Αποκλειστικό: Δοκιμάσαμε τα KTM EXC 250/300 TPI 2018!

Σκαρφαλώσαμε μαζί τους στο Erzberg!
Από τον

Κίμωνα Καράμπελα

9/6/2017

Κοινός τόπος σε συζητήσεις για νέες δίχρονες enduro, ήταν συχνά η θεωρητική αναζήτηση της πρακτικής πλευράς του ψεκασμού, έχοντας ερωτήματα όπως: πώς θα λειτουργεί κι αν ποτέ θα κάνει την εμφάνισή του στην παραγωγή. Ο καιρός περνούσε, υπήρχαν αρκετά πρωτότυπα μοντέλα με δίχρονους injection κινητήρες που μας προϊδέαζαν ότι η εξέλιξη έρχεται, τα βλέπαμε και κάναμε σκέψεις για την απόδοσή τους, ονειρευόμασταν ότι πλέον δεν θα χρειαζόταν να ασχοληθείς με την ρύθμιση του καρμπυρατέρ όπως και με το υψόμετρο και τις θερμοκρασίες, αλλά και πολλά ακόμα που μέχρι τώρα απασχολούσαν τους αναβάτες των δίχρονων enduro μοτοσυκλετών.

Ήταν τελικά θέμα χρόνου να κάνει κάποιος κάτι για τον ψεκασμό στα δίχρονα, και αυτός ο κάποιος δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από την KTM που δεν έπαψε ποτέ να υποστηρίζει τους δίχρονους κινητήρες ισόποσα με τους τετράχρονους! Οι πρώτες δίχρονες injection enduro μοτοσυκλέτες βγήκαν στην παραγωγή κι εμείς με γουρλωμένα μάτια προσπαθούσαμε να διαβάσουμε ανάμεσα στις γραμμές του δελτίου τύπου των αυστριακών, θέλοντας να αποκωδικοποιήσουμε και να μαντέψουμε την λύση που είχε ακολουθήσει η KTM!

Το μόνο που περιμέναμε πλέον, ήταν να βρεθούμε στην επίσημη παρουσίαση των νέων επαναστατικών δίχρονων μοντέλων του 2018. Η πολυπόθητη στιγμή έφτασε, κι όπως ήδη έχετε παρακολουθήσει από την παρουσία μας στα social media, το ΜΟΤΟ ταξίδεψε αποκλειστικά από την Ελλάδα, μέχρι την Αυστρία στο Erzberg Mine! Πρόκειται για το θρυλικό λατομείο που φιλοξενεί έναν από τους δυσκολότερους extreme enduro αγώνες του κόσμου με την ονομασία Erzberg Rodeo, όπου πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση των KTM EXC TPI 250 και 300ων κυβικών, από όπου συγκεντρώσαμε όλες τις λεπτομέρειες, και αναλυτικά θα παρουσιάσουμε στο επόμενο τεύχος, της 1ης Ιουλίου!

Μέχρι τότε:

Με αυτή την κίνηση, η KTM γίνεται η πρώτη εταιρία που φέρνει σε παραγωγή δίχρονες injection εκτός δρόμου μοτοσυκλέτες. Ένα μεγάλο βήμα για την εξέλιξη των δίχρονων μοτοσυκλετών φωνάζοντας ότι είναι ακόμα στο ‘’παιχνίδι’’ και από ότι φαίνεται θα είναι για πολλά χρόνια ακόμα. Ας δούμε ακόμα πιο αναλυτικά τί νέο μας παρουσίασε η αυστριακή εταιρία:

Η τεχνολογία ΤΡΙ (Transfer Port Injection) εξελίχθηκε από την ΚΤΜ σε συνεργασία με την Synerject, και πρόκειται για σύστημα τροφοδοσίας με ψεκασμό απ’ ευθείας στις θυρίδες μεταφοράς. Η λίπανση του κινητήρα γίνεται αυτόματα μέσω μιας ηλεκτρονικά ελεγχόμενης τρόμπας λαδιού και φυσικά υπάρχει ξεχωριστό δοχείο λαδιού.

ΝΕΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ:

•        Χαμηλότερη κατανάλωση 20-30%

•        Ελαχιστοποίηση κραδασμών

•        Μεγαλύτερη ευστροφία του κινητήρα

•        Λιγότερα καυσαέρια

•        Βελτιωμένη απόδοση

•        Αυτόματη ρύθμιση καυσίμου-λαδιού ανάλογα με το υψόμετρο και την θερμοκρασία

•        Δεν σημειώνεται απώλεια βενζίνης από υπερχείλιση (καρμπυρατέρ) όπως π.χ. σε περίπτωση πτώσης ή μεγάλης κλίσης σε στροφή

•        Δεν χρειάζεται μίξη βενζίνης-λαδιού στο ρεζερβουάρ

 

Οι νέοι ψεκαστοί - εφοδιασμένοι με το σύστημα ΤΡΙ - κινητήρες της ΚΤΜ, διαθέτουν σώμα ψεκασμού χωρίς μπεκ, με διάμετρο 39mm από την Dell’Orto. Από εκεί γίνεται η ρύθμιση της παροχής του αέρα στον στροφαλοθάλαμο, ενώ τα δύο μπεκ ψεκάζουν την βενζίνη στις θυρίδες μεταφοράς, τοποθετημένα αντίστροφα με την κίνηση του αέρα, ώστε το μίγμα να προχωρήσει στον θάλαμο καύσης. Η αντίστροφη τοποθέτηση των μπεκ, βοηθά στην καλύτερη μίξη και κυρίως στον ακριβή έλεγχο της ποσότητας του καυσίμου. Στην ουσία η μίξη αέρα, λαδιού και βενζίνης διαχωρίζεται σε δύο φάσεις και δεν γίνεται πλέον σε μία, όπως στα καρμπυρατέρ. Η παροχή δύναμης ελέγχεται από την πεταλούδα στο σώμα του ψεκασμού ενώ υπάρχει και σύστημα επιστροφής, το λεγόμενο push-pull. 

Διαθέτει κεντρική ηλεκτρονική μονάδα διαχείρισης, EMS (engine management system) η οποία αποφασίζει λαμβάνοντας τα δεδομένα από όλους τους αισθητήρες που βρίσκονται στην μοτοσυκλέτα. Χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες που την τροφοδοτούν οι αισθητήρες για την πίεση του αέρα εισαγωγής και του περιβάλλοντος, της θέσης του γκαζιού και της θερμοκρασίας, η κεντρική μονάδα ρυθμίζει τον χρόνο ανάφλεξης και την ποσότητα καυσίμου που θα ψεκάσει σύμφωνα και με το υψόμετρο και την θερμοκρασία περιβάλλοντος. Απαλλάσσοντας έτσι τον αναβάτη, από την διαδικασία του ψαξίματος της ιδανικής ρύθμισης!

Τα πηνία άλλαξαν και τοποθετήθηκαν εκείνα που χρησιμοποιούν τα τετράχρονα μοντέλα, πολύ απλά γιατί ο ψεκασμός έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις σε ρεύμα, κι έτσι καλύπτονται οι ανάγκες του νέου συστήματος. Το πλαίσιο δέχτηκε αλλαγές για να φιλοξενήσει το δοχείο λαδιού το οποίο τοποθετήθηκε στο κέντρο της μοτοσυκλέτας, απέκτησε δύο τρύπες, μία στην πάνω μεριά του κοντά στον λαιμό και μία στο τρίγωνο που δημιουργείται στο κέντρο του πλαισίου ώστε να περάσει ο σωλήνας πλήρωσης του δοχείου, έτσι από την τάπα που βρίσκεται ακριβώς μπροστά από την τάπα βενζίνης, συμπληρώνεις λάδι. Το δοχείο λαδιού είναι χωρητικότητας 500ml και μαζί με την χωρητικότητα του σωλήνα μπορείς να κερδίσεις άλλα 200ml γεμίζοντας το μέχρι πάνω. Κάτω από αυτό βρίσκεται η ηλεκτρονική τρόμπα λαδιού που και πάλι μέσω της μονάδας EMS ρυθμίζει την ποσότητα του λαδιού που θα στείλει στον κινητήρα, αποφασίζοντας με βάση τα δεδομένα των αισθητήρων που προαναφέραμε.

Η KTM αναφέρει πως με αυτό το σύστημα έχει μειωθεί αρκετά η εκπομπή ρύπων έως και 50%, κάτι που παρατηρήσαμε και οι ίδιοι όπως παρατηρήσαμε και την μικρή κατανάλωση λαδιού συγκριτικά με την χρήση καρμπυρατέρ αφού η σχέση λαδιού-βενζίνης είναι έως 1:80, δηλαδή μπορείς με 0,7 l λαδιού να ''κάψεις'' τουλάχιστον πέντε ντεπόζιτα βενζίνης των εννέα λίτρων!

