Ducati Hypermotard V2 SP: Καλύτερο και πιο διασκεδαστικό – Το οδηγήσαμε στην Ιταλία

Μείον 14 κιλά βάρους, περισσότερη ισχύς, η ίδια fun φιλοσοφία 
Ducati Hypermotard V2 SP - Αποστολή Modena
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

5/5/2026

Μία ολόκληρη μέρα στην πίστα δεν ήταν αρκετή στη σέλα του νέου Ducati Hypermotard V2 SP, όχι για να καταλάβουμε αν είναι καλύτερο ή χειρότερο από τη μοτοσυκλέτα που ήρθε για να αντικαταστήσει αλλά για να το χορτάσουμε. Χορταίνεις άλλωστε ποτέ με τέτοιες εμπειρίες.

Όπως και να το κάνει κανείς, το να αφήνεις τη γνωριμία με τη στάνταρ έκδοση της νέας γενιάς Hypermotard V2 για κάποια άλλη στιγμή, έχοντας μπροστά σου μια ολόκληρη μέρα μόνο με την έκδοση SP, την οποία και οδηγήσαμε στη σχετικά μικρή και σφιχτή πίστα της Modena, έχει και τα πολύ καλά της. Ξάφνου όλα εκείνα τα πράγματα που πρέπει να έχεις υπόψη σου για να δεις αν οι άνθρωποι του Borgo Panigale έκαναν καλά τη δουλειά τους στο να δημιουργήσουν μια μοτοσυκλέτα για δημόσιο δρόμο, η οποία δεν πρέπει να αφήνει στην άκρη τον παράγοντα χρηστικότητα, χάνουν τη σημασία τους και αυτό που μένει είναι ο παράγοντας διασκέδαση. Άντε μετά χορτάσεις το Hypermotard V2 SP!

Το νέο Hypermotard V2 έχει κόψει όλα τα δεσμά με τη μοτοσυκλέτα που έρχεται να αντικαταστήσει καθώς εδώ έχουμε να κάνουμε με ολοκαίνουργια γενιά, η οποία κάνει reset και, βαδίζοντας στα χνάρια της προηγούμενης, έρχεται ακόμη πιο κοντά στο πρώτο αερόψυκτο μοντέλο των 1.100 κ.εκ. Φέτος μάλιστα το Hypermotard κλείνει 20 χρόνια από τότε που παρουσιάστηκε η πρώτη γενιά στο κοινό, οπότε έχουμε να κάνουμε με ένα επετειακό μοντέλο εντός και εκτός εισαγωγικών, με το SP να έχει σαφείς αναφορές στα γραφικά του στα 20 χρόνια. Αναφορές στην πρώτη γενιά που αφορούν και τις δύο εκδόσεις εντοπίζονται φυσικά και στη σχεδίαση της μοτοσυκλέτας, με το ράμφος, τα πλαϊνά πλαστικά του ρεζερβουάρ και την μικρή αεροτομούλα στο πίσω μέρος να αποτείνουν κατά κάποιο τρόπο φόρο τιμής στη μοναδική μοτοσυκλέτα της Ducati που αψήφησε τις τάσεις της αγοράς όλα αυτά τα χρόνια και εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσά μας. 

