. Στις αναρτήσεις, η CB400F διέθετε τηλεσκοπικό πιρούνι με διάμετρο 33 mm και πίσω δύο αμορτισέρ που επέτρεπαν τη ρύθμιση της προφόρτισης του ελατηρίου. Οι διαδρομές ήταν 115 και 79 mm αντίστοιχα.

CB400F

Όσον αφορά το σύστημα πέδησης, μπροστά έφερε ένα δίσκο 220 mm με μια μονοπίστονη δαγκάνα και πίσω ταμπούρο! Οι ζάντες της ήταν ακτινωτές και τα μεγέθη των τροχών ήταν 3,00 x 18 μπροστά και τα πίσω 3,50 x 18.

Σύμφωνα με την Honda, ο σχεδιασμός της ήταν εμπνευσμένος από τις café racer, με έμφαση στο μακρύ ρεζερβουάρ και το τιμόνι, που ανάγκαζε τον αναβάτη να σκύβει προς τα εμπρός. Τα φτερά, το σύστημα εξάτμισης, τα αμορτισέρ και τα καλύμματα του κινητήρα ήταν μάλιστα επιχρωμιωμένα.

Η CB400F “Super Sport” παρουσιάστηκε ως σπορ μοτοσυκλέτα. Ωστόσο, οι μεγαλύτερες επιτυχίες της στους αγώνες ήρθαν αργά, όταν το μοντέλο είχε ήδη σταματήσει να παράγεται. Απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι ο Ron «Rocket» Haslam κατάφερε να κερδίσει τον παγκόσμιο τίτλο της TT Formula 3 το 1980 με μια CB400 Four που είχε προετοιμάσει η Nettleton Motorcycles, ένας επίσημος έμπορος της Honda που τότε βρισκόταν σε μια μικρή πόλη στην ανατολική Αγγλία.

Αξίζει να αναφερθεί και το όνομα του Kaz Yoshima, υπαλλήλου του τμήματος Honda R&D στην Ιαπωνία, που ανέπτυξε ένα κιτ αγώνων 492 κυβικών για την CB400F. Με αυτό, η μέγιστη ισχύς αυξήθηκε στους 60 ίππους και επέτρεψε στον κινητήρα να φτάσει τις 13.500 σ.α.λ. Με αυτό το κιτ, διάφοροι αναβάτες αγωνίστηκαν σε διάφορα πρωταθλήματα Formula 2, χωρίς όμως να επιτύχουν αξιοσημείωτα αποτελέσματα σε αγώνες που κυριαρχούσαν τότε οι δίχρονες μοτοσυκλέτες.

 

Ετικέτες

MV Agusta: Έχει πλάνο ανερχόμενης δύναμης

Συνδέοντας τα κομμάτια ενός πολύ μεγάλου παζλ
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

7/10/2020

Όταν μιλάμε για ιταλική βιομηχανία μοτοσυκλετών, στο μυαλό μας υπάρχουν δύο μεγάλες εταιρείες. Η μία είναι ο όμιλος της Piaggio που έχει κάτω από την ομπρέλα της την Aprilia και την Moto Guzzi (τυπικά ξεχωριστές εταιρείες είναι η Vespa και οι Gilera) και φυσικά η Ducati που έχει ισχυρή παρουσία στα παγκόσμια πρωταθλήματα MotoGP και WSBK, έστω κι αν παραγωγή των δύο εργοστασίων της σε Ιταλία και Ταϊλάνδη δεν είναι στο μέγεθος της Piaggio. Το όνομα της Benelli προστέθηκε στη λίστα των μεγάλων ιταλικών εταιρειών τα τελευταία χρόνια χάρη στην επιτυχημένη εμπορική πορεία του TRK 502 (κυρίως στην ιταλική αγορά), έστω κι αν υπάρχουν αντιρρήσεις από κάποιους ως προς την ιταλική “γνησιότητά” τους. Η MV Agusta από την άλλη μεριά είχε πάντα την εικόνα που έχουν οι εταιρείες της οικογένειας Castiglioni. Δηλαδή την εικόνα μικρών boutique που φτάνουν έως το σημείο να κάνουν ένα άλμα ανάπτυξης, αλλά πάντα κάτι συμβαίνει με τα οικονομικά και η παραγωγή σταματά, γυρίζοντας πίσω στο μηδέν… Σε αυτό το σημείο βρέθηκε για πολλοστή φορά η MV Agusta το 2016, παρά το γεγονός πως λίγους μήνες πριν είχε ανακοινωθεί μια σημαντική οικονομική σύμπραξη με την AMG (θυγατρική εταιρεία του γερμανικού κολοσσού της Mercedes-Benz). Τράπεζες, προμηθευτές και ιταλικό κράτος στρίμωξαν στη γωνία τον Giovanni Castiglioni, ο οποίος αναγκάστηκε να συνεργαστεί με έναν νεαρό Ρώσο επιχειρηματία, που μέχρι τότε δεν είχαμε ακούσει το όνομά του.