 

Η εμπειρία της οδήγησης των νέων KTM EXC ήταν κάτι κυριολεκτικά ανεπανάληπτο, με τις εκπλήξεις να διαδέχονται η μία την άλλη! Καταρχήν ήταν η ίδια η δοκιμασία του Erzberg, που ανήγαγε σε έναν μικρό ή καλύτερα σε έναν κανονικό άθλο, την δοκιμή των δίχρονων EXC. Κι έπειτα ήταν οι ίδιοι οι άνθρωποι της KTM, που δημιουργούσαν ένα υπέροχο κλίμα, κάνοντάς σε να νιώθεις σαν αναβάτης παγκοσμίου πρωταθλήματος, ωθώντας σε να δοκιμάζεις ολοένα και σκληρότερα! Το MOTO ήταν από τα λίγα περιοδικά που όχι μόνο έβγαλε όλες τις διαδρομές, αλλά κέντρισε και το ενδιαφέρον των ανθρώπων της KTM, που προέτρεπαν για μελλοντική συμμετοχή στον αγώνα(!) αλλά το πιο σημαντικό, ρωτούσαν για τυχόν παρατηρήσεις και σκέψεις γύρω από τις νέες EXC! Όλα αυτά, θα τα αναλύσουμε στην έκταση που τους αρμόζει, στο τεύχος της 1ης Ιουλίου όπου θα μάθετε πώς συμπεριφέρονται τα νέα δίχρονα με TPI κάτω από τις απαιτητικές συνθήκες της δοκιμής, με την έντονη υψομετρική διαφορά και την ποικιλία διαδρομών που μας προσέφερε το Erzberg!

 
 
 
 
 
 
 
 
 
Ετικέτες

Ducati Hypermotard V2 SP: Καλύτερο και πιο διασκεδαστικό – Το οδηγήσαμε στην Ιταλία

Μείον 14 κιλά βάρους, περισσότερη ισχύς, η ίδια fun φιλοσοφία 
Ducati Hypermotard V2 SP - Αποστολή Modena
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

5/5/2026

Μία ολόκληρη μέρα στην πίστα δεν ήταν αρκετή στη σέλα του νέου Ducati Hypermotard V2 SP, όχι για να καταλάβουμε αν είναι καλύτερο ή χειρότερο από τη μοτοσυκλέτα που ήρθε για να αντικαταστήσει αλλά για να το χορτάσουμε. Χορταίνεις άλλωστε ποτέ με τέτοιες εμπειρίες.

Όπως και να το κάνει κανείς, το να αφήνεις τη γνωριμία με τη στάνταρ έκδοση της νέας γενιάς Hypermotard V2 για κάποια άλλη στιγμή, έχοντας μπροστά σου μια ολόκληρη μέρα μόνο με την έκδοση SP, την οποία και οδηγήσαμε στη σχετικά μικρή και σφιχτή πίστα της Modena, έχει και τα πολύ καλά της. Ξάφνου όλα εκείνα τα πράγματα που πρέπει να έχεις υπόψη σου για να δεις αν οι άνθρωποι του Borgo Panigale έκαναν καλά τη δουλειά τους στο να δημιουργήσουν μια μοτοσυκλέτα για δημόσιο δρόμο, η οποία δεν πρέπει να αφήνει στην άκρη τον παράγοντα χρηστικότητα, χάνουν τη σημασία τους και αυτό που μένει είναι ο παράγοντας διασκέδαση. Άντε μετά χορτάσεις το Hypermotard V2 SP!

Το νέο Hypermotard V2 έχει κόψει όλα τα δεσμά με τη μοτοσυκλέτα που έρχεται να αντικαταστήσει καθώς εδώ έχουμε να κάνουμε με ολοκαίνουργια γενιά, η οποία κάνει reset και, βαδίζοντας στα χνάρια της προηγούμενης, έρχεται ακόμη πιο κοντά στο πρώτο αερόψυκτο μοντέλο των 1.100 κ.εκ. Φέτος μάλιστα το Hypermotard κλείνει 20 χρόνια από τότε που παρουσιάστηκε η πρώτη γενιά στο κοινό, οπότε έχουμε να κάνουμε με ένα επετειακό μοντέλο εντός και εκτός εισαγωγικών, με το SP να έχει σαφείς αναφορές στα γραφικά του στα 20 χρόνια. Αναφορές στην πρώτη γενιά που αφορούν και τις δύο εκδόσεις εντοπίζονται φυσικά και στη σχεδίαση της μοτοσυκλέτας, με το ράμφος, τα πλαϊνά πλαστικά του ρεζερβουάρ και την μικρή αεροτομούλα στο πίσω μέρος να αποτείνουν κατά κάποιο τρόπο φόρο τιμής στη μοναδική μοτοσυκλέτα της Ducati που αψήφησε τις τάσεις της αγοράς όλα αυτά τα χρόνια και εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσά μας. 

