Δοκιμή ελαστικών: Pirelli Supercorsa SP, Supercorsa BSB, Metzeler M9 RR

Μία οικογένεια, τρία ελαστικά
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

1/3/2021

Στα πλαίσια του συγκριτικού τεστ των  streetfighter που κάναμε στο δρόμο και στην πίστα των Σερρών, δοκιμάσαμε τρεις διαφορετικούς τύπους supersport ελαστικών του ομίλου Pirelli/Metzeler. Πρόκειται για τα Pirelli Supercorsa SP, Pirelli Supercorsa BSB και Metzeler M9 RR, όπου το πρώτο το βάλαμε στο Ducati Streetfighter V4, το δεύτερο στο Kawasaki Z-H2 και το τρίτο στο KTM 1290 Superduke R.

Τα Pirelli Supercorsa SP τα έχουν ήδη επιλέξει η Ducati, η Kawasaki και η Honda, ως ελαστικά πρώτης τοποθέτησης στις κορυφαίες εκδόσεις των superbike μοτοσυκλετών τους, ενώ τα Metzeler M9RR τα έχει επιλέξει η BMW στο νέο S1000RR. Αυτό από μόνο του σημαίνει πως είναι ελαστικά υψηλών επιδόσεων με έγκριση τύπου για οδήγηση στο δρόμο, αλλά μπορούν να γράψουν και εξίσου καλούς χρόνους στην πίστα.

Φυσικά όπως συνηθίζουν τα εργοστάσια, ζητούν από τις εταιρείες ελαστικών να κάνουν κάποιες μικρές ή μεγάλες αλλαγές, ώστε τα ελαστικά να ταιριάζουν στις εξειδικευμένες απαιτήσεις των δικών τους μοντέλων. Για παράδειγμα η Honda απαίτησε από την Pirelli ισχυρότερο σκελετό για το πίσω ελαστικό του νέου CBR1000RR-R Fireblade, ενώ η Ducati ζήτησε το πίσω ελαστικό να έχει προφίλ 60% (200/60-17) ώστε η γεωμετρία του να είναι όμοια με των αγωνιστικών slick ελαστικών.

Τέτοιες διαφορές δημιουργούν κάποιες φορές πονοκέφαλο στους ιδιοκτήτες, διότι δεν βρίσκεις πάντα διαθέσιμους αυτούς τους εξειδικευμένους τύπους ελαστικών. Ευτυχώς τα σύγχρονα ηλεκτρονικά και η τεχνολογία αυτού του επιπέδου ελαστικών, σου αφήνουν το περιθώριο να επιλέξεις και τους παραπλήσιους τύπους, χωρίς να μεταβληθούν δραματικά τα χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας σου.

Άλλωστε και τα ίδια τα εργοστάσια σου δίνουν περισσότερες από δύο επιλογές, όχι μόνο στον τύπο του ελαστικού, αλλά ακόμα και στη μάρκα. Για παράδειγμα η Yamaha έβαζε στην απλή έκδοση της R1 πίσω ελαστικό 195/50-17 ενώ στην έκδοση Μ έβαζε 200/55-17, χωρίς αλλαγές στο λογισμικό των ηλεκτρονικών, καθώς πλέον δεν παίρνουν δεδομένα από τους αισθητήρες του ABS αλλά από την IMU και τους αισθητήρες των πέντε ή έξι κατευθύνσεων που διαθέτουν.

Το ίδιο κάνει η Aprilia με τις απλές και Factory εκδόσεις των Tuono 1100 και RSV4 1000/1100, όπως επίσης η BMW και τα ιαπωνικά εργοστάσια βάζουν διαφορετικής μάρκας ελαστικά, ανάλογα την αγορά ή το εξάμηνο παραγωγής! Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν αποτελεί έκπληξη που κάποιες επιλογές των εργοστασίων βασίζονται – δυστυχώς – μόνο σε οικονομικά κριτήρια και δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε δει κορυφαίας απόδοσης μοτοσυκλέτες να έχουν χαμηλότερων προδιαγραφών ελαστικά, σε σχέση με τις υπόλοιπες ικανότητές τους.

