Δοκιμή Custom Honda CB400SF Version R by Takis Dovletis: Ελληνική & ξεχωριστή!

Έρωτας με την πρώτη ματιά
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

28/8/2019

Το πράσινο custom CB400SF του Τάκη Ντοβλέτη, το είχαμε παρουσιάσει για πρώτη φορά στο τεύχος 567 του ΜΟΤΟ, όταν πραγματοποιήσαμε την μεγαλύτερη -test ride- συγκέντρωση custom μοτοσυκλετών. Ήταν μία από εκείνες που ξεχώρισαν ανάμεσα σε διακόσιες άλλες μοτοσυκλέτες όχι μόνο με τις προσεγμένες λεπτομέρειες και την δουλειά που επιμελώς έκρυβε, αλλά και με την οδηγική της συμπεριφορά. Έκτοτε στο περιοδικό πραγματοποιούμε δοκιμές επιλεγμένων custom μοτοσυκλετών και φυσικά η CB400SF δεν θα μπορούσε να απουσιάζει. Θέλαμε να την οδηγήσουμε περισσότερο από την "Gymkhana" δοκιμή για το τεύχος 567, να περάσουμε περισσότερο χρόνο μαζί της για μία ξεχωριστή παρουσίαση, όπως το ΜΟΤΟ ξέρει και κάνει – οδηγώντας δηλαδή. Πίσω όμως απ’ τη δημιουργία της κρύβεται και μια άλλη ιστορία, η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του Τάκη και του Άκη (του ιδιοκτήτη), που πέρασαν ατελείωτες ώρες μέχρι να φτάσουν στο ιδανικό αποτέλεσμα. 

Το άρθρο προέρχεται από το αρχείο του περιοδικού ΜΟΤΟ τεύχος 593, τον Απρίλιο 2019 και αναδημοσιεύεται από την αρχική του μορφή δίχως αλλαγές. Αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού, μαζί με τις φωτογραφίες που το συνοδεύουν. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αντιγραφή, οικειοποίηση μέρους ή του συνόλου του κειμένου και των φωτογραφιών, παραλλαγή ή χρήση πέραν της ανάγνωσης

Έρωτας με την πρώτη ματιά

Ορισμένα custom τα ερωτεύεσαι απ’ την πρώτη στιγμή που θα πέσει το βλέμμα σου πάνω τους. Το συγκεκριμένο CB400 είναι μία τέτοια περίπτωση

Αυτό ακριβώς έπαθε κι ο Άκης Καραθανάσης (ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου custom CB400SF) όταν είδε τον Παναγιώτη Ντοβλέτη (τον custom builder) στο δρόμο, όπου είχε βγει για να δοκιμάσει ένα άλλο custom CB400SF που ετοίμαζε για έναν φίλο του. Η ιστορία για την γνωριμία τους αλλά και την φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους λόγω της αγάπης τους στις μοτοσυκλέτες και το customizing είναι γνωστή σε σας απ’ το τεύχος 567, όπου είχαμε την σύντομη παρουσίαση των δημιουργημάτων του Παναγιώτη καθώς και άλλων 20 εξίσου ξεχωριστών, ελληνικών custom.