Ducati Hypermotard V2 SP - Αποστολή Modena

Βέβαια στον βωμό της μείωσης του κόστους κάποια στοιχεία που χαρακτήριζαν όχι μόνο το Hypermotard όπως και πολλά ακόμη Ducati πλέον δεν δίνουν το “παρών” ούτε στη μοτοσυκλέτα της ιταλικής εταιρείας που φτιάχτηκε με σκοπό, όπως και οι πρόγονοί της, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει διασκέδαση στον αναβάτη της ακόμη και αν αυτός πετάγεται μέχρι το περίπτερο. Τέλος λοιπόν το πλαίσιο χωροδικτύωμα και στο Hypermotard, όπως και το μονόμπρατσο ψαλίδι. Ακόμη και το σήμα κατατεθέν δεσμοδρομικό σύστημα κίνησης των βαλβίδων δεν είναι πια μαζί μας. Όλες αυτές οι θυσίες όμως απέδωσαν καρπούς στην πράξη αφού το Hypermotard V2, ως Ducati που σέβεται τον εαυτό του, είναι σημαντικά ελαφρύτερο από το προηγούμενο και είναι επίσης και ισχυρότερο χάρη στο νέο κινητήρα των 890 κ.εκ. που έχει και σύστημα μεταβλητού χρονισμού για τις βαλβίδες εισαγωγής. Πόσο ελαφρύτερο; Δεκατρία κιλά χωρίζουν την 3η και την 4η γενιά Hypermotard στη στάνταρ της έκδοση, με τη διαφορά να ανεβαίνει στα 14 για στις εκδόσεις SP! Για μοτοσυκλέτα που ζύγιζε 200 περίπου κιλά πριν, η απώλεια είναι κάτι παραπάνω από αισθητή όταν βρίσκεται στη σέλα του νέου V2 SP, το οποίο, έναντι της στάνταρ μοτοσυκλέτας, έχει σημαντικές διαφορές που το κάνουν και πιο ευχάριστο στην πίστα.

Από κάτω προς τα πάνω οι αλλαγές ξεκινούν από τις ελαφρύτερες κατά 1,56 κιλό σφυρήλατες ζάντες αλουμινίου -έναντι των χυτών. Τα φρένα προέχονται και στις δύο περιπτώσεις από την Brembo, όμως του SP είναι ακόμη πιο υψηλών προδιαγραφών με τις M4.32 ακτινικές, 4πίστονες δαγκάνες να δίνουν τη θέση τους στις M50 και να αλλάζει μαζί με αυτές και η ακτινική τρόμπα της ιταλικής εταιρείας. 

Οι αλλαγές συνεχίζονται στις αναρτήσεις με τις Kayaba να δίνουν τη θέση τους σε  “χρυσές” Ohlins και το πιρούνι να κερδίζει άλλα δύο χλστ. σε διάμετρο καλαμιών -και διαφορετικές πλάκες- για να φτάσει στα 48. Το πλαίσιο είναι πλέον αλουμινένιο μονοκόκ και όχι ατσάλινο χωροδικτύωμα, κάτι που έχει κρατηθεί για το υποπλαίσιο, ενώ το δίμπρατσο αλουμινένιο ψαλίδι είναι επίσης από αλουμίνιο και θυμίζει και δομικά εκείνο της Panigale V4. Ως γνωστό όλες οι νέες V2 με τον κινητήρα των 890 κ.εκ. -Hyper, Multistrada, Streetfighter, Panigale και Monster- μοιράζονται και το ίδιο πλαίσιο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι ακριβώς το ίδιο σε όλες τις μοτοσυκλέτες. Αντιθέτως έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά ως προς τη στιβαρότητά του και στους δύο άξονες (διαμήκη και κάθετο), όπως και το ψαλίδι, ενώ η Ducati κράτησε τον πιο στιβαρό συνδυασμό για το Hypermotard V2 και όχι για το Panigale, όπως θα περίμενε ίσως κανείς! 

​    ​

Η μοτοσυκλέτα έχει παράλληλα και την ισχυρότερη έκδοση του V2 των 890 κ.εκ. και θα έχει πολύ ενδιαφέρον να το δούμε δίπλα-δίπλα με κάποια εκ των streetfighter ή Panigale V2, τη στιγμή που αποδίδει στο Hypermotard 120,4 ίππους και 9,59 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις . Ισχύς για τον πραγματικό κόσμο με λίγα λόγια για μια μοτοσυκλέτα που δεν ξεπερνά επίσημα τα 177 κιλά, με τον κινητήρα να έχει το τσαγανό για να κινήσει γρήγορα το Hypermotard. Πιο σημαντικό όμως στοιχείο του είναι η ελαστικότητα που σου επιτρέπει να οδηγείς και με 1-2 ταχύτητες πάνω όταν δεν κυνηγάς την ουρά σου σε μια πίστα με το 70% της ροπής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. ενώ το 80% παραμένει έως και τις 11.000 σ.α.λ., με το όριο περιστροφής να παρουσιάζεται αυξημένο σε σχέση με πριν.