Όλα αυτά τα λέμε για να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής, πως τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης της μοτοσυκλέτας μας δεν αποτελούν δέσμευση για την επιλογή των νέων που θα βάλουμε όταν χρειαστεί να τα αντικαταστήσουμε.

 

Φυσικά, όταν αλλάζεις μάρκα ή μοντέλο και πολύ περισσότερο διάσταση ελαστικών, θα υπάρξουν διαφορές στη συμπεριφορά της. Κάποιες θα είναι προς το καλύτερο και κάποιες προς το χειρότερο, αναλόγως ποιες είναι οι επιδιώξεις και οι επιθυμίες σου.

Το Ducati Streetfighter V4 παραδίδεται στους ιδιοκτήτες του με τα Pirelli Rosso Corsa. Πρόκειται για ένα premium μοντέλο της Pirelli με τρεις γόμμες για τις πέντε ζώνες που είναι χωρισμένο το πίσω ελαστικό. Το συγκεκριμένο ελαστικό το είχαμε δοκιμάσει εκτενώς όταν παρουσιάστηκε το 2018 πάνω στο Aprilia RSV4 Factory και η φιλοσοφία του είναι η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, διατηρώντας σε αρκετά μεγάλο βαθμό μέσα στην πίστα τα δυναμικά χαρακτηριστικά των Supercorsa. Ως εκ τούτου, αυτή η επιλογή της Ducati βασίζεται περισσότερο για χρήση στο δρόμο, όπου η μεγάλη διάρκεια ζωής είναι σημαντικός παράγοντας.

Σε αυτό το συγκριτικό, στο Streetfighter V4 βάλαμε τα Supercorsa SP. Πρόκειται για μια κλασική και δοκιμασμένη επιλογή των ιδιοκτητών superbike, η οποία στοχεύει σε όσους κάνουν track day, αλλά παράλληλα απολαμβάνουν την γρήγορη οδήγηση και στο δρόμο. Και αυτό το ελαστικό έχει τεχνολογία διαφορετικής σύνθεσης γόμας, όμως εδώ είναι δύο για το πίσω ελαστικό και όχι τρεις όπως στο Rosso Corsa. Η γόμμα στο κέντρο του ελαστικού έχει σχεδιαστεί για μειωμένη φθορά, ενώ η γόμα που βρίσκεται στο πλάι έχει σύνθεση που προσφέρει σταθερό και υψηλού επιπέδου κράτημα στην πίστα, χωρίς να παρουσιάζει συμπτώματα υπερθέρμανσής και απότομη πτώση της απόδοσής του.

Επίσης έχει διαφορετική γεωμετρία κορόνας και είναι ένα από τα ελαφρύτερα ελαστικά στην κατηγορία του. Όμως τί σημαίνουν όλα αυτά; Όσο η μοτοσυκλέτα είναι εντελώς όρθια δεν πρόκειται να αντιληφθείς κάποια διαφορά σε σχέση με τα Rosso Corsa, οδηγώντας την Streetfighter V4 στο δρόμο. Η γεωμετρία του πλαισίου, η κατανομή βάρους και η μελετημένη αεροδυναμική της ιταλικής μοτοσυκλέτας, την κρατούν “βιδωμένη” πάνω στην άσφαλτο, οπότε η πιο “τριγωνική” κορώνα του εμπρός Supercorsa SP δεν έχει επιπτώσεις στη σταθερότητα.

 