Κατά παραγγελίαν

Ο Άκης, έχοντας πάθει παράκρουση με τη δουλειά του Παναγιώτη, τον σταμάτησε εκείνη τη μέρα και του έκανε την πιο κοινή ερώτηση… “φίλε το πουλάς"; Σε αντίθεση με την κλασική περίπτωση, που μόλις ο ερωτών λάβει αρνητική απάντηση συνεχίζει τις πιέσεις λέγοντας διάφορες ατάκες, ο Άκης αποφάσισε μονομιάς να τον εμπιστευτεί για να του φτιάξει ένα αντίστοιχο, έχοντας όμως τις δικές του πινελιές. Έτσι, αγοράστηκε ένα Honda CB400 SF Version R του 1995 στα 1.000€, με 50.000 χιλιόμετρα στο κοντέρ του, ώστε να γίνει ο καμβάς που θα φιλοξενούσε το έργο τέχνης. Αρχικά, το project ξεκίνησε με την συντήρηση του κινητήρα όπου λύθηκε ολόκληρος, αφού ο Παναγιώτης ήθελε να είναι απόλυτα σίγουρος για την άρτια λειτουργία του και θεωρεί απαραίτητη την ανακατασκευή σαν διαδικασία σε όλα τα custom που βασίζονται σε μεταχειρισμένες μοτοσυκλέτες. Παράλληλα, το βάψιμο του μπλοκ και των κάρτερ έγινε με χρώμα υψηλής αντοχής στη θερμοκρασία και αποφεύχθηκε η ηλεκτροστατική βαφή, για να μην μεταβληθούν αρνητικά οι θερμοαπαγωγικές ικανότητές τους. Στα καρμπυρατέρ έγινε η απαιτούμενη συντήρηση, ενώ αλλάχθηκαν τα ζιγκλέρ με μικρότερα και το φιλτροκούτι έδωσε τη θέση του σε τέσσερις χοάνες.

Οι νέοι λαιμοί της εξάτμισης περνάνε πιο κοντά απ' τον κινητήρα με αποτέλεσμα να κρύβουν πλήρως την μπαταρία πίσω απ' το ψαλίδι

 

Αρχικά το σύστημα εξαγωγής ήταν τέσσερα σε ένα, με ανοξείδωτο τελικό αμερικάνικης προέλευσης, όμως τώρα έχει αντικατασταθεί εξ ολοκλήρου με ένα νέο σύστημα με δύο τελικά. Ο Παναγιώτης αγόρασε ανοξείδωτους καμπυλωτούς σωλήνες κλίσης 45 μοιρών με μικρότερη διάμετρο κατά 2mm, ούτως ώστε με την προσθήκη του δεύτερου τελικού να διατηρηθεί η απαιτούμενη ταχύτητα ροής καυσαερίων. Κόβοντάς τους με συγκεκριμένο τρόπο τους έδωσε την ζητούμενη μορφή και οι αλουμινένιοι κολιέδες είναι αντίστοιχα σχεδιασμένοι και κατασκευασμένοι απ’ τον ίδιο.

Το αποτέλεσμα μπορεί να χάνει λίγο απ’ το μαγικό ήχο που παρήγαγε, όμως η συμμετρία που χαρακτηρίζει το σύνολο καλύπτει το μικρό κενό του ακουστικού ερεθίσματος, με την χορταστική στα μάτια εμφάνιση. Στον τομέα των επιδόσεων του κινητήρα δεν έχουν γίνει προσπάθειες για την βελτίωσή τους, καθώς δεν ήταν στη λίστα των προϋποθέσεων. Έτσι με το νέο σύστημα εξαγωγής, οι ρυθμίσεις των καρμπυρατέρ περιορίστηκαν στη σωστή λειτουργία του συνόλου, όπου το ρελαντί του παραμένει σταθερό ενώ η επιτάχυνση πραγματοποιείται χωρίς κομπιάσματα.

Θυμηθείτε την πρώτη φορά που παρουσιάστηκε η CB400SF Version R του Παναγιώτη Ντοβλέτη στο Test Ride ελληνικών Custom μοτοσυκλετών

Το ψυγείο συντηρήθηκε επιμελώς και βάφτηκε, ενώ το δοχείο υπερχείλισης έδωσε τη θέση του σε ένα καινούργιο της ίδιας χωρητικότητας αλλά διαφορετικού σχήματος. Σκοπός ήταν να μεταφερθεί μπροστά απ’ τη σέλα και κάτω απ’ το ρεζερβουάρ ώστε να αδειάσει τελείως ο χώρος κάτω απ’ το υποπλαίσιο, προσφέροντας μια μινιμαλιστική εικόνα. Για τον ίδιο λόγο η μπαταρία άλλαξε θέση και πλέον βρίσκεται κάτω απ’ το ψαλίδι μέσα σε μια βάση που βιδώνει στα σημεία που έδενε κάποτε το διπλό σταντ. Μια εξαιρετική αλλά και έξυπνη λύση αφού εξαφανίζεται πλήρως απ’ το οπτικό πεδίο, λόγω της νέας εξάτμισης που την καλύπτει.