Όπως και σε καθεμία από τις προηγούμενες γενιές έτσι και εδώ η Ducati έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο τρίγωνο της εργονομίας με στόχο τον απόλυτο έλεγχο για τον αναβάτη. Για πρώτη φορά το ύψος της σέλας είναι κοινό στις δύο εκδόσεις, στα 880 χλστ.  Όμως έχουμε διαφορά στον τρόπο που καμπυλώνει η σέλα με της στάνταρ έκδοσης να είναι λίγο πιο πλατιά, αν και της SP είναι ποιοτικότατη, όσο μακριά και πλατιά χρειάζεται για έναν αναβάτη στα 1,84 μ. (βάρους 84 κιλών) και δείχνει ότι δεν θα αποτελέσει εστία παραπόνων στην καθημερινότητα.

Φυσικά στο Hypermotard V2 SP είναι παρούσα και όλη η σουίτα ηλεκτρονικών βοηθημάτων της Ducati που συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ανεξαρτήτως κατασκευαστή και μοντέλου στον τρόπο που λειτουργεί. Ο αναβάτης έχει στη διάθεσή του ρυθμιζόμενο Cornering ABS, ρυθμιζόμενο Traction Control, ρυθμιζόμενο Wheelie Control, ρυθμιζόμενο Engine Brake Control και το δύο κατευθύνσεων 2ης γενιάς quickshifter της Ducati. Έχει επίσης τρεις χαρτογραφήσεςι για τον κινητήρα αλλά και τέσσερα προγράμματα λειτουργίας, Race, Sport, Road, Wet. Το SP έχει επιπλέον σύστημα εκκίνησης Ducati Power Launch, αλλά και Pit Limiter.

​ Ducati

Η ηλεκτρονική ομπρέλα ασφάλειας της Ducati λειτουργεί ευεργετικά υπέρ του αναβάτη, όπως διαπιστώσαμε και στην πράξη με τα ηλεκτρονικά να μην κάνουν αισθητή τη λειτουργία τους λειτουργώντας επί της ουσίας παρασκηνιακά, όπως ακριβώς θα έπρεπε!  Το Hypermotard βέβαια, σε αντίθεση με αρκετές άλλες μοτοσυκλέτες σήμερα, είναι μια μοτοσυκλέτα που έχει σχεδιαστεί για να οδηγείται και χωρίς να έχει ενεργοποιημένα τα ηλεκτρονικά του και αυτό το έδειξε πολύ νωρίς στην πίστα της Modena, είτε οδηγούσα με γραμμές είτε προσπαθούσα να αντιγράψω το διάσημο πλέον drift του Ruben Xaus με την 1η γενιά. Μπορεί να κάνει ό,τι το διατάξει ο αναβάτης προσφέροντας κορυφαία αίσθηση από το πακέτο φρένων, ενώ εξαιρετικά δούλεψαν και οι αναρτήσεις της Ohlins, τις οποίες όμως είχαν ρυθμίσει ειδικά για τη συγκεκριμένη πίστα οι άνθρωποι της Ducati. Τα στάνταρ ελαστικά Pirelli Diablo Rosso IV Corsa δείχνουν να ταιριάζουν επίσης γάντι στο Hypermotard και όλα αυτά μαζί οδηγούν και στο μεγαλύτερο ατού αυτής της μοτοσυκλέτας που δεν το περιμένεις αν δεν έχεις οδηγήσει προηγούμενη γενιά: είναι εξαιρετικά ευκολοδήγητο, ενώ όσο ανεβαίνεις εσύ επίπεδο “ξεκλειδώνεις” και άλλα οδηγικά χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας που περιμένουν τους πιο έμπειρους!

Όλες τις λεπτομέρειες αλλά και τις πλήρεις εντυπώσεις μας από το Ducati Hypermotard V2 SP θα τις βρείτε στο τεύχος #678 του MOTO που κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή στα περίπτερα!