Προφανώς το πίσω δεν θα έχει την ίδια διάρκεια ζωής αν κάνεις πολλά χιλιόμετρα στην εθνική με υψηλές ταχύτητες, όμως θα αντέχουν πολύ περισσότερο από τα προηγούμενης γενιάς semi-slick ελαστικά με την ενιαία γόμα. Ειδικά σε αυτή τη μοτοσυκλέτα που δεν ξεπερνά τα 207 κιλά με γεμάτο το ρεζερβουάρ, η φθορά στο κέντρο ήταν ανεπαίσθητη, παρά τους 180 πραγματικούς ίππους που το μαστιγώνουν. Οι διαφορές αρχίζουν όταν πλαγιάσεις τη μοτοσυκλέτα, όπου γίνονται αρκετά πιο αισθητές οι σχεδιαστικές επιλογές της Pirelli. Το Supercorsa SP αφήνει τη μοτοσυκλέτα να πλαγιάσει πιο γρήγορα και το τιμόνι έχει πιο ελαφριά αίσθηση, λόγω της πιο γρήγορης γεωμετρίας της κορώνας και του μειωμένου γυροσκοπικού φαινομένου, καθώς είναι πολύ ελαφρύ ελαστικό. Από την άλλη μεριά όμως θέλει περισσότερη ώρα για να έρθει σε ιδανική θερμοκρασία λειτουργίας και δεν απορροφά τις ανωμαλίες τους δρόμου με την ίδια ηρεμία που το κάνει το Rosso Corsa στην χαμηλές ταχύτητες της πόλη και των σφικτών επαρχιακών δρόμων. Φυσικά στην πίστα, όπου η ποιότητα της ασφάλτου είναι πολύ καλύτερη και κυρίως πιο ομαλή, το Supercorsa SP έχει μόνο πλεονεκτήματα.

 

Πέρα από την ταχύτερη αλλαγή πορείας, η βασική διαφορά του Supercorsa SP στην πίστα είναι στο σταθερό επίπεδο του κρατήματος μετά των πέμπτο-έκτο γύρο. Σε αυτό το σημείο, τα ελαστικά δρόμου αρχίζουν και δείχνουν σημάδια υπερθέρμανσης, κάτι απόλυτα λογικό αφού έχουν σχεδιαστεί με προτεραιότητα την άμεση επίτευξη θερμοκρασίας λειτουργίας.

Αντιθέτως το Supercorsa SP δείχνει την αγωνιστική καταγωγή του και συμπεριφέρεται ως γνήσιο semi-slick ελαστικό, προφέροντας μεγάλη επιφάνεια επαφής με την άσφαλτο και σταθερά υψηλό κράτημα για πολλούς συνεχόμενους γύρους. Σε σχέση με το Rosso Corsa που είχαμε δοκιμάσει στο Aprilia RSV4 στην πίστα των Σερρών, το Supercorsa SP είχε αναμενόμενα περισσότερη φθορά στο τέλος της ημέρας και είναι το δίκαιο τίμημα που πρέπει να πληρώσεις όταν επιλέγεις ελαστικά της κατηγορίας των semi-slick.

Στα πλεονεκτήματα του Supercorsa SP θα πρέπει να βάλουμε και το γεγονός της μεγάλης γκάμας διαστάσεων που τα προσφέρει η Pirelli.

Το εμπρός ξεκινά από την διάσταση 110/70-17 και το πίσω από την 140/70-17 και φτάνει έως την 200/60-17, καλύπτοντας όλους τους κυβισμούς σπορ μοτοσυκλετών από τα 125 κυβικά με τους 15 ίππους έως και τα θηρία των 1100 κυβικών και τους 200+ ίππους στον πίσω τροχό. Γι' αυτό άλλωστε και το χρησιμοποιούν σε πολλών ειδών αγώνες ενιαίου τύπου στα εθνικά πρωταθλήματα της Ευρώπης, από τις κατηγορίες SS300 έως και Superstock 600/1000.

Ταυτόχρονα με το Supercorsa SP, στη διάθεσή μας είχαμε και το Supercorsa BSB… Μπερδευτήκατε με τα ονόματα; Και εμείς μπερδευτήκαμε δυο-τρεις φορές όταν αλλάζαμε τα ελαστικά στις μοτοσυκλέτες, διότι σε εμφάνιση δεν διαφέρουν από τα SP.

Ούτε όμως θα καταλάβεις διαφορά ανάμεσα στο SP και το BSB αν δεν πιέσεις οριακά μέσα στην πίστα τη μοτοσυκλέτα. Το όνομά του το πήρε από το εθνικό πρωτάθλημα superbike της Βρετανίας και η Pirelli το παρουσίασε το 2009 ως την έκδοση δρόμου του καθαρόαιμου αγωνιστικού slick. Σήμερα βρίσκεται τιμολογιακά κάτω από το Supercorsa SP και αποτελεί την πιο συμφέρουσα οικονομικά επιλογή για όποιον θέλει κράτημα και συμπεριφορά semi-slick ελαστικού, χωρίς να βάλει πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη.