Όσα κρύβει το ρεζερβουάρ

Η λιτή σχεδίαση μπορεί να παραπλανήσει τον παρατηρητή και να πιστέψει πως η δημιουργία του έγινε σχετικά εύκολα, όμως κάτι τέτοιο απέχει έτη φωτός απ’ την πραγματικότητα. Η επιθυμία του Άκη να αντικατασταθεί το εργοστασιακό ρεζερβουάρ με αυτό του CB750K του ’79 χωρίς τη μετατροπή του πλαισίου, έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα. Το χρώμα του ρεζερβουάρ αφαιρέθηκε κι έπειτα μπήκε στο χειρουργικό τραπέζι για να ξεκινήσουν οι τροποποιήσεις.

Αρχικά, κόπηκε το κάτω τμήμα του με σκοπό να δημιουργηθεί από λαμαρίνα πάχους 0,8mm μια νέα κάτοψη, όπου παρέχει τον απαραίτητο χώρο ώστε να φιλοξενηθεί το δοχείο υπερχείλισης και το τούνελ του να έχει την κατάλληλη διαδρομή όπως ορίζεται απ’ τη δοκό του πλαισίου. Μπροστά δημιουργήθηκαν νέες βάσεις στο ρεζερβουάρ ώστε να εφαρμόζει στα σημεία έδρασης του πλαισίου, ενώ πίσω έγινε το αντίστροφο. Η συγκόλληση της κάτοψης με το εξωτερικό περίβλημα του ρεζερβουάρ έγινε με ηλεκτροκόλληση TIG και αφού ελέγχθηκε πως εφαρμόζει σωστά με το πλαίσιο, καθαρίστηκε με οξύ.

Μετά, πήγε για γαλβάνισμα και το επόμενο βήμα πριν το βάψιμο ήταν η πλαστικοποίησή του ώστε να προφυλάσσεται 100% απ’ τις αλλοιώσεις που θα ίσως προκαλούσε η βενζίνη. Το τελικό στάδιο ήταν η επιλογή του χρώματος και το πράσινο απ’ τον κατάλογο της Landrover αποδείχτηκε μια καλόγουστη επιλογή του Άκη, αφού συνδυάζεται υπέροχα με το καφέ της σέλας και το χρυσό των καλαμιών. Όμως, η βάση του χρώματος έχει αλλαχθεί απ’ τον φανοποιό ώστε να αναδεικνύεται περισσότερο η πέρλα του, ενώ ένα αντιχαρακτικό βερνίκι αναλαμβάνει το τελικό φινίρισμα και την προφύλαξή του.