Ducati Hypermotard V2 SP - Αποστολή Modena

Βέβαια στον βωμό της μείωσης του κόστους κάποια στοιχεία που χαρακτήριζαν όχι μόνο το Hypermotard όπως και πολλά ακόμη Ducati πλέον δεν δίνουν το “παρών” ούτε στη μοτοσυκλέτα της ιταλικής εταιρείας που φτιάχτηκε με σκοπό, όπως και οι πρόγονοί της, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει διασκέδαση στον αναβάτη της ακόμη και αν αυτός πετάγεται μέχρι το περίπτερο. Τέλος λοιπόν το πλαίσιο χωροδικτύωμα και στο Hypermotard, όπως και το μονόμπρατσο ψαλίδι. Ακόμη και το σήμα κατατεθέν δεσμοδρομικό σύστημα κίνησης των βαλβίδων δεν είναι πια μαζί μας. Όλες αυτές οι θυσίες όμως απέδωσαν καρπούς στην πράξη αφού το Hypermotard V2, ως Ducati που σέβεται τον εαυτό του, είναι σημαντικά ελαφρύτερο από το προηγούμενο και είναι επίσης και ισχυρότερο χάρη στο νέο κινητήρα των 890 κ.εκ. που έχει και σύστημα μεταβλητού χρονισμού για τις βαλβίδες εισαγωγής. Πόσο ελαφρύτερο; Δεκατρία κιλά χωρίζουν την 3η και την 4η γενιά Hypermotard στη στάνταρ της έκδοση, με τη διαφορά να ανεβαίνει στα 14 για στις εκδόσεις SP! Για μοτοσυκλέτα που ζύγιζε 200 περίπου κιλά πριν, η απώλεια είναι κάτι παραπάνω από αισθητή όταν βρίσκεται στη σέλα του νέου V2 SP, το οποίο, έναντι της στάνταρ μοτοσυκλέτας, έχει σημαντικές διαφορές που το κάνουν και πιο ευχάριστο στην πίστα.

Από κάτω προς τα πάνω οι αλλαγές ξεκινούν από τις ελαφρύτερες κατά 1,56 κιλό σφυρήλατες ζάντες αλουμινίου -έναντι των χυτών. Τα φρένα προέχονται και στις δύο περιπτώσεις από την Brembo, όμως του SP είναι ακόμη πιο υψηλών προδιαγραφών με τις M4.32 ακτινικές, 4πίστονες δαγκάνες να δίνουν τη θέση τους στις M50 και να αλλάζει μαζί με αυτές και η ακτινική τρόμπα της ιταλικής εταιρείας. 

Οι αλλαγές συνεχίζονται στις αναρτήσεις με τις Kayaba να δίνουν τη θέση τους σε  “χρυσές” Ohlins και το πιρούνι να κερδίζει άλλα δύο χλστ. σε διάμετρο καλαμιών -και διαφορετικές πλάκες- για να φτάσει στα 48. Το πλαίσιο είναι πλέον αλουμινένιο μονοκόκ και όχι ατσάλινο χωροδικτύωμα, κάτι που έχει κρατηθεί για το υποπλαίσιο, ενώ το δίμπρατσο αλουμινένιο ψαλίδι είναι επίσης από αλουμίνιο και θυμίζει και δομικά εκείνο της Panigale V4. Ως γνωστό όλες οι νέες V2 με τον κινητήρα των 890 κ.εκ. -Hyper, Multistrada, Streetfighter, Panigale και Monster- μοιράζονται και το ίδιο πλαίσιο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι ακριβώς το ίδιο σε όλες τις μοτοσυκλέτες. Αντιθέτως έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά ως προς τη στιβαρότητά του και στους δύο άξονες (διαμήκη και κάθετο), όπως και το ψαλίδι, ενώ η Ducati κράτησε τον πιο στιβαρό συνδυασμό για το Hypermotard V2 και όχι για το Panigale, όπως θα περίμενε ίσως κανείς! 