Το συγκεκριμένο ελαστικό το βάλαμε στο Kawasaki Z-H2, που φοράει από το εργοστάσιο τα Pirelli Rosso III. Σε αυτή τη μοτοσυκλέτα η διαφορά μεταξύ του sport-touring Rosso III και του semi-slick Supercorsa BSB ήταν εμφανέστατη από την πρώτη στιγμή, όχι μόνο μέσα στην πίστα, αλλά και στο δρόμο. Η γυμνή μοτοσυκλέτα της Kawasaki έχει αρκετά μεγαλύτερο βάρος στα 240 κιλά και επίσης έχει πολύ γκάζι και ροπή. Ως αποτέλεσμα, στο δρόμο ζέσταινε πολύ πιο γρήγορα τα Supercorsa BSB, απ’ ότι το ελαφρύτερο Ducati Streetfighter τα Supercorsa SP και δεν υπήρχε ευδιάκριτος συμβιβασμός σε αυτόν τον τομέα σε σχέση με τα sport-touring ελαστικά. Από την άλλη μεριά, η τριγωνική κορόνα των BSB επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά του Ζ-Η2 σε όλες τις ταχύτητες κάνοντας το τιμόνι πιο άμεσο στις αντιδράσεις του, αλλά ταυτόχρονα και πιο ευαίσθητο στις ανωμαλίες του δρόμου. Έτσι δεν λείπουν τα κουνήματα στο τιμόνι αν περάσεις με τέρμα ανοιχτό το γκάζι πάνω από ανωμαλίες.

Στην πίστα το Ζ-Η2 έχει μικρά περιθώρια κλίσης λόγω των μαλακών αναρτήσεων και της χαμηλά τοποθετημένης εξάτμισης και των μαρσπιέ. Οπότε το πλεονέκτημα του υψηλότερου κρατήματος υπό κλίση των BSB δεν σου χρησιμεύει σε κάτι.

Με άλλα λόγια, η επιλογή του Rosso III από την Kawasaki ως ελαστικό πρώτης τοποθέτησης στο Ζ-Η2 θα ικανοποιήσει ένα ευρύτερο κοινό και η τοποθέτηση ενός semi-slick όπως το Supercorsa BSB είναι για εκείνους που θέλουν να βελτιώσουν την ευελιξία της μοτοσυκλέτας, θυσιάζοντας την διάρκεια ζωής σε βάθος χρόνου.

Το τρίτο ζευγάρι ελαστικών της παρέας μας ήταν τα Μetzeler M9RR και είχαν εξίσου δύσκολο έργο, καθώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν την κτηνώδη ροπή του αυστριακού V2 του KTM 1290 Superduke.

Πρόκειται για μία από τις πιο πρόσφατες αφίξεις στην κατηγορία των hypersport ελαστικών, με το BMW S1000RR να είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής που το φόρεσε ως πρώτη τοποθέτηση από το εργοστάσιο. Μετά από αυτή δόκιμή των streetfighter μπορούμε να πούμε πως συμφωνούμε απόλυτα με την επιλογή της BMW, καθώς τα M9 RR σκοράρουν πολύ υψηλή βαθμολογία σε όλους τους τομείς χρήσης των μοντέρνων υπερ-μοτοσυκλετών, τόσο στο δρόμο όσο και στην πίστα. Η συνεργασία του με τα σύγχρονα ηλεκτρονικά βοηθήματα ήταν άψογη και παρά την τεράστια διαφορά στον τρόπο απόδοσης του V2 κινητήρα της KTM σε σχέση με τον τετρακύλινδρο της superbike της BMW, δεν προκαλούσε πρόωρη επέμβαση του traction control ή του cornering ABS.

 Ερχόταν αρκετά γρήγορα σε θερμοκρασία λειτουργίας στους ελληνικούς δρόμους και διατηρούσε σταθερή την απόδοσή του για μεγάλα χρονικά διαστήματα μέσα στην πίστα.