Το πίσω μέρος του πλαισίου ήταν αυτό που δέχτηκε τις περισσότερες τροποποιήσεις, καθώς φτιάχτηκε μια νέα ενίσχυση γι’ αυτό, που πλέον είναι επίπεδη στο ύψος των σωλήνων, ούτως ώστε η πολυεστερική βάση της σέλας να είναι ευθύγραμμη στο μεγαλύτερο μέρος της. Απ’ τις βάσεις των αμορτισέρ και πίσω κόπηκε και τοποθετήθηκε ένα νέο τμήμα ώστε να μικρύνει σε διαστάσεις και να αλλάξει δραστικά η εμφάνιση, ενώ πίσω απ’ αυτές κατασκευάστηκαν και οι βάσεις για τα φλας. Ο ατσάλινος σωλήνας που ενώνει το πλαίσιο απέκτησε τις καμπύλες του σε κουρμπαδόρο και κόπηκε ώστε να μπει χωνευτά το πίσω φανάρι. Για τη δημιουργία του ελάχιστου χώρου κάτω απ’ τη σέλα σχεδιάστηκε ένα πατρόν από χαρτόνι όπου όριζε τις ακριβείς διαστάσεις του “πατώματος” και στη συνέχεια σμιλεύτηκε από ένα φύλλο αλουμινίου μέσω της τοπικής θέρμανσης με καμινέτο. Έπειτα βιδώθηκε εσωτερικά των σωλήνων του πλαισίου, ενώ περιμετρικά τοποθετήθηκε ένα λαστιχένιο σιρίτι ώστε να ολοκληρωθεί το φινίρισμά του. Ο χώρος κάτω απ’ τη σέλα αποτελεί τη νέα θέση της PGM ανάφλεξης που παλιότερα βρισκόταν στο φιλτροκούτι, ενώ ο μηχανισμός για το άνοιγμά της σέλας είναι από Ducati και η κλειδαριά βρίσκεται κάτω απ’ τη θέση του αναβάτη. Ένας κλειδαράς ανέλαβε να τροποποιήσει τον αφαλό ώστε να μην χρησιμοποιούνται διαφορετικά κλειδιά γι’ αυτήν και τον διακόπτη που βρίσκεται πλέον πάνω απ’ την κεφαλή του κινητήρα. Με τόσες αλλαγές στις θέσεις των ηλεκτρικών της μοτοσυκλέτας, η δημιουργία μιας νέας καλωδίωσης ήταν επιτακτική, όπως κι έγινε. Η πινακίδα βιδώνει πίσω απ’ τον κινητήρα, έχοντας και το ρόλο του hugger, ενώ η προσθαφαίρεσή της γίνεται εύκολα με μια βίδα που η κεφαλή της έχει σχήμα πεταλούδας.

Το σύστημα εξαγωγής ανανεώθηκε ολοκληρωτικά αποκτώντας δεύτερο τελικό και χάνοντας λίγα decibel απ' την έντασή του, όμως ανταμείβει αισθητικά χαρίζοντας μια απολύτως συμμετρική πίσω όψη

 

Δυναμική εμφάνιση

Η εμφάνιση ολοκληρώνεται τόσο με την αλλαγή των τροχών όσο και των αναρτήσεων. Το εργοστασιακό μπροστινό αφαιρέθηκε ολόκληρο και μόνο οι δίσκοι του μεταφέρθηκαν στο νέο σύνολο. Ένα σετ καλαμιών από Kawasaki ZX-6R του 2005 εφαρμόστηκε στις πλάκες από ZXR, όπου για να ταιριάξουν με το πλαίσιο δημιουργήθηκε ένας νέος άξονας. Το κέντρο της ζάντας είναι σχεδιασμένο απ’ τον Παναγιώτη και κατασκευάστηκε στον τόρνο από κράμα αλουμινίου 7075, ενώ βάφτηκε ηλεκτροστατικά όπως και το πλαίσιο μετά την ολοκλήρωση των εργασιών. Έπειτα, πήγε στον διαιρέτη ώστε να κατασκευαστούν με ακρίβεια οι τρύπες για τις ακτίνες και τα σημεία των σπειρωμάτων για την εφαρμογή των δίσκων. Η ζάντα είναι 18 ιντσών και τα ελαστικά της Pirelli, τα MT60RS, έχουν αυξήσει την συνολική απόσταση απ’ το έδαφος, παρά το γεγονός ότι αρχικά είχε μειωθεί απ’ την αλλαγή του πιρουνιού.

Το πιρούνι είναι από Kawasaki ZX-6R του 2005, ενώ οι δαγκάνες προέρχονται απ’ το superbike της εταιρείας της ίδιας χρονιάς. Το κέντρο τη ζάντας είναι κατασκευασμένο στον τόρνο και το ελαστικό της Pirelli δίνει έναν τόνο από scrambler