Οδηγήσαμε Yamaha XSR XTribute 2019 – Πρώτες εντυπώσεις του αντι-scrambler από την Ισπανία

Η Yamaha μπαίνει στα Scrambler από το πλάι
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

23/5/2019

Απέναντι στην μόδα που γεννήθηκε τα τελευταία χρόνια από το customizing και έφερε τα Scrambler στο προσκήνιο μαζί με μερικές ξεχωριστές υπο-κατηγορίες μοτοσυκλετών, κάθε κατασκευαστής απάντησε με τον δικό του τρόπο. Η Ducati με την ξεχωριστή οντότητα των Scrambler, καθώς τα προωθεί ως ξεχωριστή οικογένεια δίπλα της, η Triumph επίσης με τα δικά της Scrambler και μία πλούσια σειρά αξεσουάρ, η BMW, η Kawasaki, ακόμη και η KTM, δια μέσου του βοηθού για έκτατες τέτοιες καταστάσεις, της Husqvarna… Η Yamaha ξεκίνησε πιο νωρίς την δική της απάντηση, απλά ήταν σε διαφορετικό πλαίσιο, καθώς προχώρησε με την ιδέα του «YardBuilt». Έφταιξε νέα μοντέλα, την σειρά XSR που πάτησε πάνω στα MT και μαζί τους επένδυσε σε «customάδες» παγκοσμίου φήμης για να φτιάξουν τις δικές τους μοτοσυκλέτες ώστε τα XSR να γίνουν βάση του customizing. Ανάμεσά τους και ένας Έλληνας που με την συνδρομή του MOTO, πήρε δύο συνεχόμενους τίτλους! Η Yamaha τα είχε καταφέρει, η σειρά XSR είχε εδραιωθεί και τώρα ήταν η ώρα να εισπράξει πίσω όλο αυτό που έδωσε. Για αυτό και ήρθε το XTribute μία έκδοση που ευελπιστεί να γίνει διαφορετικό μοντέλο και που μπορεί να βοηθά την Yamaha να εισπράξει τους καρπούς των προσπαθειών της, αλλά ταυτόχρονα συμφέρει και τον τελικό ιδιοκτήτη, καθώς όλα όσα φορά το XSR θα είχαν πολλαπλάσιο κόστος αν έπρεπε κανείς να τα αγοράσει…

Στο μεταξύ, πιο ήταν διαχρονικά το γνωστότερο Scrambler; Πριν όλα αυτά αρχίσουν να πεθαίνουν ως κατηγορία ολόκληρη, γιατί φύγαμε από τα δύο αμορτισέρ πίσω και αρχίσαμε να πηγαίνουμε στο ένα αμορτιστέρ και στα Motocross, υπήρχε ένα Scrambler που είχε γίνει απόλυτη καθημερινή μοτοσυκλέτα. Το XT500 με ιστορία από το 1976 και ορόσημο για την εποχή που μιλάμε το 1981. Από τα DT στα XT, η Yamaha επένδυε στο χώμα ολοένα και περισσότερο και φυσικά σταθερά, και όχι κατά κύματα. Αν λοιπόν αναρωτηθεί κανείς ποια είναι η άτιμη η σύνδεση ενός XSR με το XT500 είναι αυτή ακριβώς. Το σύγχρονο γυμνό που γίνεται Scrambler, και βάφεται στα χρώματα ενός άξιου εκφραστή της εποχής εκείνης. Την έννοια «γίνεται Scrambler» ο κάθε κατασκευαστής την εκφράζει όπως θέλει, κι αυτό είναι καλό για να υπάρχει ανταγωνισμός. Η Yamaha το κάνει με αυτό το XSR, και για να δούμε τι ακριβώς πέτυχε, μας επιφύλαξε μία πλούσια σε οδήγηση ημέρα, ακριβώς μετά την πρώτη μας γνωριμία με το Tenere 700!