Η γεωμετρία της κορόνας του είναι μεν σπορ και κοντά στα semi-slick ελαστικά, αλλά δεν φτάνει στα άκρα. Οπότε ακόμα και στο 1290 Superduke R, που είναι από τις ελαφρύτερες και πιο ευέλικτες γυμνές μοτοσυκλέτες της αγοράς, διατήρησε το επίπεδο σταθερότητας και δεν εμφανίστηκαν ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα ζευγάρι ελαστικών που σου επιτρέπει να εκμεταλλευτείς τις δυνατότητες μιας σύγχρονης, παντοδύναμης και γεμάτης ηλεκτρονικά streetfighter ή superbike, χωρίς να απαιτεί τους συμβιβασμούς ενός semi-slick ελαστικού στο δρόμο ή ενός sport-touring ελαστικού στην πίστα.

 Για την πλειοψηφία των ιδιοκτητών sport και supersport μοτοσυκλετών, τα M9 RR της Metzeler είναι μια άριστη επιλογή για να απολαύσουν τις δυνατότητες της μοτοσυκλέτας τους σε κάθε είδους άσφαλτο 365 μέρες το χρόνο. Οι διαθέσιμες διαστάσεις καλύπτουν όλο το φάσμα κυβισμών, από τα 125cc έως και τα 1300cc, οπότε αποτελούν πολύ καλή αναβάθμιση για τις μικρο-μεσαίες supersport που έχουν κατά κανόνα φτηνιάρικα ελαστικά από το εργοστάσιο και πολλές φορές σε λάθος διάσταση για το πλάτων της ζάντας!


 

Yamaha Crypton S: Προσαρμοσμένο στη νέα εποχή κρατώντας τις παραδόσεις

Με όνομα που έχει γράψει ιστορία
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

11/11/2020

Στην Ελλάδα αγαπάμε τα παπιά, αυτό είναι βέβαιο. Όμως ο λόγος που τα τελευταία είκοσι χρόνια είμαστε η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα με τόσο μεγάλη ζήτηση παπιών, δεν είναι συναισθηματικός. Σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, όπου τα scooter κυριάρχησαν ολοκληρωτικά όταν απέκτησαν οικονομικούς τετράχρονους κινητήρες, στη δική μας χώρα τα παπιά κράτησαν με σθένος την θέση τους στην αγορά. Κι αυτό δεν έγινε χάρη σε κάποια μαγική τη στρατηγική προώθησης των αντιπροσωπειών ή σε κάποια ευνοϊκή μεταχείριση της νομοθεσίας ή χάρη σε κάποιον εξωτερικό παράγοντα. Τα παπιά απέδειξαν μέσα από την σκληρή, πραγματική ζωή ότι η απλότητα κατασκευής και η δοκιμασμένη επί πολλές δεκαετίες τεχνολογία τους, έχει την ίδια αξία με την πιο εντυπωσιακή σύγχρονη τεχνολογία όταν το ζητούμενο είναι η συνολική οικονομία μετακίνησης σε βάθος χρόνου. Τα όσα ζούμε τώρα με τα μέτρα για τον COVID-19 και τις ανάγκες που δημιούργησε για ατομική μετακίνηση με το ελάχιστο δυνατό κόστος, είναι άλλη μια έμπρακτη απόδειξη του σημαντικού ρόλου των παπιών στη ζωή και την οικονομία της Ελλάδας.

Τα παπιά στην Ελλάδα πωλούνται για τις ικανότητές τους και όχι επειδή είναι της μόδας. Οι μόδες δεν κρατάνε ολόκληρες δεκαετίες! Και αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση της Yamaha, όπου το όνομα Crypton έχει μακρά και βαριά ιστορία. Μέχρι την εμφάνιση του πρώτου Crypton 105, τα παπιά της Yamaha (T50/T80) ζούσαν στη σκιά των Honda C50/C90, παρά το γεγονός ότι είχαν άξονα για τελική μετάδοση που έκανε ακόμα πιο οικονομική τη συντήρησή τους. Όμως όπως είπαμε και πριν, η απλότητα είναι αυτό που αναζητούν οι πελάτες των παπιών και ο άξονας μετάδοσης έμοιαζε υπερβολικά περίπλοκος για ένα παπί.