Ο Timur Sardarov και ο αδερφός του Ratmir Sardarov κατέληξαν να έχουν το 100% των μετοχών της MV Agusta το 2019, βγάζοντας έξω από κάθε διοικητικό ρόλο των Giovanni Castiglioni. Έως τότε ο κόσμος παρακολουθούσε με καχυποψία τους δύο Ρώσους, καθώς δεν φαινόταν να ρίχνουν με το τσουβάλι λεφτά για την εξέλιξη νέων μοντέλων και την αύξηση της παραγωγής. Δηλαδή δεν έκαναν ό,τι έκαναν οι κινέζοι της QJ με την Benelli, όπου μέσα σε δύο χρόνια παρουσίασαν δέκα διαφορετικά νέα μοντέλα σε όλες τις κατηγορίες. Όμως στην πορεία αποδείχτηκε πως οι δύο Ρώσοι επενδυτές κάθε άλλο παρά “αεριτζήδες” είναι. Κοιτώντας σήμερα το ανθρώπινο δυναμικό της MV Agusta, θα δούμε σε θέσεις κλειδιά πολύ γνωστά ονόματα του χώρου της βιομηχανίας, με τεράστιες επιτυχίες στην καριέρα τους. Το πιο οικείο είναι φυσικά του Massimo Bordi που όχι μόνο σχεδίασε τους Desmo τετραβάλβιδους κινητήρες των Ducati 851/916 αλλά κατείχε και τη θέση του CEO της Ducati όταν την είχαν αγοράσει οι Αμερικάνοι επενδυτές. Ήταν αυτός που έκανε την Ducati κερδοφόρα, ώστε να μπορέσουν οι Αμερικάνοι επενδυτές να την πουλήσουν… με το αζημίωτο.  

Το Νοέμβριο του 2019, ο Timur Sardarov ανακοίνωσε το νέο οργανόγραμμα της εταιρείας και το πενταετές αναπτυξιακό πλάνο, το οποίο σηματοδοτεί το τέλος της εποχής Castiglioni και την επιστροφή μιας θρυλικής προσωπικότητας, του Massimo Bordi, στη θέση του Εκτελεστικού Αντιπροέδρου, με πλήρη έλεγχο πάνω στην παραγωγή και τον ποιοτικό έλεγχο του εργοστασίου. Ο Bordi έδωσε μια άκρως αποκαλυπτική και διαφωτιστική συνέντευξη στο αμερικάνικο Cycle Word, μιλώντας για όλους και για τα πάντα, καθώς πέρα από τον Sardarov είναι κι αυτός ένας εκ των εμπνευστών του πλάνου. Το πρώτο μέρος του σχεδιασμού είναι να ολοκληρώσουν την χρονιά έχοντας πετύχει τον στόχο των 3.000 μοτοσυκλετών στην παραγωγή, κάτι που δεν ήταν –όπως προκύπτει μέχρι τώρα- κάτι ιδιαίτερα δύσκολο, ενώ οι πωλήσεις των εκδόσεων Serie Oro, των Superveloce 800 και Brutale 1000, έχουν συνεισφέρει τα μέγιστα στα έσοδα της εταιρείας. Το επόμενο βήμα είναι να αυξάνεται η παραγωγή κατά 3.000 μονάδες (ή και παραπάνω) κάθε χρόνο!

Δεν πρόκειται για ένα εύκολο καθήκον και ο Bordi τόνισε ότι θα στηριχθούν σε τρεις πυλώνες για να πετύχουν κάτι τέτοιο. Αρχικά, θα παρουσιάσουν ένα δυνατό πρόγραμμα που θα είναι στοχευμένο στην διαρκή εξέλιξη των τρικύλινδρων κινητήρων, τόσο από πλευράς ποιότητας, όσο και αξιοπιστίας, απόδοσης και ευκολίας. Μέχρι στιγμής, ο συγκεκριμένος κινητήρας έχει αποδειχθεί ως το δυνατό χαρτί της MV Agusta και η γκάμα των μοτοσυκλετών που τον χρησιμοποιούν δημιουργεί μια ισχυρή εικόνα για την εταιρεία. Το πρώτο βήμα θα είναι η αύξηση του κυβισμού στα 950cc, μια δύσκολη πρόκληση διότι θέλουν να το καταφέρουν χωρίς να αυξήσουν αντίστοιχα το βάρος και τις διαστάσεις. Υπολογίζεται ότι η απόδοσή του θα είναι κοντά στους 170 ίππους, δημιουργώντας έναν εξαιρετικό λόγο κιλών ανά ίππο.