​    ​

Η μοτοσυκλέτα έχει παράλληλα και την ισχυρότερη έκδοση του V2 των 890 κ.εκ. και θα έχει πολύ ενδιαφέρον να το δούμε δίπλα-δίπλα με κάποια εκ των streetfighter ή Panigale V2, τη στιγμή που αποδίδει στο Hypermotard 120,4 ίππους και 9,59 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις . Ισχύς για τον πραγματικό κόσμο με λίγα λόγια για μια μοτοσυκλέτα που δεν ξεπερνά επίσημα τα 177 κιλά, με τον κινητήρα να έχει το τσαγανό για να κινήσει γρήγορα το Hypermotard. Πιο σημαντικό όμως στοιχείο του είναι η ελαστικότητα που σου επιτρέπει να οδηγείς και με 1-2 ταχύτητες πάνω όταν δεν κυνηγάς την ουρά σου σε μια πίστα με το 70% της ροπής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. ενώ το 80% παραμένει έως και τις 11.000 σ.α.λ., με το όριο περιστροφής να παρουσιάζεται αυξημένο σε σχέση με πριν.

Όπως και σε καθεμία από τις προηγούμενες γενιές έτσι και εδώ η Ducati έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο τρίγωνο της εργονομίας με στόχο τον απόλυτο έλεγχο για τον αναβάτη. Για πρώτη φορά το ύψος της σέλας είναι κοινό στις δύο εκδόσεις, στα 880 χλστ.  Όμως έχουμε διαφορά στον τρόπο που καμπυλώνει η σέλα με της στάνταρ έκδοσης να είναι λίγο πιο πλατιά, αν και της SP είναι ποιοτικότατη, όσο μακριά και πλατιά χρειάζεται για έναν αναβάτη στα 1,84 μ. (βάρους 84 κιλών) και δείχνει ότι δεν θα αποτελέσει εστία παραπόνων στην καθημερινότητα.

Φυσικά στο Hypermotard V2 SP είναι παρούσα και όλη η σουίτα ηλεκτρονικών βοηθημάτων της Ducati που συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ανεξαρτήτως κατασκευαστή και μοντέλου στον τρόπο που λειτουργεί. Ο αναβάτης έχει στη διάθεσή του ρυθμιζόμενο Cornering ABS, ρυθμιζόμενο Traction Control, ρυθμιζόμενο Wheelie Control, ρυθμιζόμενο Engine Brake Control και το δύο κατευθύνσεων 2ης γενιάς quickshifter της Ducati. Έχει επίσης τρεις χαρτογραφήσεςι για τον κινητήρα αλλά και τέσσερα προγράμματα λειτουργίας, Race, Sport, Road, Wet. Το SP έχει επιπλέον σύστημα εκκίνησης Ducati Power Launch, αλλά και Pit Limiter.

​ Ducati

Η ηλεκτρονική ομπρέλα ασφάλειας της Ducati λειτουργεί ευεργετικά υπέρ του αναβάτη, όπως διαπιστώσαμε και στην πράξη με τα ηλεκτρονικά να μην κάνουν αισθητή τη λειτουργία τους λειτουργώντας επί της ουσίας παρασκηνιακά, όπως ακριβώς θα έπρεπε!  Το Hypermotard βέβαια, σε αντίθεση με αρκετές άλλες μοτοσυκλέτες σήμερα, είναι μια μοτοσυκλέτα που έχει σχεδιαστεί για να οδηγείται και χωρίς να έχει ενεργοποιημένα τα ηλεκτρονικά του και αυτό το έδειξε πολύ νωρίς στην πίστα της Modena, είτε οδηγούσα με γραμμές είτε προσπαθούσα να αντιγράψω το διάσημο πλέον drift του Ruben Xaus με την 1η γενιά. Μπορεί να κάνει ό,τι το διατάξει ο αναβάτης προσφέροντας κορυφαία αίσθηση από το πακέτο φρένων, ενώ εξαιρετικά δούλεψαν και οι αναρτήσεις της Ohlins, τις οποίες όμως είχαν ρυθμίσει ειδικά για τη συγκεκριμένη πίστα οι άνθρωποι της Ducati. Τα στάνταρ ελαστικά Pirelli Diablo Rosso IV Corsa δείχνουν να ταιριάζουν επίσης γάντι στο Hypermotard και όλα αυτά μαζί οδηγούν και στο μεγαλύτερο ατού αυτής της μοτοσυκλέτας που δεν το περιμένεις αν δεν έχεις οδηγήσει προηγούμενη γενιά: είναι εξαιρετικά ευκολοδήγητο, ενώ όσο ανεβαίνεις εσύ επίπεδο “ξεκλειδώνεις” και άλλα οδηγικά χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας που περιμένουν τους πιο έμπειρους!

Όλες τις λεπτομέρειες αλλά και τις πλήρεις εντυπώσεις μας από το Ducati Hypermotard V2 SP θα τις βρείτε στο τεύχος #678 του MOTO που κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή στα περίπτερα!