Ως εκ τούτου το ίχνος έχει αυξηθεί, με το μικρό CB να παραμένει σταθερό στις στροφές κερδίζοντας την εμπιστοσύνη σου με αποτέλεσμα να το βάζεις όλο και με μεγαλύτερη ταχύτητα στη στροφή. Οι δαγκάνες είναι της Tokico από Kawasaki ZX-10R όπως και η τρόμπα της Nissin, προσφέροντας επαρκή επιβράδυνση η οποία χαρακτηρίζεται περισσότερο απ’ την προοδευτικότητα, παρά το δυνατό αρχικό δάγκωμα. Το φτερό είναι χειροποίητο από λαμαρίνα και για τη δημιουργία του η λύση με το χάρτινο πατρόν και το κουρμπάρισμα με καμινέτο, επιστρατεύτηκε για άλλη μια φορά. Στον πίσω τροχό τα πράγματα ήταν πιο εύκολα καθώς το κέντρο της ζάντας προερχόμενο από BMW F650GS δεν απαιτούσε ιδιαίτερες μετατροπές, παρά μόνο την προσθήκη ενός αποστάτη ώστε να ευθυγραμμιστεί ο δίσκος του με την δαγκάνα του CB400SF. Το στεφάνι είναι του εμπορίου όπως και το μπροστά, όμως έχει μικρότερη διάμετρο κατά μια ίντσα, φτάνοντας τις 17. Οι αναρτήσεις αλλάχθηκαν μ’ αυτές τις Hagon ώστε να επιτευχθεί μια πιο λιτή εμφάνιση, αφού δεν διαθέτουν piggy bags. Στην πράξη οι νέες αναρτήσεις δίνουν μια πιο στιβαρή αίσθηση στον αναβάτη.

Οι ενιαίες βάσεις των μαρσπιέ του αναβάτη και του συνεπιβάτη έχουν χάσει τις γέφυρες που υπήρχαν μέσα στο τρίγωνο που σχηματίζουν, αποκτώντας μια πιο καθαρή εμφάνιση

 

Προς τα κάλλη τι 'ναι ο πόνος

Η τοποθέτηση των clip-ons της Gilles Tooling που είναι πλήρως ρυθμιζόμενα, βοήθησε στο να εξατομικευτεί πλήρως η θέση οδήγησης στα μέτρα του Άκη, η οποία μεταβλήθηκε επίσης μέσω του χαμηλότερου ύψους της σέλας, προσφέροντας σίγουρο πάτημα των ποδιών ακόμη και στους πιο κοντούς αναβάτες. Όμως οι αναβάτες που είναι πάνω από 1,80 θα αισθανθούν ιδιαίτερα στριμωγμένοι, κυρίως στα γόνατα που σχηματίζουν μια κλειστή γωνία. Στις επιτόπιες μανούβρες αισθάνεσαι πως δεν μπορείς να εκμεταλλευτείς πλήρως το κόψιμο του τιμονιού, επειδή σου δίνει την αίσθηση πως μπορεί να πέσεις, γεγονός που δεν ισχύει και εξαλείφεται μόλις εξοικειωθείς με τη μοτοσυκλέτα. Οι βάσεις των μαρσπιέ που είναι κοινές για αναβάτη και συνεπιβάτη παρέμειναν, με τη διαφορά πως κόπηκαν οι γέφυρες που υπάρχουν μέσα στο τρίγωνο όπου σχηματίζουν. Η πάνω πλάκα κοσμείται ολόκληρη απ’ τα προϊόντα της Rizoma κι ένα στρογγυλό όργανο, αυξάνοντας σημαντικά το συνολικό κόστος της μικρής custom. Οι ντίζες του γκαζιού και του τσοκ κόντυναν ώστε να έρθουν ακριβώς στα νέα μέτρα που ορίζουν τα clip-ons, ενώ του συμπλέκτη είναι καινούργια με γρασαδόρο. Σχετικά με το κόστος κατασκευής ενός custom CB400SF ο Παναγιώτης μας είπε πως φτάνει εύκολα τις 4.000€, ενώ το μέγιστο όριο εξαρτάται απ’ το πόσο θέλει ο ιδιοκτήτης να μεταβάλλει την εμφάνισή του.  