Ο ερχομός του Crypton 105 έδωσε για πρώτη φορά το δικαίωμα στην Yamaha να χτυπήσει στα ίσια την Honda και την Kawasaki, που τότε έπαιζαν μπάλα μόνοι τους με τα Astrea 100 και Max 100. Το Crypton 105 είχε δισκόφρενο εμπρός αντί για τα ταμπούρα των άλλων, πιο δυνατό κινητήρα και μαζί με το δίχρονο αδερφάκι του Ζ 125, το Crypton 105 καθιέρωσε στη συνείδηση του κόσμου ότι η Yamaha έχει τα πιο γρήγορα και τα πιο σπορ παπιά της αγοράς. Κι αυτό συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, όταν την σκυτάλη πήρε το Crypton X.

Όλα είχαν μπει σε τάξη και δούλευαν ρολόι, μέχρι τη στιγμή που η Ε.Ε. έβαλε σε εφαρμογή τις προδιαγραφές Euro4. Οι ελληνικές αντιπροσωπείες ζήτησαν από νωρίς να φτιάξουν τα εργοστάσια παπιά προδιαγραφών Euro4, αλλά οι Ιάπωνες θεώρησαν πως τα 2.000-3.000 παπιά τον χρόνο είναι πολύ μικρός αριθμός για να μπουν στον κόπο να ασχοληθούν με το θέμα. Βέβαια το κυριότερο πρόβλημα δεν ήταν μόνο ο κόπος, αλλά και η επιβάρυνση στην τιμή. Για να προσαρμοστεί ένα παπί στις προδιαγραφές Euro4 χρειάζεται αλλαγές στον κινητήρα του, στα φρένα και φυσικά να περάσει από την διαδικασία έγκρισης τύπου της Ε.Ε. που δεν είναι μια φτηνή υπόθεση. Η επάρκεια ανταλλακτικών της Yamaha και η εύκολη πρόσβαση σε αυτά, είναι υψίστης σημασίας και από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα όλων των Crypton.

Η Yamaha χρειαζόταν ένα φτηνότερο παπί από το Crypton X, του οποίου η τιμή είχε πλησιάσει πολύ κοντά στα scooter των 125 και 150 κυβικών. Η λύση στη συγκεκριμένη εξίσωση της Yamaha ακούσει στο όνομα Crypton S.

Στον τομέα των επιδόσεων, ο νέος αερόψυκτος κινητήρας των 114 κυβικών, κάθε άλλο παρά αργός είναι. Στο δυναμόμετρο έδειξε πάνω από 8 ίππους στον τροχό, που ως απόδοση είναι εφάμιλλη με τους περισσότερους αερόψυκτους κινητήρες των 125 κυβικών που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στην αγορά. Στην πράξη, οι απώλειες στις επιδόσεις είναι ελάχιστες και σίγουρα υπερκαλύπτονται από το πλεονέκτημα της απλότητας του αερόψυκτου κινητήρα. Η εξωτερική εμφάνιση του Crypton S είναι σαφώς πιο κοντά στα ευρωπαϊκά γούστα. Ειδικά όταν το κοιτάς από εμπρός, θυμίζει περισσότερο τα καινούρια scooter με τους μεγάλους τροχούς, παρά παπί. Σε αυτή την οπτική εντύπωση βοηθάει και η ποδιά, που είναι ολόκληρη βαμμένη μέσα-έξω και κατασκευασμένη από σκληρό πλαστικό. Η ποδιά του Crypton S είναι πιο φαρδιά και πιο κοντά στα γόνατά σου σε σχέση με του X και αντίστοιχα βελτιωμένη είναι η προστασία που προσφέρει. Γενικά η Yamaha έχει δώσει μεγαλύτερο βάρος στην πρακτικότητα σε αυτό το νέο μοντέλο.