Στις εκβολές του Έβρου, του μεγαλύτερου ποταμού της Ιβηρικής χερσονήσου, και όχι το δικό μας φυσικό σύνορο με την Τουρκία, και στην πλατιά λωρίδα, σκληρής άμμου που θυμίζει Αμερική, εκεί ξεκινήσαμε να δοκιμάζουμε το νέο XSR XTribune, το XSR που τιμά το XT! Είναι όλα μπερδεμένα τώρα, από την τοποθεσία μέχρι και την ίδια την μοτοσυκλέτα. Καταρχήν μπορεί να μην ξέρετε πως «Έβρο» έχουν και οι Καταλανοί, που η πλειοψηφία τους δεν θέλει να τους μπερδεύουν με τους Ισπανούς, παρόλο που η Καταλονία είναι (ακόμη;) κομμάτι της Ισπανίας. Σε αυτό το μπερδεμένο κομμάτι υπάρχει ένας μεγάλος ποταμός με πλούσια ροή και ένα τεράστιο Δέλτα. Λέγεται Έβρος και δεν είναι απλή συνωνυμία. Ο ποταμός αυτός έχει ονομαστεί από Έλληνες αποίκους, χιλιάδες χρόνια πριν, που του έδωσαν το όνομα  Έβρος, ή «Εβρε» στα Καταλανικά. Το όνομα το οφείλει σε αντίστροφο δανεισμό των Ελλήνων αποίκων από τα αρχαία χρόνια, αποδίδοντας την τεράστια λωρίδα γης που οριοθετεί το Δέλτα του ποταμού. Εκεί ακριβώς οδηγήσαμε το νέο XSR, σημειολογικά τελείως μπορεί να πει κανείς, μιας κι αυτό σε δανεισμό οφείλει την ύπαρξή του.

Το XSR είναι γνώριμη μοτοσυκλέτα, με πλούσια ροπή χαμηλά, όρθια θέση οδήγησης και καλή κατανομή βάρους που του προσδίδει ευελιξία. Το XTribute όμως με μερικές καίριες αλλαγές υπερτονίζει κάποια από τα παραπάνω. Ξεκινάμε από το τιμόνι που είναι 40mm πιο φαρδύ και είναι σαν να κρατάς ένα BMW ενώ κάθεσαι σε Γιαπωνέζικο. Συνήθως με τις Γιαπωνέζικες μοτοσυκλέτες οι αγκώνες σου πασχίζουν να μην έρθουν κοντά στο σώμα, τώρα απλά πιάνεις το ταύρο από τα κέρατα και παίρνουν αέρα οι μασχάλες σου… Είναι και λεπτό το τιμόνι, είναι και τα όργανα χαμηλά και στρογγυλά και ναι, αρχίζεις να βλέπεις ομοιότητες με το XT, την ίδια ώρα που ρίχνεις νοητές σφαλιάρες στον εαυτό σου για να μην λες τέτοιες υπερβολές και να μην θεωρείς πως ένα XSR μπορεί να έρθει κοντά στα XT! Αλλά δεν γίνεται, όρθια τελείως θέση οδήγησης και 30mm ψηλότερα τοποθετημένη η σέλα και αμέσως αυτός ο συνειρμός επανέρχεται πιο δυνατός. Το πλέον δυνατό στην υπόθεσή μας είναι η Akrapovic που προς τιμήν τους, την έφτιαξαν σε μαύρο και να βγαίνει ψηλά, επίσης θυμίζοντας με ακρίβεια τα XT ενώ σου στέλνει ένα δυνατό «μπράου-μπράου» πρώτα στα αυτιά και μετά στο ίδιο σου το δέρμα με δονήσεις, πορώνοντάς σε περισσότερο. Μία υπενθύμιση στους απανταχού υποστηρικτές της ηλεκτροκίνησης, πως δεν θα υπάρχει απλή μετάβαση αλλά κανονικός πόλεμος, όταν έρθει εκείνη η ώρα…