Τελικά, μπορεί ο Άκης να μην αγόρασε την custom που ερωτεύτηκε, όμως με τη βοήθεια του Παναγιώτη κατάφερε να δημιουργήσει κάτι ακόμη καλύτερο με βάση τα δικά του μέτρα και σταθμά. Οι δύο τους δημιούργησαν απ’ την γκρίζα εικόνα του Version R ένα πράσινο CB που έχει τόσο έντονο χρώμα στην προσωπικότητά του, ώστε αποτελεί πλέον πηγή έμπνευσης για πολλούς και αντικείμενο πόθου για άλλους τόσους.

Εξοπλισμός αναβάτη:

Κράνος: HJC FG-70S Vintage Semi Flat

Μπουφάν: Elevit Classic JKT

Γάντια: Seventy Degrees SD-T1

Παπούτσια: Elevit Freeride 1.7

 

Ετικέτες

Ducati Scrambler 800: Ελληνική μετατροπή σε Café Racer!

Το αριστούργημα του Πέτρου Χατζηροδέλη της Jigsaw Customs
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

21/12/2018

Ολοκληρώθηκε πλέον το Ducati Café Racer που προέρχεται από ένα Scrambler 800, και αποκλειστικά παρακολουθήσατε κομμάτι-κομμάτι την κατασκευή του. Μία custom φτιαγμένη από τον άνθρωπο που έχει φέρει την μία διάκριση μετά την άλλη σε διεθνείς διαγωνισμούς, κύλισε σήμερα για πρώτη φορά τους τροχούς της –δεκαεπτάρηδες και οι δύο πια- καθώς κάναμε μαζί της, την πρώτη δοκιμαστική της βόλτα!

Ο Πέτρος είναι άνθρωπος που τρέφει ένα μεγάλο πάθος για τις μοτοσυκλέτες γενικά, και τις λεπτομέρειες της κατασκευής τους ειδικά. Είναι λοιπόν αδύνατο να μην συνδυάζει αυτά τα δύο σε κάθε customizing ή ανακατασκευή που αναλαμβάνει! Η ελληνική αντιπροσωπεία της Ducati, Kosmocar AE, ήθελε να διαθέτει στην συλλογή της ένα custom Scrambler με ελληνική υπογραφή και απευθυνόμενη στον Πέτρο Χατζηροδέλη και την Jigsaw Customs, ήξερε από την αρχή πως θα μπορούσε να έχει ένα πολυφωτογραφημένο αποτέλεσμα! Ας μην κάνουμε για ακόμη μία φορά τις συστάσεις, καθώς έως τώρα θα έχετε ακολουθήσει τουλάχιστον κάποια από τις περιπέτειες που έχει ζήσει το MOTO με τον Πέτρο, από την πανευρωπαϊκή νίκη του Yamaha Yardbuilt το 2016, έως την επανάληψη το 2017 και το ταξίδι στο Wheels & Waves! Από ένα μικρό κατάστημα στην Νέα Μάκρη, ο Πέτρος έχει ήδη χτίσει μία καριέρα στην Ευρώπη, καθώς οι μοτοσυκλέτες που customάρει και ανακατασκευάζει, πωλούνται σε ιδιωτικές συλλογές σε άλλες χώρες!

Είμασταν παρόντες στην παραλαβή του ολοκαίνουριου Ducati Scrambler 800, όπου ο Πέτρος κρατούσε ήδη στα χέρια του τα σχέδια για ένα γνήσιο Café Racer, πιστό σε μία άλλη εποχή, δηλώνοντας βέβαιος πως το τελικό αποτέλεσμα δεν θα αποκλίνει ούτε στο ελάχιστο. Η πορεία έμελλε να μην είναι φυσικά δίχως την παραμικρή δυσκολία, όπως άλλωστε συμβαίνει πάντα σε κάθε customizing οπουδήποτε στον κόσμο, και είναι εκείνο το στοιχείο που καθιστά κάθε μοτοσυκλέτα ξεχωριστή από όλες τις υπόλοιπες! Μπορεί ο περισσότερος κόσμος να θεωρεί την διαφορετικότητα στην εμφάνιση ως την πηγή της ανάγκης για customizing, όμως είναι τελικά η πορεία προς την ολοκλήρωση εκείνη που πραγματικά εξατομικεύει κάθε μοτοσυκλέτα και την καθιστά μία και μοναδική…