Ο αποθηκευτικός χώρος που έχει δημιουργηθεί τώρα κάτω από την σέλα του Crypton S δεν χωράει μεν ολόκληρο κράνος, αλλά σίγουρα έχει πρακτική αξία, αφού μπορείς να έχεις μόνιμα εκεί το αδιάβροχό σου και κάποιο αντικλεπτικό πέταλο ή κουλούρα. Για τον περισσότερο κόσμο, ο χώρος αυτός θα τον γλιτώσει από το κόστος αγοράς μπαγκαζιέρας, που ως γνωστόν δυσκολεύει τον συνεπιβάτη και επηρεάζει αρνητικά την συμπεριφορά των παπιών όταν έχει αέρα ή όταν βάλεις βαριά πράγματα μέσα τους. Η μεγάλη διαφορά του Crypton S από το Crypton X είναι στην φιλοσοφία σχεδιασμού. Το X είχε τονισμένη τη σπορ πλευρά του. Η αξιοπιστία του κινητήρα του απλώς το βοήθησε να παίξει με επιτυχία τον ρόλο εργαλείου δουλειάς. Το Crypton S από την άλλη μεριά, έχει σχεδιαστεί πρωτίστως για να είναι πρακτικό. Καλύτερη προστασία από την ποδιά, αποθηκευτικός χώρος κάτω από την σέλα, πιο άνετη εργονομία οδήγησης, πιο μαλακές ρυθμίσεις αναρτήσεων, λιγότερες απαιτήσεις συντήρησης για τον κινητήρα.

Με εξαίρεση τις κόντρες στα φανάρια, οι επιδόσεις του είναι άκρως ικανοποιητικές. Ξεπερνάει γρήγορα και εύκολα τα 100km/h ανεξαρτήτως φορτίου και μέσα στην κίνηση της πόλης είναι ευέλικτο και ταχύτατο. Ο κινητήρας δεν έχει ενοχλητικούς κραδασμούς και δουλεύει αδιαμαρτύρητα όσο βάναυσα κι αν του συμπεριφερθείς.

 

ΔΥΝΑΜΟΜΕΤΡΗΣΗ

Ισχύς: 8,2/7.100

Ροπή: 0,92/5.600

 

 
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ           
Αντιπρόσωπος:
ΜΟΤΟΔΥΝΑΜΗΚΗ ΑΕ
Τιμή:
€2.370
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΚΙΤΣΟ
Μήκος (mm):
1.910
Ύψος (mm):
1.095
Μεταξόνιο (mm):
1.230
Απόσταση από το έδαφος (mm):
150
Ύψος σέλας (mm):
780
Ίχνος (mm):
-
Γωνία κάστερ (˚):
-
Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):
500
Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):
550
Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):
750
Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):
460
 
ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ
 
101kg (χωρίς καύσιμο: 98,5kg)
Πίσω
52%
Εμπρός
48%
Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:
0%
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινος κεντρικός δοκός
Πλάτος (mm):
 
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
-/100
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Μονοκύλινδρος, αερόψυκτος με 1ΕΕΚ και 2Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
 -Χ-
Χωρητικότητα (cc):
114
Σχέση συμπίεσης:
9,3:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
9/7.000
Ροπή (kg.m/rpm):
1/5.500
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
78,9
Τροφοδοσία:
Ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
1 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα/Μανιβέλα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός, ημιαυτόματος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
-
Τελική μετάδοση / σχέση:
Αλυσίδα/-
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Διπλά αμορτισέρ
Διαδρομή (mm):
91
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου σε πέντε θέσεις
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Αλουμινίου χυτή
Ελαστικό:
80/90-17
Πίεση:
-
ΦΡΕΝΟ
Ταμπούρο
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Ταχύμετρο, ολικός χιλιομετρητής, ένδειξη βενζίνης και σχέσης ταχυτήτων
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Τηλεσκοπικό πιρούνι
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
100/-
Ρυθμίσεις:
-
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Αλουμινίου χυτή
Ελαστικό:
70/90-17
Πίεση:
-
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος με δαγκάνα ενός εμβόλου και γλίστρα
 
 
 
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Μέση
2,2
Ελάχιστη
1,8
Μέγιστη
3,2
Αυτονομία (km):
181
Αυτονομία ρεζέρβας (km):
-
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
4/-