Στην πατημένη σαν χώμα άμμο στην γραμμή που οριοθετεί το μεγάλο ΔΕΛΤΑ, το XSR σπινάρει με τον πίσω τροχό και ψαρεύει με τον εμπρός, όταν ξεφύγει λίγο από τα αυλάκια που έχουν χαράξει τα αυτοκίνητα και πατήσει την ενδιάμεση παχύτερη άμμο. Εκεί είναι που θέλεις το φαρδύ τιμόνι και την αμεσότητα στο γκάζι για να ελαφρύνεις τον τροχό και να διατάξεις το τιμόνι πίσω στην σειρά του. Ακούραστα όλα και αβίαστα, παρόλο που τα Pirelli MT60RS δεν βοηθούν ιδιαίτερα την κατάσταση. Τα ψαρώνια, οι ερωδιοί και τα υπόλοιπα θαλασσοπούλια έχουν συνηθίσει μικρές υπόκωφες εκρήξεις από τα λατομεία αλατιού, διαφορετικά δεν θα άντεχαν τόσες Akrapovic μαζεμένες. Είμαστε και τυχεροί που δεν φυσάει και δεν είναι γεμάτο το μέρος με σέρφερ, και παίζουμε στις ευθείες, προσέχοντας να μην πατήσουμε την νοητή γραμμή της πατημένης άμμου, με την κανονική. Αυτό είναι και το σύνορο της άδειας που έχει πάρει η Yamaha στην συγκεκριμένη προστατευόμενη περιοχή, και στην πρώτη παρατυπία καραδοκούν μία σειρά από δημόσιες υπηρεσίες να μας την ακυρώσουν. Έτσι είναι όταν το δημόσιο δουλεύει κανονικά εκτός γραφείου και όχι πίσω από επιτηδευμένα κλειστές πόρτες…

Το παιχνίδι που κάνουμε είναι ακίνδυνο αν ξέρεις να προφυλάσσεις τον εαυτό σου γιατί το ABS δεν θέλει να ξέρει που βρίσκεσαι, ούτε να ακούσει πως δεν πατά σε δρόμο δηλαδή και προτιμά να μην το χρειαστείς, ενώ το κλείσιμο του γκαζιού είναι χειρότερο από το να το κρατάς ανοικτό. Τα βασικά δηλαδή, αυτά που ισχύουν πάντα. Το θέμα είναι πως αυτό το παιχνίδι εξελίσσεται πολύ διασκεδαστικά και είναι εθιστικό. Εμάς μας περιμένει όμως μία λίγο πιο πράσινη, λίγο πιο ήπια εκδοχή του Stelvio Pass μία μεθυστική ανάβαση που τα μαρσπιέ ξύνουν με ευκολία την εξαιρετική άσφαλτο. Η φαρδύτερη βάση του σταντ που η Yamaha είχε τοποθετήσει ώστε να μπορούμε να παρκάρουμε στην άμμο, είναι τώρα ένα πρόσθετο υλικό για να ξύσεις στην άσφαλτο κι αν το παρακάνεις μπορεί να γίνει και μοχλός για να σου ανοίξει την γραμμή.

Εύκολη, πολύ εύκολη μοτοσυκλέτα, ακριβώς όπως ήταν πάντα το XSR δηλαδή με το πρόσθετο εδώ της πιο άνετης θέσης οδήγησης και του εξαιρετικού μοχλού. Οι σούζες είναι φυσική συνέχεια του ανοίγματος του γκαζιού, ο ήχος είναι μεθυστικός κι αν υπάρχει κάτι αρνητικό, αυτό είναι ακριβώς ότι υπήρχε και στο XSR η Yamaha δεν πρόσθεσε, μην ανησυχείτε, απλά τόνισε ορισμένα καλά του σημεία προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Αν σου αρέσουν τα Scrambler θα λατρέψεις το συγκεκριμένο XSR στην περίπτωση που πριν ήσουν «έτσι κι έτσι», απέναντί του. Η κατηγορία αυτή έχει δεχτεί πολλές εισαγωγές το τελευταίο διάστημα και το XTribute έχει μία από τις καλύτερες σε σχέση τιμής και απόδοσης. Στο επόμενο τεύχος, θα δούμε πως η νέα κατανομή βάρους επηρεάζει και τα φρένα αλλά και την γρήγορη οδήγηση…

Ετικέτες