Το τελικό αποτέλεσμα του νέου Café Racer είναι ωστόσο απόλυτα συνυφασμένο με τα σχέδια που είχαμε αντικρύσει τότε, έχοντας πετύχει πλήρως την ταύτιση με το αρχικό όραμα. Ο Πέτρος θέλησε να κρατήσει τον κινητήρα ανέπαφο πέρα από την τοποθέτηση των τελικών της hpcorse με τους custom λαιμούς που φτιάχτηκαν εδώ. Θυμηθείτε τι λέγαμε για την hpcorse εδώ. Η κλειδαριά μεταφέρθηκε στο πλάι, η τιμονόπλακα κατασκευάστηκε από τον άλλο φοβερό και τρομερό Έλληνα customizer, τον «Vass Works» που έχει την τάση να φτιάχνει τα πάντα μόνος του, είτε είναι αξεσουάρ για την μοτοσυκλέτα του που θα δείτε ξανά να παρουσιάζεται στο MOTO, ακόμη πιο αναλυτικά, είτε πρόκειται για… ψησταριές και όσα μπαίνουν πάνω σε αυτές!

Τα πάντα για τον “Vass Works” πρέπει να γίνονται από τον ίδιο όταν θέλει να τα απολαύσει… Δικοί του είναι και οι μαρσπιέδες, στους οποίους το πόδι κάθεται εξαιρετικά άνετα, την στιγμή που σε αρκετές custom αναρωτιέσαι γιατί δεν μπορείς να βολευτείς μέχρι να ανακαλύψεις πως είναι απλά μερικά χιλιοστά διαφορετικοί, ο ένας μαρσπιές από τον άλλο. Στην περίπτωση τους, αν σου έλεγαν πως αγοράστηκαν ακριβά από ένα εργοστάσιο στην Γερμανία, δεν θα προέβαλες καμία αντίδραση, μοιάζουν πως βγήκαν πράγματι από εργοστάσιο με πανάκριβα μηχανήματα, όταν στην πράξη είναι ελληνικής – και υπερήφανης- κατασκευής.

Το Café Racer έχει ένα ρεζερβουάρ που κρύβεται κάτω από το ενιαίο πολυεστερικό του κουστούμι, που επίσης φιλοξενεί την νέα διαδρομή των ηλεκτρικών που όλα έχουν επιμελώς κρυφτεί, όπως περιγράφουμε εδώ. Πίσω τα φώτα είναι ταυτόχρονα και φλας, μέσα σε σωλήνα πλέξιγκλας που ο Πέτρος της έδωσε κι ένα σχήμα που ακολουθεί την σιλουέτα της μοτοσυκλέτας. Περισσότερες όμως τεχνικές λεπτομέρειες σε επόμενο τεύχος του ΜΟΤΟ, όπως επίσης και διάφορες λύσεις που ο Πέτρος ακολούθησε απέναντι σε όσα συνάντησε κατά το συγκεκριμένο customizing. Εκτός από το πρόσθετο βάρος, απλά και μόνο η αλλαγή του εμπρός τροχού σε 17’ ήταν αρκετή για να μεταμορφώσει πλήρως την μοτοσυκλέτα, ενώ μαζί με τα slick ελαστικά και την νέα εργονομία που σε αναγκάζει να ξαπλώσεις μπροστά, το πρώην Scrambler συμπεριφέρεται τώρα σαν superbike εποχής. Ψάχνεις δηλαδή πού θα στηρίξεις γόνατα καθώς μπορείς απότομα να το κατευθύνεις μέσα στην στροφή, κι απαλλαγμένος από τον όγκο των σημερινών μοτοσυκλετών, βρίσκεσαι στην αναζήτηση του μινιμαλιστικού φαίρινγκ. Αγνοώντας την γνώριμη οδό, το συγκεκριμένο Café Racer σε μεταφέρει αρκετά πίσω αναπαράγοντας με πιστότητα μία άλλη εποχή, απλά και μόνο με την αλλαγή στην γεωμετρία και την εργονομία, και την περαιτέρω μείωση του ήδη μικρού της όγκου. Μόλις χαμηλώσει λίγο ακόμη το τιμόνι εμπρός, όπως θα κάνει ο Πέτρος ως την επόμενη δοκιμή, και σκυμμένος αρχίσεις να γεμίζεις τις σχέσεις την μία μετά την άλλη, η πεμπτουσία των Café Racer θα λάμψει πλήρως, με τον Πέτρο να καταφέρνει για άλλη μία φορά κάτι μοναδικό: Την απλή εμφάνιση που φαντάζει εύκολη υπόθεση να επιτύχεις, αλλά προδίδουν την πολυπλοκότητά της η προσοχή στις λεπτομέρειες και το τελικό αποτέλεσμα μόλις την οδηγήσεις.