"Το επόμενο βήμα θα είναι ένας κινητήρας με υπερσυμπιεστή ο οποίος θα κινείται ηλεκτρικά", λέει ο Bordi και εξηγεί ότι αυτή η λύση είναι η ιδανικότερη για μοτοσυκλέτες, καθώς η λειτουργία του θα ελέγχεται πλήρως από την ECU. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα θα είναι μια ευθεία γραμμή στο διάγραμμα της ροπής σε συνδυασμό με πρωτόγνωρα επίπεδα ισχύος και εξαιρετική κατανάλωση. Με δεδομένο το παρελθόν του Bordi στην μηχανολογία τα τελευταία 50 χρόνια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για όλα αυτά που λέει υπάρχει τεκμηριωμένο υπόβαθρο.

"Ο δεύτερος πυλώνας θα είναι η συνεργασία που πρόσφατα υπέγραψε ο Timur με τον κινέζικο κολοσσό την Loncin Motor Co, της οποίας τα αποτελέσματα θα τα δούμε πολύ σύντομα και θα αφορούν μια νέα γενιά δικύλινδρων κινητήρων 350cc, και αργότερα 500cc". Οι κινητήρες αυτοί σχεδιάζονται και εξελίσσονται από την MV Agusta στο εργοστάσιό της, ενώ αυτός των 350cc θα έχει προτεραιότητα, καθώς ο Bordi θεωρεί ότι ο συγκεκριμένος κυβισμός είναι από τους πιο δημοφιλείς στην παγκόσμια αγορά. "Η συνεργασία με την Loncin Motor Co στο συγκεκριμένο project", δήλωσε ο Bordi, "θα επιτρέψει στην MV Agusta να πετύχει τέτοια νούμερα στην παραγωγή της που δεν είχε δει ποτέ το εργοστάσιο στην Schiranna, ούτε καν την εποχή της Aermacchi – Harley Davidson."

Όμως φαίνεται η συνεργασία με τις κινέζικες εταιρείες δεν σταματά εδώ. Τον Σεπτέμριο του 2020 η MV Agusta ανακοίνωσε τη νέα στρατηγική συνεργασία με την QJ-Motor Co. για την διάθεση των μοτοσυκλετών του ιταλικού εργοστασίου στην Κίνα. Το γκρουπ QJ είναι ένας από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές στην Κίνα και η συμφωνία περιλαμβάνει –αρχικά όπως τονίζεται- την εμπορική διάθεση των MV Agusta μέσω ενός δικτύου μεγάλων καταστημάτων σε όλη την χώρα. Σε δεύτερο στάδιο, η συνεργασία θα περιλαμβάνει την από κοινού εξέλιξη σε βιομηχανικό επίπεδο και την συνεργασία σε νέα projects. Ήδη η QJ έχει υποσχεθεί πως θα έχει έναν νέο τετρακύλινδρο εν σειρά κινητήρα 1000 κυβικών και η φωτογραφία που έδειξε, έμοιαζε σε όλους μας πολύ με τον προηγούμενο κινητήρα των F4 1000 και Brutale 1000 της MV Agusta.

Μέσα σε όλες αυτές τις κινήσεις ο CEO της MV Agusta, Sardarov προσέλαβε τον Enrico Pellegrino για τη θέση του Head of Business & Network Development. Ο κ. Pellegrino έχει 30 χρόνια εμπειρίας στο χώρο της βιομηχανίας και η πρώτη του θέση ήταν στην Ford. Στην καριέρα του έχει συνεργαστεί με την Ducati και την Yamaha Motor Company. Πριν από δέκα χρόνια ξεκίνησε να εργάζεται στην Peugeot Motorycles, που πρόσφατα αγοράστηκε απ’ την Mahindra και ήταν Managing Director πριν γίνει Global Commercial Director του Ομίλου. Βλέπουμε λοιπόν, πως μαζί με τις καθαρά επιχειρηματικές κινήσεις σε επίπεδο συνεργασιών, ο Timur Salvador φροντίζει να τοποθετεί στους σωστούς ανθρώπους στις σωστές θέσεις. Είναι πλέον πέρα για πέρα ξεκάθαρο, πως η MV Agusta έχει κάνει την απαραίτητη προεργασία για το επόμενο μεγάλο βήμα που θα την καθιερώσει ως μία από τις μεγάλες ιταλικές εταιρείες, όχι μόνο ως προς την αίγλη και την ιστορία του ονόματός της, αλλά και ως προς την εμπορική της παρουσία στις παγκόσμιες αγορές.