Εξαιρετικά πρόθυμη να βουτήξει στην στροφή, χωρίς όμως απότομες αντιδράσεις, δίχως αναταράξεις από τον πίσω τροχό που δεν έχει ανάρτηση εξ αρχής προσανατολισμένη στην γρήγορη οδήγηση, κι ένα σύνολο εξαιρετικά σταθερό στο άνοιγμα του γκαζιού. Θέλοντας να διατηρήσει την πιστότητα στις Café Racer αλλά και να είναι πάντα μία μοτοσυκλέτα που οδηγείς καθημερινά, ο Πέτρος έκρυψε το πλαϊνό σταντ πίσω από τον αριστερό λαιμό της εξάτμισης και του αφαίρεσε κάθε «αυτί» για να μην το βλέπεις ποτέ, παρά μονάχα όταν με το χέρι το κατεβάσεις για να παρκάρεις την μοτοσυκλέτα. Οι Café Racer, όπως και οι Flat Track, αυτές που οδηγούνταν κάθε ημέρα και αγωνιζόντουσαν τις Κυριακές ταξιδεύοντας οδικώς στις πίστες και όχι σε van, δεν είχαν πλαϊνά σταντ, αλλά έβρισκαν πάντα έναν φιλικό τοίχο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση που μπορεί να είναι μία custom που κρύβει πολλές ώρες δουλειάς, αλλά παραμένει και μία καθημερινή μοτοσυκλέτα, το πλαϊνό σταντ δεν μπορούσε να λείπει. Αν βέβαια πιέσεις την μοτοσυκλέτα στις αριστερές στροφές, τότε αρκετά γρήγορα θα αρχίσει να σε εγκαταλείπει γραμμάριο-γραμμάριο, όσο ξύνει δυνατά στην άσφαλτο.

Τα δύο πανέμορφα τελικά παράγουν έναν δυνατό μπάσο ήχο και τον συνοδεύουν με χορταστικά σκασίματα αν κλείσεις το γκάζι ενώ έχεις στροφές, λειτουργώντας ως καμουτσίκι για να το ανοίξεις ξανά και μάλιστα πιο απότομα αυτή την φορά…

Η πρώτη μας οδηγική γνωριμία, κρύβει όλα τα στοιχεία ενός εφηβικού έρωτα που περίμενε μήνες να πετύχει το «ψηστήρι» μέχρι να έρθει πολυπόθητη στιγμή. Το γνωρίσαμε σαν Scrambler που ακόμη δεν είχε βάλει μπροστά ούτε στατικά και ζήσαμε την πρώτη στιγμή που οι νέοι, -διαφορετικοί- λαιμοί εξατμίσεων άλλαζαν χρώμα. Συγχαρητήρια στον Πέτρο Χατζηροδέλη και την Jigsaw Customs, για το…. Χριστουγεννιάτικο αυτό δώρο στην Ducati. Σ’ έναν ιδανικά ουτοπικό κόσμο, ο Άι Βασίλης θα ερχόταν καβάλα με ένα τέτοιο Café Racer, με το συγκεκριμένο vintage λογότυπο της Ducati, και θα μοίραζε σε όλους μας κλειδιά, και στα καλά, και στα κακά παιδιά…